Τα χρόνια περνούν, αλλά το ζήτημα της ορεινής διάσωσης παραμένει ακόμα άλυτο. Όχι, δεν εννοούμε το ζήτημα της εναέριας διάσωσης (HEMS), που όλη η κοινότητα (με πρωτεργάτες τους γονείς του άτυχου Ερμή) διεκδικεί για λογαριασμό όλης της κοινωνίας. Μιλάμε για την απλή διάσωση, αυτή που ήδη υπάρχει, αυτή που θα έρθει αν έχεις ένα ατύχημα που θα σε ακινητοποιήσει σε ένα οποιοδήποτε σημείο του βουνού, λίγο μακρύτερα από έναν χωματόδρομο, για παράδειγμα. Δηλαδή δεν μιλάμε για ορθοπλαγιές, δύσβατα φαράγγια, αλπικά πεδία όπου ο παγωμένος άνεμος λυσσομανά και γενικά δύσκολες καταστάσεις.
Ο αναγνώστης που μας έστειλε την ιστορία του, αυτή που θα διαβάσετε πιο κάτω (και του οποίου τα στοιχεία είναι στη διάθεση της ιστοσελίδας), είχε ένα τέτοιο ατύχημα. Σε ένα χαμηλό βουνό, κοντά σε αστικό κέντρο, λίγο μακρύτερα από έναν χωματόδρομο και σε καλοκαιρινές συνθήκες, δηλαδή σε συνθήκες στις οποίες η θερμοκρασία δεν έπαιξε (ή δεν πρόλαβε να παίξει) αρνητικό ρόλο. Η φωτογραφία που μας έστειλε και που συνοδεύει το κείμενο είναι σαφής ως προς το πεδίο. Ήταν τυχερός, γιατί δεν είχε τραυματιστεί τόσο σοβαρά και ο παράγοντας «χρόνος» ήταν ελαστικός.
Μοιραία, θυμόμαστε τον Ερμή και τον Θανάση Κωτούλα, που είχε ατύχημα στο Στεφάνι και πέθανε περιμένοντας. Και σκεφτόμαστε ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει ή, μάλλον, τα πράγματα είναι χειρότερα, γιατί σήμερα, σχεδόν 10 χρόνια μετά, οι άνθρωποι που ανεβαίνουμε στα βουνά είμαστε περισσότεροι, αλλά ο μηχανισμός παραμένει στα ίδια ράθυμα και ερασιτεχνικά επίπεδα.
Δημοσιεύουμε λοιπόν την ιστορία του συνορειβάτη μας. Δεν έχει προσωπικά στοιχεία και εξηγεί και ο ίδιος γιατί. Ελπίζουμε να διαβαστεί από τους αρμόδιους και να συμβάλει, έστω και ελάχιστα, προς τη σωστή κατεύθυνση.
Η Ιστορία
Πριν από λίγο καιρό είχα ένα ατύχημα στο βουνό, από όπου κατέβηκα με φορείο. Δεδομένου ότι το περιστατικό δεν πήρε δημοσιότητα ούτε στον τοπικό Τύπο, θα ήθελα να εκμεταλλευτώ αυτό το γεγονός και να μοιραστώ την ιστορία της διάσωσής μου όπως τη βίωσα, καθώς θεωρώ ότι κάποια πράγματα δεν έγιναν σωστά. Θέλω να είμαι σαφής και να πω εξαρχής ότι δεν έχω πρόθεση να σκιάσω το έργο κανενός και γι’ αυτό δεν αναφέρω ονόματα και τοποθεσίες. Γράφω αυτό το κείμενο με την προοπτική να τονιστούν κάποιες προφανείς αστοχίες, ευελπιστώντας η συγκεκριμένη εμπειρία να φανεί χρήσιμη στο μέλλον σε αντίστοιχες σωστικές επιχειρήσεις και μόνο για αυτό.
Χωρίς να μπω σε αχρείαστες για το παρόν κείμενο λεπτομέρειες σχετικά με το τι ακριβώς έκανα, θα πω μόνο ότι, ενώ είχα πάρει τον δρόμο της επιστροφής, από μια χαζή πτώση σε μία πλαγιά σε ένα σημείο με μηδενικό βαθμό δυσκολίας, κατέληξα τραυματισμένος άσχημα. Για την ακρίβεια, έσπασα το δεξί πόδι σε τέσσερα σημεία από τον αστράγαλο και κάτω, το δεξί χέρι στον καρπό και έπαθα ένα άσχημο διάστρεμμα στον αριστερό καρπό. Χτύπησα επίσης τον αριστερό άνω θώρακα, ενώ από ένα άλλο χτύπημα στο ισχίο δεν μπορούσα να σηκώσω τον δεξί μηρό για σχεδόν 24 ώρες. Με δύο λόγια, βρέθηκα με δύο χέρια και ένα πόδι αχρηστευμένα. Φυσικά εκείνη τη στιγμή δεν είχα ακριβή εικόνα της κατάστασής μου, προφανώς όμως αντιλήφθηκα άμεσα ότι θα χρειαστώ βοήθεια για να μετακινηθώ. Να αναφέρω επίσης ότι ήμουνα μόνος μου. Το χειρότερο όλων όμως εκείνη τη στιγμή ήταν ότι έβλεπα τα μαύρα σύννεφα της καταιγίδας που βρισκόταν λιγότερο από χίλια μέτρα μακριά μου να με πλησιάζουν ταχύτατα και κεραυνούς να πέφτουν στο ίδιο ύψος με εμένα.
Πρώτη μου κλήση όταν πέρασε το σοκ του χτυπήματος ήταν στον πρόεδρο του ορειβατικού συλλόγου της περιοχής, με τον οποίο γνωριζόμαστε. Χειριζόμουν το τηλέφωνο κυρίως με τον αντίχειρα και λίγο με τον δείκτη, με δυσκολία και καθόλου γρήγορα. Αφού τον ενημέρωσα για την κατάστασή μου, του έστειλα μήνυμα με τις συντεταγμένες μου και μου είπε ότι θα φροντίσει αυτός να επικοινωνήσει με την Πυροσβεστική. Με την καταιγίδα να με πλησιάζει, εκείνη τη στιγμή θεώρησα ότι το μόνο που πρέπει να κάνω πλέον είναι υπομονή: υπομονή να περάσει η καταιγίδα από πάνω μου και υπομονή μετά μέχρι να με βρουν. Βάζω λοιπόν το κινητό μέσα στην τσάντα, κλείνω το φερμουάρ και σκεπάζω την τσάντα με το αδιάβροχο κάλυμμα για να βραχεί όσο το δυνατόν λιγότερο. Και περιμένω.
Μόλις είχαν αρχίσει οι πρώτες σταγόνες, όταν έλαβα τηλεφώνημα από την Πυροσβεστική. «Ερχόμαστε, πες μας πού βρίσκεσαι». «Πρέπει να έχετε ήδη τις συντεταγμένες μου». «Στείλ’ τες πάλι και σε μένα». Ακολουθεί συνεννόηση για το πώς θα γίνει αυτό. Καθότι δυσκολεύομαι να χειριστώ το κινητό, για να ελαχιστοποιήσω την πληκτρολόγηση του ζητάω να μου στείλει μήνυμα ώστε να κάνω εκεί αντιγραφή το σημείο από το Google Maps. Είμαι ξαπλωμένος στο έδαφος πάνω στον ώμο μου, το κινητό είναι αφημένο κάτω και πληκτρολογώ με τα δύο δάχτυλα. Σύντομα το έχουμε κάνει και αυτό. Βάζω πάλι το κινητό στην τσάντα. Μέσα έχω τον εξοπλισμό μου για ολιγόωρη εξόρμηση, δηλαδή νερό, μπάρα δημητριακών, ένα κοντομάνικο για να αλλάξω στο τέλος, μαχαίρι, power bank και αδιάβροχο φακό για παν ενδεχόμενο, compact φωτογραφική μηχανή μέσα σε σκληρή θήκη και ένα λεπτό σχοινί 10 μ. Κλείνω την τσάντα με αρκετή δυσκολία και αρχίζω πάλι να περιμένω. Οι σταγόνες πλέον έχουν γίνει βροχή.
Το μέρος που βρίσκομαι είναι ένα κλασικό πατάρι: αν και δεν βλέπω τι γίνεται ακριβώς από κάτω μου, έχω πανοραμική οπτική χιλιομέτρων. Λίγο μετά βλέπω πυροσβεστικό όχημα να πλησιάζει, αλλά τελικά στρίβει και συνεχίζει προς άλλο μέρος του βουνού. Ακολουθεί νέο τηλέφωνο: «Στείλε μας τις συντεταγμένες σου». «Τις έχω στείλει στον συνάδελφό σας». «Εντάξει». Νέες λεκτικές οδηγίες από μέρους μου για το σημείο που βρίσκομαι. Σε κάθε κλήση περιμένω να κλείσουν αυτοί πρώτοι, μην τυχόν και υπάρξει επιπλέον ερώτηση στο τέλος. Βάζω πάλι το κινητό στην τσάντα, την κλείνω και την κουκουλώνω. Η καταιγίδα πλέον είναι από πάνω μου. Τρώω φουλ βροχή, αλλά δεν πέφτουν κεραυνοί κοντά μου και αυτό με κάνει να νιώθω ψυχολογικά ακμαίος.
Μέσα στο επόμενο περίπου μισάωρο ακολούθησαν 3-4 ακόμα κλήσεις, οι οποίες με υποχρέωσαν να βγάλω πάλι το κινητό από την τσάντα και να μιλήσω ακάλυπτος εν τω μέσω της καταιγίδας. Στην τελευταία από αυτές η συσκευή αρνείται να δεχτεί το slide πάνω στην οθόνη και δεν μπορώ να απαντήσω την κλήση. Σκέφτομαι ότι μέχρι εδώ ήταν το τηλέφωνο. Με καλούν ξανά. Αγγίζω την οθόνη μία, δύο, τρεις, πέντε, ίσως 10 φορές, και τελικά καταφέρνω να απαντήσω. Με ρωτάνε πάλι πού βρίσκομαι. Στο πρώτο ή δεύτερο τηλεφώνημα το εσωτερικό της τσάντας έχει γίνει μούσκεμα, οπότε εγκαταλείπω την επίπονη επαναλαμβανόμενη προσπάθεια να την κλείνω. Απλώς προσπαθώ να κρύβω το κινητό για να μην το χτυπάει απευθείας η βροχή, αν και δεν ξέρω άμα κάνει κάποια διαφορά πλέον.
Η μέγιστη ορμή της καταιγίδας έχει περάσει, αλλά βρέχει ακόμα και εγώ είμαι ένα με το νερό. Με καλούν μέσα από το πυροσβεστικό όχημα. Το βλέπω σε απόσταση να έρχεται προς το μέρος μου, αλλά συνεχίζει την πορεία του και με προσπερνάει και χάνω την οπτική επαφή. Τους προτρέπω να γυρίσουν μερικά μέτρα πίσω. Κάνουν αναστροφή και επιστρέφουν στο οπτικό μου πεδίο. Τους λέω ότι αν κοιτάξουν τώρα προς τα πάνω θα δουν να τους παίζω τον φακό. Η αντίδραση του συνομιλητή για το σημείο που βρίσκομαι –ένα μακρύ επιφώνημα που εξέφραζε κάτι μεταξύ έκπληξης και δυσαρέσκειας– ήταν το πρώτο πλήγμα στην ψυχολογία μου.
Σύντομα ακολούθησαν δύο ακόμα τηλεφωνήματα να παίξω πάλι τον φακό. Η ώρα ήταν περίπου 7 το απόγευμα, αλλά –παρ’ ότι καλοκαίρι– η βαριά συννεφιά βοηθάει να φανεί το φως του φακού.
Πλέον έχει περάσει περίπου μιάμιση ώρα από τη στιγμή που έπεσα, ίσως λίγο περισσότερο. Η καταιγίδα έχει φύγει από πάνω μου και το εξαιρετικό νέο είναι ότι δεν με χτύπησε κεραυνός. Έχω πάθει υποθερμία και τρέμω σαν κομπρεσέρ, το πόδι έχει κρυώσει και πλέον πονάει αρκετά (το παπούτσι το έχω βγάλει προ πολλού), αλλά θεωρώ ότι τα χειρότερα έχουν περάσει. Φαντάζομαι ότι οι διασώστες θα εμφανιστούν από στιγμή σε στιγμή.
Νέο τηλέφωνο, ρωτάω πού βρίσκονται. Μου λέει ότι μετράνε το αζιμούθιο(!) και ότι ξεκινάνε σε λίγο. Δεύτερο χτύπημα στην ψυχολογία μου. Ναι βρίσκομαι εκτός μονοπατιού, ναι το μέρος είναι κάπως κακοτράχαλο, αλλά όπως και να ’χει βρίσκομαι στους πρόποδες ενός μάλλον πολύ εύκολα προσβάσιμου βουνού σε ένα σημείο που, όπως είδα αργότερα, σε ευθεία γραμμή απέχει μόλις 230 μέτρα από τον κοντινότερο χωματόδρομο. Δεν καταλαβαίνω τι κάνουν και γιατί δεν βρίσκονται ήδη εδώ.
Βλέπω να καταφτάνει και ασθενοφόρο. Λέω στον συνομιλητή πως από ό,τι καταλαβαίνω έχουμε τουλάχιστον δύο ώρες μέχρι να με κατεβάσουν κάτω. Ίσως είναι καλή ιδέα να αποδεσμεύσουν το ασθενοφόρο, δεν υπάρχει λόγος να με περιμένει τόση ώρα. «Τι δύο ώρες ρε φιλαράκι; Καταλαβαίνεις τι λες;» Ο τύπος μού λέει περιφραστικά και όχι πολύ κομψά «Ετοιμάσου να περάσεις το βράδυ στο βουνό». Ή τουλάχιστον αυτό κατάλαβα εγώ. Νιώθω την ψυχολογική αλλαγή πάνω μου. Απελπισία, είναι η κατάλληλη λέξη. Αναρωτιέμαι γιατί έχουν αργήσει τόσο πολύ και γιατί θα καθυστερήσουμε όσο με προϊδεάζουν. Ίσως υπάρχει κάποιο πρόβλημα και δεν μου το λένε. Μήπως δεν έχουν άτομα; Πόση ώρα θα κάνουν δηλαδή να έρθουν; Σκέφτομαι ότι σερνόμενος θα είχα καλύψει ήδη ένα μεγάλο μέρος της διαδρομής. Σκέφτομαι ότι πρέπει να βρω κάποιο μακρύ ξύλο, αν τύχει και με πλησιάσει αγριογούρουνο ή λύκος το βράδυ ενώ είμαι σε αυτή την κατάσταση θα έχω πρόβλημα. Σκέφτομαι ότι έχω κάνει πολύ λάθος που δεν έχω πάρει τηλέφωνο από την αρχή έναν φίλο που κάνουμε περιστασιακές εξορμήσεις μαζί, να βρει μια πατερίτσα και να έρθει να με πάρει σηκωτό. Έχω ένα πόδι και δύο ώμους: σε μία, δύο, τρεις το πολύ ώρες θα είχαμε φτάσει κάτω.
Νέο τηλέφωνο λίγα λεπτά μετά, αυτή τη φορά με τον διοικητή. Με ρώτησε για την κατάστασή μου. Θυμάμαι επίσης ότι προσπάθησε να είναι καθησυχαστικός. Εγώ πλέον έχω ένταση, το καταλαβαίνω και προσπαθώ να το κρύψω. Του λέω ότι αν για κάποιον λόγο δεν μπορεί να με προσεγγίσει η ομάδα, ας στείλει ένα δύο άτομα με πατερίτσες. Μου λέει ότι έχουν ήδη ξεκινήσει την ανάβαση και ενώ ο διάλογός μας έχει ολοκληρωθεί, η γραμμή παραμένει ανοιχτή και τον ακούω να λέει στους άλλους «Λέει ότι μπορεί να κατέβει με πατερίτσες, καλά είναι!». Κι όμως, δεν είμαι καθόλου καλά: έχουν περάσει περίπου δυόμιση ώρες από τη στιγμή του ατυχήματος. Έχω σπασμένο χέρι, σπασμένο πόδι, υποθερμία, έναν έντονο εκνευρισμό που ξέρω πως είναι ό,τι χειρότερο αυτή τη στιγμή και προσπαθώ να τον καταστείλω, ενώ επίσης έχω αφυδατωθεί και η ιδέα να περάσω το βράδυ στο βουνό σε αυτή την κατάσταση μου φαίνεται εξαιρετικά δυσάρεστη. Από τη στιγμή όμως που έχω ένα καλό πόδι και δύο λειτουργικούς ώμους, προτιμώ να περάσω τις επόμενες ώρες αγκομαχώντας να κατέβω κάτω, παρά να κάτσω εκεί να περιμένω το τίποτα – αυτή ήταν η σκέψη μου.
Περίπου μισή ώρα αργότερα με έφτασε ο πρώτος διασώστης, ένα παιδί με πολύ καλή φυσική κατάσταση που είχε φύγει μπροστά από τους άλλους, και κάπου εκεί τα πράγματα μπήκαν σε μια σειρά για μένα. Από ό,τι μου είπε, χρειάστηκε περίπου 25 λεπτά για να με φτάσει από τη στιγμή που ξεκίνησε. Σύντομα κατέφτασαν και οι υπόλοιποι και λίγο αργότερα ξεκινήσαμε την κατάβαση με εμένα πάνω στο φορείο. Να πω εδώ πως όσο προβληματική ήταν η οργάνωση μέχρι αυτό το σημείο, κατ’ αντίστροφη αναλογία τόσο επαγγελματική ήταν η διάσωση καθαυτή. Μία ώρα και δέκα λεπτά μετά ευχαριστούσα πολύ τα παιδιά που με κουβάλησαν και ανέβαινα στο φορείο του ασθενοφόρου. Τους ευχαριστώ εκ νέου από καρδιάς. Σε αυτό το σημείο η ολιγόωρη ταλαιπωρία μου στο βουνό τελειώνει, αλλά οι εντυπώσεις παραμένουν.
Παρατήρηση πρώτη και μάλλον σημαντικότερη: Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι υπήρχε κεντρικός συντονισμός κατά την οργάνωση της διάσωσης. Εάν υπήρχε, στο μεγαλύτερο μέρος του δεν λειτούργησε καθόλου καλά. Να αναφέρω εδώ πως στην επιχείρηση συμμετείχε η τοπική πυροσβεστική υπηρεσία, εθελοντές δασοπυροσβέστες της περιοχής και, αν κατάλαβα καλά, κάποιοι ακόμα πυροσβέστες άλλου νομού που τυχαία περνούσαν από κει και έλαβαν σήμα. Έχω την εντύπωση ότι συνολικά πρέπει να μίλησα με τουλάχιστον 3-4 διαφορετικά άτομα. Σε κάθε περίπτωση βρίσκω εξαιρετικά προβληματικό το γεγονός ότι μου ζητήθηκε κατ’ επανάληψη να στείλω το στίγμα μου και τελικά με βρήκαν επειδή είχα πάνω μου φακό. Επίσης πραγματικά δεν καταλαβαίνω την ανάγκη να χαραχτεί πορεία με… αζιμούθια, για μία τόσο μικρή και εύκολη διαδρομή.
Παρατήρηση δεύτερη: Θεωρώ ότι ήταν πολύ κακή ιδέα να υποχρεωθώ να απαντάω σε κλήσεις ενώ η καταιγίδα μαινόταν. Από την άλλη, πιστεύω ότι ήταν καταπληκτική ιδέα που πριν από λίγους μήνες είχα πάρει νέο κινητό με κάποια αντοχή σε χτυπήματα και σε νερό. (Για όποιον ενδιαφέρεται, πρόκειται για το Motorola Edge 40 Neo, μια αρκετά οικονομική refurbished αγορά). Μια συσκευή χωρίς προδιαγραφές αντοχής στο νερό δεν νομίζω ότι θα είχε αντέξει περισσότερα από μερικά λεπτά μέσα στην καταιγίδα και έπειτα η μόνη δυνατότητα επικοινωνίας από μεριάς μου θα περιοριζόταν σε εξουθενωτικές φωνές και στα οπτικά σήματα του φακού. Το κινητό επίσης επιβίωσε της αρχικής πτώσης στην τσέπη μου με μια ωραία γρατζουνιά στο πίσω μέρος ως ενθύμιο από το χτύπημα σε έναν βράχο, που κατά τ’ άλλα έσκισε πολύ άνετα τη χοντρή cargo βερμούδα Molecule και μαζί με αυτή και τον μηρό μου.
Παρατήρηση τρίτη: Μεταξύ σοβαρού και αστείου με έμφαση στο σοβαρό σκέλος, καλό είναι να υπάρχει ένα στοιχειώδες τακτ, ας το πούμε έτσι, στα άσχημα πράγματα που πρέπει να ακούει ο εκάστοτε τραυματίας που περιμένει να διασωθεί. Αυτό το «Ποιες δύο ώρες ρε φιλαράκι; Καταλαβαίνεις τι λες;», αν σε εμένα προκάλεσε απελπισία σε κάποιον άλλον θα μπορούσε να προκαλέσει πανικό. (Για την ιστορία, από εκείνη τη στιγμή η ομάδα διάσωσης τελικά χρειάστηκε λίγα μόνο λεπτά παραπάνω από δύο ώρες για να με κατεβάσει κάτω, όπως είχα υπολογίσει εγώ εξαρχής. Ήταν, δηλαδή, λάθος και η εκτίμηση της κατάστασης συνολικά από μέρους του συνομιλητή.) Αντιστοίχως, νομίζω ότι είναι κάπως επιπόλαιος ο καθησυχασμός των υπόλοιπων μελών της ομάδας («Καλά είναι!») επειδή είπα ότι ως εναλλακτική προτίθεμαι να χρησιμοποιήσω πατερίτσες. Το ότι εγώ προσπαθώ να παίξω τον ρόλο μου ως τραυματίας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο –με διατήρηση ψυχραιμίας και χαμηλούς τόνους, χωρίς να γκρινιάζω για το πόσο πονάω, πόσο κρυώνω ή γιατί αργούν τόσο πολύ– για να μη δημιουργήσω ένταση, δεν σημαίνει ότι είμαι καλά. Εξάλλου είναι αυτονόητο ότι η αδρεναλίνη μου είχε χτυπήσει κόκκινο, ενώ σε τέτοια ατυχήματα το ενδεχόμενο εσωτερικής αιμορραγίας δεν είναι καθόλου αμελητέο.
Και μία τελευταία παρατήρηση που αφορά εμένα, που ίσως κάποιοι τη βρουν χρήσιμη: Έχω την κακή συνήθεια να μην πίνω πολύ νερό. Σε συνδυασμό με το ότι προσπαθώ να είμαι όσο πιο ελαφρύς γίνεται, στις συνηθισμένες ολιγόωρες εξορμήσεις αρκούμαι στο αγαπημένο μου παγούρι των 750 ml. Εκείνη τη μέρα από μία τυχαία συγκυρία βρέθηκα με ένα επιπλέον λίτρο νερό πάνω μου. Μέσα στην πρώτη ώρα της αναμονής ήπια όλο το νερό που μου είχε απομείνει (περισσότερο από ένα λίτρο) και λίγο ακόμα που μάζεψα από τη βροχή, κι όμως συνέχισα να διψάω πολύ. Έπαθα μάλιστα και μια επίμονη κράμπα την ώρα που κατέφτασαν οι διασώστες. Εφεξής λοιπόν στον εξοπλισμό «για παν ενδεχόμενο» προστίθεται και περισσότερο νερό.
Ξανά, τονίζω ότι το παρόν κείμενο δεν γράφτηκε με την παραμικρή διάθεση να υποτιμήσει ή να προσβάλει το έργο των σωστικών συνεργείων, τα οποία είναι γνωστό ότι ανταποκρίνονται στο καθήκον τους υπό εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες και σε καθεστώς απαξίωσης από τις κρατικές αρχές. Όποια κριτική άσκησα πρέπει να ληφθεί εξολοκλήρου ως καλοπροαίρετη.
Υ.Γ.: Δεν υπάρχει λόγος να αναπαραχθούν σχόλια για το γεγονός ότι ήμουνα μόνος μου. Είναι μία επιλογή που κάνουμε πολλοί, γιατί διαφορετικά δεν θα πηγαίναμε ποτέ στο βουνό. Αυτό που προσωπικά συνηθίζω να κάνω είναι να ενημερώνω πάντα ένα άτομο για την πορεία που θα ακολουθήσω, τόσο εξαρχής πριν ξεκινήσω όσο και εκ νέου όταν παίρνω τον δρόμο της επιστροφής, αναφέροντας υπολογιζόμενη ώρα άφιξης, και η συζήτηση περί επικινδυνότητας των μοναχικών εξορμήσεων για εμένα τελειώνει εκεί.


















