Ήταν μια λαμπερή, κρύα μέρα του Απρίλη. Ο Boris και ο Michel έφτασαν την τελευταία σχοινιά κι ένιωθαν στο πρόσωπό τους το άγγιγμα του δυτικού ανέμου από τον οποίο ήταν προφυλαγμένοι όσο σκαρφάλωναν· θα είχε καταιγιστικό αέρα στην κορυφή.

Αν ο Frederic είχε καταφέρει να κάνει αυτό που είχαν κανονίσει και είχε έρθει με ένα πρόχειρο γεύμα, θα ήταν πολύ πιο υγιεινό, με όλη τη σημασία της λέξης, να βρεθούν εκεί στο σφοδρό άνεμο.
Ο Boris έφτασε στο τελευταίο ρελέ και ασφάλισε τον Michel, ο οποίος ανέβηκε γρήγορα, σκαρφαλώνοντας ρυθμικά κι επιδέξια, όπως είχε κάνει σε όλη τη διαδρομή. Ξεπρόβαλαν μαζί στο πλάτωμα της κορφής, όπου ο αέρας ήταν αρκετός ώστε να τους κάνει να τρεκλίζουν ελαφρώς. Και για καλή τους τύχη, πράγματι βρισκόταν εκεί ο Frederic, μ’ ένα πλατύ χαμόγελο κάτω από τα πυκνά λευκά μαλλιά του. Όλοι τους καταλάβαιναν ότι έκαναν κάτι επικίνδυνο, όμως ήταν επιλογή τους, και σε κάθε περίπτωση ο Boris και ο Michel ήταν αποφασισμένοι να μάθουν πώς ήταν η αναρρίχηση τον παλιό καιρό: ο Frederic πρέπει να ήταν ο μόνος άνθρωπος εν ζωή που θυμόταν ακόμα κάτι, εκτός φυσικά από τις Υψηλές Αρχές – και δεν είχε νόημα να περιμένουν πληροφορίες από αυτές.

Κι αυτά που είχε να πει ο Frederic ήταν πιο εκπληκτικά από οτιδήποτε θα μπορούσαν ποτέ να φανταστούν. Πίσω στην προ-βιομηχανική εποχή της αναρρίχησης ήταν γύρω στα διακόσια χρόνια που δεν υπήρχε τίποτα παρά μόνο πράσινες κοιλάδες, λιβάδια και δάση κωνοφόρων, ξύλινα σπίτια και ορμητικά ρέματα – όπως και άγρια και άδεια βουνά, τα οποία τα θεωρούσαν αρχικά καταραμένα και σύντομα τα εξερεύνησαν και τα κατέκτησαν σθεναροί ατομικιστές: κανένας μελλοντικός σχεδιασμός, καθόλου οργάνωση, μόνο φαντασία κι ενθουσιασμός. Κανείς, ούτε καν ο Frederic, δεν γνώριζε πολλά γι’ αυτή την περίοδο: ήταν χαμένη στην αυγή του χρόνου.

Ήταν γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1960, όταν κάποιες από τις πιο διορατικές αρχές είχαν αρχίσει να επιβάλλουν την πολύ αναγκαία τάξη επί της αναρχίας και του εγωισμού. Οι πρώτοι αναρριχητικοί αγώνες οργανώθηκαν στην Κριμαία και τη Γεωργία, σε προκαθορισμένες διαδρομές όπου οι βαθμοί μοιράζονταν ανάμεσα στην ταχύτητα και το στιλ. Σταδιακά όλη η Ευρώπη υιοθέτησε αυτό το ευχάριστα ομοιόμορφο σύστημα. Οι Αγγλο-Αμερικανοί άντεξαν πιο πολύ από τους περισσότερους όσον αφορά αυτό που επέμεναν να αποκαλούν καθαρολογία, όμως ύστερα από ένα διάστημα, καθώς τους πρόλαβαν τα γεγονότα, δεν είχαν εναλλακτική παρά να υποκλιθούν εμπρός στο νέο αλπικό κώδικα συμπεριφοράς.

Η γαλλική κυβέρνηση ήταν εκείνη που είχε πρώτη τη λαμπρή ιδέα για τις άδειες αναρρίχησης, τόσο σύνθετες τεχνικά, ώστε ήταν είκοσι χρόνια μπροστά από την εποχή τους. Πήραν τη μορφή πλαστικών καρτών που η καθεμιά είχε αποτυπωμένο το γονιδιακό αποτύπωμα του κατόχου της: ο μηχανισμός αποσυμπλοκής στη βάση κάθε διαδρομής μπορούσε να ενεργοποιηθεί μόνο με την εισαγωγή της κάρτας και μιας σταγόνας από το αίμα του κατόχου της. Η άδεια ταξινομούσε τις αναρριχητικές διαδρομές σε είκοσι τέσσερις διαφορετικές κατηγορίες, που η καθεμιά τους είχε υποδιαιρέσεις ανάλογα με την ακριβή τεχνική που απαιτούνταν. Τα τεστ αξιολόγησης ήταν αυστηρά, κι εκεί που στις επίσημες αργίες, για παράδειγμα, συγκεκριμένες διαδρομές είχαν συνωστισμό παλιότερα, τώρα ήταν σχεδόν εγκαταλελειμμένες. Πολύ λίγοι αναρριχητές προσπαθούσαν να καταπατήσουν τους κανονισμούς: τα ελικόπτερα της αστυνομίας είχαν διαταγές να πυροβολούν όποιον εναντιωνόταν στο σύστημα, κι έπαιρναν τις διαταγές τους στα σοβαρά. Όταν τελικά εγκαινιάστηκε ο θεσμός των διεθνών αναρριχητικών αδειών, τα πράγματα έμοιαζαν ευοίωνα για το μέλλον.

Δυστυχώς, αυτή η ευτυχής κατάσταση των πραγμάτων περιπλέχθηκε με μια νέα, παράλληλη πολιτική στρατολόγησης από τις μάζες. Οι κυβερνήσεις «κοσκίνιζαν» τους πληθυσμούς τους για ιδιαίτερα ικανούς υποψηφίους, κι ύστερα τους ανάγκαζαν να αναπτύσσουν τα χαρίσματά τους στο έπακρο. Σύντομα οι διαδρομές γνώρισαν ξανά συνωστισμό, και συγκροτήθηκαν εξεταστικές επιτροπές για να αναζητήσουν μια οδό εξέλιξης.

Αυτή περίπου την εποχή έγιναν μόδα τα προγράμματα επιλεκτικής γονιμοποίησης. Όπως η Εταιρεία Κυνοτρόφων, η Εταιρεία Εκτροφής Αναρριχητών έψαχνε για διασταυρώσεις, δηλαδή αρσενικά και θηλυκά που ήταν πιθανό ότι θα παρήγαν τα καλύτερα δυνατά δείγματα αναρριχητών. Ένα μόνο πρόβλημα υπήρχε: κάθε χειροπιαστό αποτέλεσμα θα φαινόταν μακροπρόθεσμα, κι έπρεπε να παρέλθουν τουλάχιστον κάποιες γενιές πριν μπορέσει να αποτιμηθεί η επιτυχία ή η αποτυχία του σχεδίου.

Εν αναμονή της χρυσής εποχής, η αναρρίχηση συνεχιζόταν λίγο-πολύ όπως πριν. Κάποιες από τις παραλλαγές αυτής της περιόδου ήταν αξιομνημόνευτες, ακόμα κι αν κάποιες φορές ήταν βραχύβιες και μόνο σημειώσεις, τελικά, στη συνολική ιστορία της αναρρίχησης. Υπήρξε, για παράδειγμα, το Ζήτημα των Πρώτων Αναβάσεων.

Οι αναρριχητές ήταν τόσο απογοητευμένοι από την έλλειψη πιθανών νέων διαδρομών, ώστε, όσο απίθανο κι αν ακούγεται, είχαν αποκτήσει άδεια να δυναμιτίσουν κάποιες από τις κλασικές διαδρομές, ώστε να δημιουργήσουν νέες γραμμές. Η κοινή γνώμη ήταν στην αρχή επιεικής – θορυβήθηκε μόνο όταν φάνηκε ότι αυτές οι νέες μέθοδοι συρρίκνωναν τις κορυφές με τρομακτικό ρυθμό… Όμως τα αποτελέσματα υπήρξαν πάρα πολύ ικανοποιητικά: καταγράφτηκαν, ούτε λίγο ούτε πολύ, είκοσι εννέα πρώτες αναβάσεις της Νότιας Ορθοπλαγιάς του Dibona, η καθεμιά πλήρως αποδεκτή ακόμα και από τον πιο απαιτητικό καθαρολόγο, κι ήταν μεγάλο κρίμα το γεγονός ότι, ακριβώς τη στιγμή που ετοιμάζονταν οι δυναμίτες για την τριακοστή πρώτη ανάβαση, ολόκληρη η Βελόνα σωριάστηκε σε θρύψαλα.
Αυτό το περιστατικό ωστόσο ενέπνευσε μια αρκετά διαφορετική δραστηριότητα: το Ζήτημα των Τελευταίων Αναβάσεων. Αυτή έφερε όλες τις σφραγίδες της αληθινής αυθεντικότητας και απαιτούσε τη μέγιστη τεχνική επάρκεια από όλους τους συμμετέχοντες. Ο βράχος είχε προ-τοποθετημένο δυναμίτη και το ζητούμενο ήταν ποιος θα κατάφερνε να τον πυροδοτήσει τελευταίος, να πραγματοποιήσει την «Τελευταία Ανάβαση» και να φύγει από τη διαδρομή προτού αυτή τυλιχτεί στον καπνό. Ήταν μια διασκεδαστική δραστηριότητα για όποιον αναζητούσε συγκινήσεις, κι είχε εξαιρετική επιτυχία στη νεότερη γενιά αναρριχητών. Όμως ήταν βαριές οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές και διαθέσιμο βράχο, και τελικά αναγκάστηκαν να απαγορευτούν τόσο το Ζήτημα των Πρώτων Αναβάσεων όσο και αυτό των Τελευταίων Αναβάσεων.

Και το Ζήτημα των Ρομπότ-Οδηγών χαρακτήρισε μια σημαντική περίοδο. Η Ομοσπονδία Οδηγών Βουνού, συνειδητοποιώντας ότι τα περισσότερα μέλη της είχαν περάσει τις μέρες τους πραγματοποιώντας ένα περιορισμένο ρεπερτόριο διαδρομών ουσιαστικά με αυτόματο πιλότο, αποφάσισε να επενδύσει σε μεγάλο βαθμό σε κυβερνoτεχνολογίες. Είχε κατασκευαστεί ένα Ρομπότ-Οδηγός το οποίο έμοιαζε λίγο-πολύ σαν πραγματικός οδηγός, με δύο χέρια, δύο πόδια και κεφάλι, όλα από ανοξείδωτο ατσάλι και ειδικά ενισχυμένα ώστε να αντέχουν στις λιθοπτώσεις. Το έμβλημα της Ομοσπονδίας είχε επισμαλτωθεί σε χρώματα πολύτιμων λίθων στο στήθος του, και στην περιοχή περίπου όπου θα βρισκόταν ο αφαλός του υπήρχε ένα εκτεινόμενο σχοινί, το οποίο ξετυλιγόταν και ξανατυλιγόταν ανάλογα με τις ανάγκες. Φυσικά δεν υπήρχε διαθέσιμο ένα Ρομπότ-Οδηγός για κάθε δυνατή διαδρομή: ακόμα και για τον προγραμματισμό του για περιορισμένο ρεπερτόριο είχε χρειαστεί να του εγκαταστήσουν μια σειρά από πολύ σύνθετες ακολουθίες κινήσεων. Υπό κανονικές συνθήκες κάθε αλπινιστικό κέντρο θα είχε Ρομπότ-Οδηγούς για τέσσερις-πέντε μόνο διαδρομές, ενώ χρειάστηκε κάποιος χρόνος προτού, για παράδειγμα, η Ομοσπονδία των Οδηγών του Zermatt αποκτήσει ένα πρόγραμμα για τα 1200 μέτρα της κόψης Hörnli στο Matterhorn. Πράγματι, για πολλά χρόνια αυτή εκπροσωπούσε το αποκορύφωμα στα επιτεύγματα προγραμματισμού. Στο Chamonix, τα Charlet 1, 2, 3, 4 και 5, τα Balmat και Payot (όλα παρόμοια αριθμημένα) ήταν γενικά προγραμματισμένα για τη Βόρεια-Βορειοανατολική Κόψη του Matterhorn, τη διαδρομή Couzy, την Κόψη Papillons, τη διαδρομή Rebuffat στην Aiguille du Midi, την Arete des Cosmiques και την Pyramide du Tacul.

Σε κάθε ρελέ το Ρομπότ-Οδηγός στύλωνε γερά τα ατσάλινα πόδια του μέσα στις χοντρές λαστιχένιες μπότες του και μάζευε τα μπόσικα όπως έπρεπε. Ο αξιοθαύμαστος βαθμός μηχανικής επιτήδευσης που ήταν χαρακτηριστική του Chamonix, είχε ως αποτέλεσμα την κατασκευή ακόμα και Ρομπότ-Οδηγών τα οποία μπορούσαν να προσδίδουν αποχρώσεις στο λόγο τους με μια μικρή επιλογή φράσεων τις κατάλληλες στιγμές. Αυτές κυμαίνονταν από γενικά σχόλια για τον καιρό:
«Τσουχτερό κρύο σήμερα! Καλύτερα να συνεχίσουμε…»
Ή (σε θύελλα 7 μποφόρ):
«Σταμάτα να κλαψουρίζεις… Απλά απόλαυσε το φρέσκο αέρα!»
Μέχρι βοηθητικές προτάσεις κατά την αναρρίχηση:
«Είναι λίγο φοβιστικά εκεί, πρόσεχε!»
«Έλα! Σ’ έχω! Θα μπορούσα να κρατήσω και ελέφαντα!»
«Μην ανησυχείς… Απλώς σκαρφάλωνε!»
«Θα σου δείξω πώς να βάλεις μπρος τον κώλο σου!»
«Έχεις σκοπό να κάνεις μπιβουάκ, αργοκίνητο καράβι;!»
«Γύρνα στη διαδρομή, για όνομα του θεού!»
Που σταθερά τελείωναν στην κορυφή με την έκφραση:
«Έφτασες!… Πλάκα δεν είχε;»

Τα Ρομπότ-Οδηγοί ήταν εξαιρετικά δημοφιλή, όμως δύο βασικά σφάλματα έφεραν το τέλος τους. Το πρώτο ήταν έμμεσο: ένας εκπληκτικά μεγάλος αριθμός των πελατισσών τους τα ερωτεύονταν παράφορα, καθώς έβρισκαν τις κουβέντες τους ασυνήθιστα ευγενικές και υπομονετικές σε σύγκριση με εκείνες των οδηγών από σάρκα και οστά με τους οποίους έρχονταν συνήθως σε επαφή. Δυστυχώς τα Ρομπότ-Οδηγοί δεν προγραμματίστηκαν ποτέ για συναισθηματική ανταπόκριση, και τα πράγματα περιπλέχτηκαν πολύ: ένα σημαντικό ποσοστό των πελατισσών έφτασαν στο σημείο να εγκαταλείψουν κάθε σκέψη για αναρρίχηση στο συγκρότημα του Mont Blanc.

Η άλλη αδυναμία ήταν ενσωματωμένη και καθοριστικής σημασίας. Το Ravanel 14, έχοντας προγραμματιστεί εκείνη τη μέρα για τη διαδρομή Rebuffat στην Aiguille du Midi, άλλαξε ξαφνικά πορεία στα μισά της διαδρομής και κινήθηκε προς την κόψη Papillons. Στο ατύχημα που ακολούθησε τραυματίστηκαν σοβαρά τρία Ρομπότ-Οδηγοί και πέντε πελάτες. Όταν πληροφορήθηκε τα νέα ο υπουργός Ορειβασίας, απλώς εξέδωσε ένα διάταγμα που απαγόρευε κάθε μηχανική βοήθεια αυτού του είδους – και με μεγάλη του ικανοποίηση, καθώς μια γυναίκα τον είχε εγκαταλείψει πρόσφατα για ένα Ρομπότ…

Ακολούθησε η Οικολογική Περίοδος, σύντομη αλλά δρακόντια όσο διήρκεσε, η οποία ξεκίνησε με την εκλογή ενός «Πράσινου» μέλους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Κοινοποιήθηκε αμέσως ένας νόμος ο οποίος απαγόρευε το σκι, εκτός αν ο σκιέρ έσερνε πίσω του μια συσκευή που εξάλειφε τα ίχνη του, έτσι ώστε κάθε σκιέρ να μπορεί να χαίρεται το δικαίωμα να κάνει σκι σε απάτητες πούδρες. Η συσκευή ήταν ακριβή και βαριά, με αποτέλεσμα σύντομα το σκι να είναι δυνατό μόνο σε τεχνητές πλαγιές… Όσον αφορά την αναρρίχηση, η περίοδος των δυναμιτών είχε ξεχαστεί. Η οικολογική εφευρετικότητα έφτασε στα άκρα. Μόνο αυστηρά φυσικές μέθοδοι επιτρέπονταν. Όχι καρφιά, όχι καρύδια: έμφαση δόθηκε στο σύστημα Joe Brown, το οποίο δεν επέτρεπε τίποτα περισσότερο από το να σφηνώνονται μικρά χαλίκια στις σχισμές. Προοδευτικά εξαλειφόταν ολοένα και περισσότερο η μοντέρνα παραποίηση της αναρρίχησης: όχι σχοινιά, στη συνέχεια όχι κραμπόν ή πιολέ, ύστερα όχι μπότες ή κάλτσες… Κανείς δεν ξέρει πού θα είχαν φτάσει τα πράγματα. αν δεν είχε πεθάνει το Πράσινο Μέλος πρόωρα από μια ασθένεια που σχετιζόταν με το κάπνισμα.

Διαβάστε ακόμα:  8άρες τέλος για το Denis Urubko!

Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από το λυπηρό αυτό γεγονός, όταν εξελίχτηκε ένα νέο εγχείρημα, καρπός χρόνων εντατικής και υπομονετικής έρευνας. Για πολλά χρόνια έμοιαζε η τελευταία λέξη στο οργανωμένο σκαρφάλωμα. Η απαιτούμενη επένδυση σε υλικά έφτανε σε εκπληκτικά επίπεδα, όμως τα αποτελέσματα άξιζαν τη δαπάνη. Επιλέχτηκαν δυο χιλιάδες διαδρομές σε κάθε ορεινό όγκο, και ανά μαθηματικά υπολογισμένα διαστήματα κάθε διαδρομή εξοπλιζόταν με θερμο-ευαίσθητους αισθητήρες συνδεδεμένους μ’ έναν κεντρικό υπολογιστή και ικανούς να ανιχνεύουν τις μεταβολές των καιρικών συνθηκών ή, πιο σημαντικό, κάθε περαστικό αναρριχητή. Σε κάθε αναρριχητή δίνονταν ακουστικά και μια ατομική ζώνη συχνοτήτων, και στη συνέχεια καθοδηγούνταν λεπτομερώς όσον αφορά τη διαδρομή που θα ακολουθούσε: «Σχοινοσυντροφιά 13, διαδρομή 1619: κόψε ταχύτητα, η σχοινοσυντροφιά 12 είναι σε σαθρό πάγο και υπάρχει κίνδυνος να ρίξει κάτω πέτρες. Περίμενε μέχρι να βγουν από κει. Προχώρησε στο πατάρι εφτά μέτρα αριστερά, επαναλαμβάνω, εφτά μέτρα αριστερά, και κάνε διάλειμμα...» «Σχοινοσυντροφιά 12, κινήσου πιο γρήγορα, καθυστερείς τις σχοινοσυντροφιές 13 με 18. Συνέχισε, είσαι μόλις 374 μέτρα από την κορυφή όπου είναι προγραμματισμένο να φτάσεις ακριβώς στις 11.43...» «Σχοινοσυντροφιά 13, μην αφήσεις το πατάρι και παρακαλώ σημείωσε ότι δεν έχει χαρακτηριστεί ως άνετη περιοχή…» «Σχοινοσυντροφιά 5, μπαίνεις στις στενές σχισμές – υπάρχει ακόμα κίνδυνος για verglas. Είσαι δυο λεπτά μπροστά από το καθορισμένο χρονοδιάγραμμα των σχοινιών, συγχαρητήρια». «Σχοινοσυντροφιά 13, έχεις πέντε λεπτά να ετοιμαστείς για εκκίνηση από το δίεδρο στα δεξιά σου, επαναλαμβάνω στα δεξιά σου…» «Προσοχή όλες οι σχοινοσυντροφιές: η θερμοκρασία στην ορθοπλαγιά πέφτει, κίνδυνος χιονόπτωσης γύρω στις 13.30. Επαναλαμβάνω..

Το σύστημα δούλευε άριστα. Κάθε μέρα, χωρίς προβλήματα εύρεσης της διαδρομής, χωρίς αναμονή στο crux, χωρίς καθυστερήσεις, χωρίς ένταση, και συνοδευόμενοι σε κάθε βήμα της διαδρομής από εκείνη την καθησυχαστική ανθρώπινη φωνή, χιλιάδες σχοινοσυντροφιές προχωρούσαν με απόλυτη ασφάλεια, γνωρίζοντας ότι θα ενημερώνονταν για κάθε επερχόμενη μεταβολή του καιρού, κάθε πιθανό κίνδυνο, κάθε λάθος που μπορεί να είχαν κάνει – αργότερα κατέστη δυνατή ακόμα και η εγκατάσταση αισθητήρων ήχου οι οποίοι προειδοποιούσαν για λιθοπτώσεις. Στις καλύτερα εξοπλισμένες και πιο διάσημες διαδρομές έγιναν ακόμα μεγαλύτερες τελειοποιήσεις: με την εισαγωγή ενός κέρματος σε μια σχισμή σε συγκεκριμένα πατάρια έπαιρνε κανείς μια κούπα τσάι, υγρομάντιλα ή ένα φιλμ – ή, ακόμα καλύτερα, το δικαίωμα χρήσης για μισή ώρα ενός καρφιού για ρελέ. Η αλπινιστική ζωή μεταμορφώθηκε.

Η χειρότερη καταστροφή όμως στην ιστορία του αλπινισμού συνέβη στις 3 Αυγούστου 2052. Ο υπολογιστής χάλασε. Αυτό ήταν θεωρητικά αδύνατο, όμως ακόμα κι ένα τόσο περίτεχνο σύστημα δεν μπόρεσε να απορροφήσει μια σειρά από προβλήματα τα οποία, συμπτωματικά, συνέβησαν όλα ταυτόχρονα. Η κεντρική σύνδεση με τον υπολογιστή είχε δύο εφεδρικά συστήματα, και τα δυο όσο αξιόπιστα μπορούσε να τα κάνει η τεχνολογία. Όμως εξαιτίας ενός ατυχέστατου συνδυασμού περιστάσεων, τη στιγμή ακριβώς που το κύριο σύστημα είχε τεθεί εκτός λειτουργίας για συντήρηση, το δεύτερο παρατήρησε ασυνήθιστες παλινδρομήσεις της θερμοκρασίας στον αισθητήρα 122674 (είχε κάποια σχέση με ακατονόμαστες δραστηριότητες των καλιακούδων στη Βόρεια Ορθοπλαγιά…). Το δεύτερο εφεδρικό σύστημα έψαχνε ακόμα στη μνήμη του για να εξηγήσει αυτή την απρόβλεπτη κατάσταση, έτσι ώστε το τρίτο σύστημα λειτουργούσε τελικά μόνο του, όταν ένας νεαρός αναρριχητής ξεκίνησε μια σχοινιά με πρώτα τα πόδια – κάποιου είδους ηλίθιο στοίχημα. Μια τέτοια πιθανότητα δεν είχε προβλεφθεί ποτέ στο στάδιο σχεδιασμού του συστήματος, και προκάλεσε ένα σφάλμα στο λογισμικό. Αυτό, με τη σειρά του, ανιχνεύτηκε από την επισύνδεση, η οποία έκανε μια μάταια απόπειρα να μεταφέρει τον έλεγχο από το σύστημα 3 στο σύστημα 2, όμως αυτό πάλι δεν επιτρεπόταν από τις προδιαγραφές, κι έτσι υπήρξε άμεσος τερματισμός λειτουργίας του, καταστρέφοντας αρκετά megabytes μνήμης. Με λίγα λόγια, τα πάντα τινάχτηκαν στον αέρα…

Όταν με φρενήρεις προσπάθειες αποκαταστάθηκε η λειτουργία, αποκαλύφθηκε ότι είχαν επέλθει 829 θάνατοι και υπήρχε ανυπολόγιστος αριθμός τραυματιών. Χαμένοι, αβοήθητοι, ψάχνοντας στα τυφλά μέσα σε μια έρημο σιωπής και κινδύνων, χιλιάδες αναρριχητές στερημένοι από το σύστημα υποστήριξής τους δεν είχαν ιδέα πώς να αναλάβουν την ευθύνη του εαυτού τους.

Αυτό ακριβώς το ατύχημα οδήγησε τις Υψηλές Αρχές (που πια είχαν στα χέρια τους τις παγκόσμιες υποθέσεις) να απαγορεύσουν την ορειβασία: από τη μια μεριά ήταν δύσκολο να παρασχεθούν ελεγχόμενες συνθήκες, και από την άλλη η ορειβασία ενθάρρυνε την ανάπτυξη ενός ατομικού πνεύματος πρωτοβουλίας που μπορούσε να αποβεί επικίνδυνο. (Εξάλλου, περισσότεροι από τους μισούς από εκείνους που είχαν εγκαταλειφθεί αβοήθητοι από την αποτυχία του συστήματος είχαν, προς έκπληξη όλων, καταφέρει να φτάσουν με ασφάλεια στην κορυφή και να γυρίσουν.) Και για να αποτραπούν οι συμπεριφορές μη συμμόρφωσης και οι πιθανόν επαναστατικές τάσεις, αποφασίστηκε να αποκρυφτεί κάθε ορειβατικό πεδίο πίσω από ημιδιαφανή φράγματα, των οποίων το συγκεχυμένο μπλε υπαινισσόταν θαλάσσιο τοπίο.

Ωστόσο ήταν απαραίτητο κάποιο υποκατάστατο: είχαν να σκεφτούν για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ευτυχώς, οι αναρριχητικοί προσομοιωτές είχαν φτάσει ένα βαθμό τελειοποίησης που πρόσφερε τεράστιες δυνατότητες. Για πολλά χρόνια χρησιμοποιούνταν μόνο για προπόνηση σε συγκεκριμένα προβλήματα: στην Knubel Crack, στη Fissure Brown στο Blaitiere, στο διαγώνιο ραπέλ της American Direct, στην πάνω σχοινιά του 40μετρου τοίχου στο Cap κ.λπ. Όμως τώρα είχε επιτευχθεί ένα επίπεδο τεχνολογίας, όπου μια διαδρομή να μπορεί να προγραμματιστεί έτσι ώστε να κινείται με μεγαλύτερη ή μικρότερη ταχύτητα ανάλογα με τις ικανότητες του αναρριχητή, και η οποία έπαιρνε το ανάλογο σχήμα καθώς κινούνταν μέσα στα σχήματα των πιασιμάτων και των κινήσεων σε κάθε σχοινιά μιας διαδρομής. Έτσι οι αναρριχητές μπορούσαν να απολαμβάνουν τις χαρές της σόλο αναρρίχησης χωρίς κανέναν από τους κινδύνους της· μπορούσαν ακόμα και να επιλέξουν τι καιρό ήθελαν να έχουν. Δεν είχαν παρά να ζητήσουν μερικές μέρες πιο νωρίς μια Walker Spur σε συνθήκες θύελλας, ένα Mustagh Tower τον Ιούνιο ή ένα Fitzroy χωρίς αέρα…

Μόνο η γενική οικονομική ύφεση χάλασε τα πράγματα, αλλιώς οι αναρριχητές θα ήταν αναμφίβολα απόλυτα ευτυχείς για πάντα με τα νέα συστήματα. Όμως οι Υψηλές Αρχές είχαν την άποψη ότι με τις ισχύουσες οικονομικές συνθήκες στοίχιζε πολύ η συντήρηση και η λειτουργία όλων αυτών των σύνθετων μηχανημάτων…

«Και τώρα γνωρίζεις γιατί, εν έτη 2084, είσαι αναγκασμένος να σκαρφαλώνεις σε κτίρια», είπε o Frederic. «Χτίζουν ουρανοξύστες με τέτοιο ρυθμό τον τελευταίο αιώνα, ώστε τουλάχιστον δεν ξεμένουμε από αυτούς. Όταν σε είδα στη Βορειοανατολική Όψη του Original Building 114, θυμήθηκα τη νιότη μου. Και υπάρχει ένα μόνο πράγμα που πραγματικά μετανιώνω: αυτό το Σχέδιο Συγκέντρωσης Μνήμης που εισήγαγαν οι Υψηλές Αρχές ώστε να εξαλειφθεί κάθε ατομική ιδιοκτησία, ακόμα και η μνήμη. Δεν ξέρω πώς κατάφερα να μη με πιάσουν τόσο καιρό. Πρέπει να τους παράπεσε κάπου ο φάκελος μνήμης μου, έτσι ώστε όταν μπαίνω στο Θάλαμο Συγκέντρωσης Μνήμης, πρέπει απλώς να παριστάνω ότι έχω ξεχάσει… Αν τους είχα πει για το λάθος, θα ήμουν έτσι κι αλλιώς ύποπτος… Ως τώρα κατάφερα να αποφύγω όλους τους αιφνιδιαστικούς ελέγχους, διαφορετικά θα είχα αποκαλυφθεί. Κι έτσι μπόρεσα να κρατήσω τις αναμνήσεις μου. Ύστερα αποφάσισα να εμπιστευτώ εσάς, και ήμουν αρκετά σίγουρος ότι σε μια παλιά διαδρομή όπως αυτή δεν θα υπήρχαν Καταγραφείς Ανατρεπτικής Μνήμης. Έτσι, όταν πήραμε επίσημη έγκριση να έρθουμε εδώ, σκέφτηκα να σας μεταβιβάσω όλα όσα γνώριζα για την ιστορία του αλπινισμού. Σ’ ένα χρόνο από τώρα, βέβαια, όλα θα ανασυρθούν από τις μνήμες σας και θα εισαχθούν στη Μονάδα Κεντρικής Μνήμης, μαζί με όλα τα άλλα..

«Κοίτα όμως», διέκοψε ο Michel, «έχω δίκιο που σκέφτομαι ότι από την άλλη πλευρά αυτού του μπλε παραπετάσματος πίσω από τους ουρανοξύστες υπάρχουν πραγματικά βουνά;»
«Πραγματικά βουνά;» αναστέναξε ο Frederic, «φίλε, κοιτάς αυτό που κάποτε ήταν η Κοιλάδα του Chamonix!»
Ο Boris ήταν χαμένος στις σκέψεις του.
«Αν μπορούσαμε μόνο να περάσουμε πίσω από αυτά τα παραπετάσματα! Εκεί θα υπήρχαν πραγματικά, ζωντανά βουνά! Μόνο για εμάς… χωρίς Υψηλές Αρχές!»
Ο Frederic κούνησε καταφατικά το κεφάλι, δείχνοντας αναποφάσιστος.
«Εγώ δεν θα το ρίσκαρα», είπε, «είμαι πια πολύ μεγάλος. Και είναι καθαρά ζήτημα τύχης που δεν αποστράγγιξαν τη μνήμη μου. Εσείς όμως, φίλοι… ποιος ξέρει; Ωστόσο, ελάτε, καλύτερα να κατέβουμε. Θα φανεί ύποπτο αν περάσουμε πολύ χρόνο σκαρφαλωμένοι σ’ αυτό το πατάρι».
Τοποθέτησε το κουτί με τα τρόφιμα πίσω στο σακίδιό του και κάνοντας αυτό έριξε το μπουκάλι του με το νερό. Αυτό αναπήδησε πάνω στην πλαστική επένδυση του τσιμέντου, κι ένας μικρός μαύρος δίσκος γλίστρησε από το στόμιό του και κύλησε ως την άκρη του πλατώματος κι από κει κάτω.

Οι τρεις άντρες σιώπησαν. Κατά παράξενο τρόπο, όταν το κοίταξαν, το μπουκάλι του νερού φαινόταν ολόκληρο και χωρίς να έχει υποστεί ζημιά.
«Λες να ήταν κοριός;» ψιθύρισε ο Boris, προφέροντας αυτό που όλοι φοβούνταν.
«Εμπρός, ας φύγουμε από δω!» είπε ο Michel.

Το ασανσέρ άργησε να έρθει. Ήρθε βογκώντας και στενάζοντας, βρόμικο, γρατζουνισμένο, με δυσανάγνωστα γκραφίτι. Ήταν άδειο. Ήταν μια μακριά, αγχώδης κάθοδος, μέσα σε μια σιωπή που την έσπαγε μόνο το κροτάλισμα του παλιού ασανσέρ. Έφτασαν στο ισόγειο: η πόρτα άνοιξε· μια πυκνή παράταξη από καφέ στολές τους περίμενε.

«Οι μπάτσοι της Αστυνομίας Μνήμης!» στέναξε ο Frederic.

Η νουβέλα αυτή της Anne Sauvy είναι από τη συλλογή Flammes de Rierre – Short srories about mountains and mountaineers.
Κείμενο: Anne Sauvy, Μετάφραση: Γιώτα Ποταμιάνου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Οι εκδόσεις ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ξεκίνησαν την άνοιξη του 98 με την έκδοση του πρώτου ομώνυμου τεύχους. Από τότε έχουν εκδοθεί 73 τεύχη, 8 τίτλοι βιλίων με ανάλογο περιεχόμενο και συνεχίζουμε...