Ανακοινώθηκε προχθές, 26 Ιουλίου 2026, μετά βαΐων και κλάδων, η ένταξη του Ολύμπου στα μνημεία παγκόσμιας φυσικής κληρονομιάς. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO ενέκρινε ομόφωνα, στο Μπουσάν της Νότιας Κορέας (κατά την 48η Σύνοδό της), την ένταξη της ευρύτερης περιοχής του Ολύμπου στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς ως Μικτού Αγαθού, δηλαδή σε ένα καθεστώς που συνδυάζει ταυτόχρονα πολιτιστική και φυσική αξία.
Ο Όλυμπος εντάχθηκε επειδή πληροί δύο κριτήρια της UNESCO: το κριτήριο VI (άμεση σύνδεση με ιδέες, πεποιθήσεις και λογοτεχνικά έργα παγκόσμιας σημασίας — Ομηρικά Έπη, Θεογονία, μυθολογία) και το κριτήριο X (σημαντικός φυσικός οικότοπος για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας — πάνω από 1.900 είδη φυτών, ενδημισμός, σπάνια πανίδα).
Ο Πρωθυπουργός, η κυβέρνηση, αλλά και πολλοί τοπικοί και επαγγελματικοί φορείς, καθώς και ορειβατικοί και περιβαλλοντικοί σύλλογοι, θεώρησαν την ένταξη αυτή μεγάλη επιτυχία· κάποιοι μάλιστα τη χαρακτήρισαν «εθνική επιτυχία». Η χώρα αποκτά το 21ο μνημείο UNESCO και το 3ο μικτό αγαθό μετά τα Μετέωρα και το Άγιο Όρος. Χρησιμοποιώντας την ξύλινη γλώσσα της εξουσίας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι «ενισχύεται η διεθνής εικόνα της Ελλάδας ως χώρας με ισχυρή φυσική και πολιτιστική κληρονομιά».
Είναι όμως έτσι; Τι ακριβώς σημαίνει αυτή η ένταξη; Πώς εφαρμόστηκε σε άλλα βουνά; Τι αποτελέσματα φέρνει; Και τι μπορεί να σημαίνει για τους πεζοπόρους και τους ορειβάτες που επισκεπτόμαστε εδώ και 100 χρόνια το βουνό χωρίς πρόβλημα, αλλά και τι σημαίνει για το ίδιο το βουνό και τη φύση; Ας τα ξεδιαλύνουμε λοιπόν.
Η Θεωρία
Από τη στιγμή που η UNESCO αναγνωρίζει τον Όλυμπο ως αγαθό «εξέχουσας οικουμενικής αξίας», η κατάσταση του μνημείου θα παρακολουθείται συστηματικά και το ελληνικό κράτος οφείλει να εφαρμόζει σχέδια διαχείρισης που προστατεύουν τη βιοποικιλότητα, το τοπίο και την πολιτιστική κληρονομιά. Έτσι, κάθε έργο ή παρέμβαση πρέπει να αξιολογείται ώστε να μην απειλεί την αξία του μνημείου — που σε απλά λόγια μεταφράζεται σε περισσότερο έλεγχο στην τουριστική ανάπτυξη, σε περιορισμούς έργων που αλλοιώνουν το τοπίο και στην προώθηση ήπιων μορφών τουρισμού και βιώσιμης χρήσης των μονοπατιών.
Δηλαδή, το ελληνικό κράτος αναλαμβάνει επίσημα, έναντι της ανθρωπότητας, την υποχρέωση να διατηρήσει τον Όλυμπο «για τις επόμενες γενιές». Ευγενής στόχος αναμφίβολα.
Τι αλλάζει για τους πεζοπόρους και τους ορειβάτες; Σύμφωνα με τα όσα έχουν γίνει σε άλλες, ανάλογες, περιπτώσεις, ο Όλυμπος θα παραμείνει ανοιχτός, αλλά η πρόσβαση θα γίνει πιο «οργανωμένη». Η ορειβατική δραστηριότητα θα ενταχθεί σε ένα σαφές πλαίσιο κανόνων, αλλά ποιοι θα είναι αυτοί οι κανόνες κανείς ακόμα δεν ξέρει, παρά μόνο υποψιάζεται (σημειώνω ότι εδώ καταπιανόμαστε με το ίδιο το βουνό και όχι με τις γύρω από αυτό περιοχές). Ας κωδικοποιήσουμε λοιπόν τι πρέπει —πάντα στη θεωρία— να γίνει.
- Ενιαίο Σχέδιο Διαχείρισης: Η UNESCO απαιτεί ένα ολοκληρωμένο σχέδιο διαχείρισης για τα μονοπάτια του βουνού· ζητά να θεσπιστούν ζώνες προστασίας, καθεστώς για τα καταφύγια, πρόβλεψη για την ανθρώπινη πίεση και για τον κίνδυνο διάβρωσης.
- Καλύτερη σήμανση και συντήρηση μονοπατιών: Το ελληνικό κράτος δεσμεύεται να συντηρεί τα μονοπάτια σε τακτική βάση, να βελτιώσει τη σήμανση και να περιορίσει τα «ανεπίσημα» ίχνη που διαβρώνουν το έδαφος (τα δύο δημοφιλέστερα μονοπάτια του βουνού —και όχι μόνο— δεν είναι πλέον μονοπάτια· ο καθένας, και ειδικά οι δρομείς που κόβουν στις κατηφόρες, πάει όπου θέλει). Για τον ορειβάτη αυτό σημαίνει πιο καθαρή πλοήγηση και λιγότερη διάβρωση.
- Έλεγχος πρόσβασης σε ευαίσθητες ζώνες: Αυτό μπορεί να σημαίνει περιορισμό πρόσβασης σε περιοχές με ενδημικά είδη, πιθανή εποχική ρύθμιση σε ζώνες που υποφέρουν από υπερφόρτωση, και αυστηρότερη επιτήρηση σε περιοχές όπου η ανθρώπινη πίεση έχει γίνει εμφανής (π.χ. στο Οροπέδιο). Πρόκειται για τυπικές πρακτικές σε όλα τα φυσικά μνημεία της UNESCO.
- Καταφύγια: Η UNESCO δεν ασχολείται με το αν θα μείνεις σε καταφύγιο ή όχι. Απαιτεί όμως έλεγχο της φέρουσας ικανότητας, ζητά διαχείριση απορριμμάτων και λυμάτων, και πιέζει για ενεργειακή και περιβαλλοντική αναβάθμιση. Πρακτικά, αναμένεται οι διαχειριστές των καταφυγίων να γίνουν πιο οργανωμένοι και πιθανώς να θέσουν σαφέστερες διαδικασίες κράτησης.
- Φύλαξη και αστυνόμευση: Η UNESCO δεν απαιτεί «αστυνομία», απαιτεί όμως φύλαξη, παρακολούθηση και ενημέρωση των επισκεπτών. Η ορειβατική δραστηριότητα δεν προβλέπεται να περιοριστεί, αλλά θα υπαχθεί σε συστηματική εποπτεία.
- Περιορισμός αυθαιρεσιών: Η ένταξη θεωρητικά θα βάλει τέλος σε αυθαίρετες διανοίξεις μονοπατιών, αυθαίρετες κατασκευές και γενικά σε ανεξέλεγκτες δραστηριότητες που αλλοιώνουν το τοπίο (δηλαδή θα κλείσει ο αυθαίρετος δρόμος προς το «καταφύγιο» Χρηστάκη και θα κατεδαφιστεί το ίδιο το αυθαίρετο καταφύγιο;). Για τον ορειβάτη πάντως αυτά είναι θετικά: το βουνό θα παραμείνει καθαρό και αυθεντικό.
- Αύξηση διεθνούς επισκεψιμότητας: Η UNESCO φέρνει κόσμο. Αυτό σημαίνει περισσότερους ξένους τουρίστες (όχι ορειβάτες — αυτοί ξέρουν ήδη το βουνό), άρα μεγαλύτερη πίεση στα δημοφιλή μονοπάτια, που σημαίνει ανάγκη για καλύτερη διαχείριση ροών. Πρακτικά, ο Όλυμπος θα μοιάζει περισσότερο με «Alpine national park» παρά με το σημερινό μωσαϊκό χρήσεων.
Συμπέρασμα (θεωρητικό): ο Όλυμπος θα γίνει πιο προστατευμένος, πιο οργανωμένος, πιο εποπτευόμενος, αλλά όχι λιγότερο προσβάσιμος. Η «εμπειρία» του βουνού θα παραμείνει ίδια στην ουσία της — απλώς θα γίνει πιο «ευρωπαϊκή» ως προς τη διαχείριση. Η ευθύνη παραμένει φυσικά στο ελληνικό κράτος: η UNESCO δεν διαχειρίζεται άμεσα το βουνό, αλλά η Ελλάδα οφείλει να αναφέρει την πρόοδο (πρώτη έκθεση έως την 1η Δεκεμβρίου 2027).
Η Πράξη
Ο Όλυμπος δεν είναι το πρώτο βουνό που εντάσσεται στον Κατάλογο της UNESCO, και η εμπειρία άλλων ορεινών όγκων δείχνει ένα σαφές μοτίβο: η αναγνώριση φέρνει αυξημένη επισκεψιμότητα, δηλαδή τουριστικοποιεί το μνημείο, και η αυξημένη επισκεψιμότητα φέρνει ανάγκη για διαχείριση — που άλλοτε έρχεται έγκαιρα και άλλοτε πολύ αργά. Ειδικά για τον Όλυμπο που ήδη υποφέρει από την τουριστικοποίηση η ένταξη θα επιτείνει το πρόβλημα κάτι που θα πρέπει να οδηγήσει (αν θέλουμε πραγματική προστασία) σε πιο αυστηρή και σφιχτή διαχείριση. Αλλά ας δούμε πρώτα δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Δολομίτες (Ιταλία)
Οι Δολομίτες εντάχθηκαν στη UNESCO το 2009 ως φυσικό αγαθό. Δεκαπέντε χρόνια μετά, αποτελούν ίσως το πιο τεκμηριωμένο παράδειγμα του πώς μπορεί να πάνε στραβά τα πράγματα.
Τι συνέβη: δημοφιλή μονοπάτια, όπως αυτό προς την κορυφή Seceda, έγιναν viral μέσω social media (ιδίως μετά από προβολή τους σε διαφημιστικό υλικό της Apple), με αποτέλεσμα να καταγραφούν έως και 8.000 άτομα να περπατούν στη διαδρομή μέσα σε μία μόνο ημέρα. Η κατάσταση οδήγησε σε ακραία αντίδραση: τέσσερις ιδιοκτήτες γης εγκατέστησαν στροφεία (turnstiles) σε δημοφιλείς διαδρομές πεζοπορίας, επιβάλλοντας τέλος εισόδου 5 ευρώ, ως αντίδραση στην καταστροφή των βοσκοτόπων και τα σκουπίδια.
Η ίδια η οργάνωση «Mountain Wilderness» κατήγγειλε ότι το Ίδρυμα Δολομιτών UNESCO επικεντρωνόταν περισσότερο στο μάρκετινγκ του τουρισμού παρά στη βιώσιμη διαχείριση, χρόνια πριν η κατάσταση φτάσει στο σημερινό σημείο. Μόνο πρόσφατα, και υπό την πίεση των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων 2026, ξεκίνησαν συστηματικά μέτρα: το κέντρο χειμερινών σπορ Madonna di Campiglio έθεσε ανώτατο όριο 15.000 ημερήσιων εισιτηρίων σκι σε περιόδους αιχμής, ενώ προτάθηκαν ζώνες απαγόρευσης στάσης σε σημεία θέας, με επιτήρηση μέσω κάμερας.
Οι επιπτώσεις δεν είναι μόνο περιβαλλοντικές αλλά θέτουν και ζήτημα ασφάλειας: μέσα σε δύο μήνες (Ιούνιος–Ιούλιος 2025), η ιταλική Εθνική Υπηρεσία Ορεινής Διάσωσης κατέγραψε αύξηση 20% στις επιχειρήσεις διάσωσης, με 83 θανάτους και 5 αγνοούμενους, κυρίως λόγω ανεκπαίδευτων επισκεπτών που ανέβαιναν σε απαιτητικά μονοπάτια για μια φωτογραφία.
Το δίδαγμα: η UNESCO δίνει τίτλο, αλλά ο τίτλος επιταχύνει ακριβώς το πρόβλημα από το οποίο υποτίθεται πως προστατεύει.
Machu Picchu / Inca Trail (Περού)
Το Machu Picchu ανακηρύχθηκε μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς το 1983. Εδώ η αντίδραση ήρθε σχετικά νωρίς και ήταν πολύ πιο δραστική. Ο αριθμός των πεζοπόρων στο Inca Trail εκτοξεύτηκε από 6.000 το 1984 σε 82.000 το 2000, με αποτέλεσμα σοβαρή διάβρωση και προειδοποιήσεις γεωλόγων για κίνδυνο κατάρρευσης τμημάτων του μονοπατιού.
Η κυβέρνηση του Περού αντέδρασε το 2000, θεσπίζοντας ανώτατο όριο 500 ατόμων ημερησίως στο Inca Trail — συμπεριλαμβανομένων τουριστών, οδηγών και αχθοφόρων — από τα οποία μόνο περίπου 200 θέσεις αντιστοιχούν σε επισκέπτες. Το σύστημα παραμένει σε ισχύ μέχρι σήμερα: τα «σημεία εκκίνησης» για τη 2ήμερη διαδρομή έχουν ξεχωριστή ημερήσια ποσόστωση περίπου 250 θέσεων, ενώ η πρόσβαση επιτρέπεται μόνο μέσω αδειοδοτημένων tour operators. Το μονοπάτι κλείνει εντελώς για έναν μήνα τον χρόνο (Φεβρουάριο) για συντήρηση.
Το δίδαγμα: η επιβολή αυστηρών, μετρήσιμων ορίων (permits, ποσοστώσεις, εποχική διακοπή λειτουργίας) μπορεί πράγματι να συγκρατήσει τη φθορά του μνημείου — αλλά έρχεται με κόστος: περιορισμό της ελεύθερης πρόσβασης, ανάγκη προκράτησης μήνες πριν, και εμπλοκή διαμεσολαβητών (tour operators).
Θα μπορούσαμε να περιγράψουμε και άλλες περιπτώσεις που κινούνται σε ενδιάμεση κατάσταση, αλλά σε όλες το μοτίβο είναι κοινό: η ένταξη στη UNESCO αυξάνει σχεδόν πάντα την προσέλευση επισκεπτών, και η επιτυχία ή αποτυχία της διαχείρισης εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από το αν η αντίστοιχη χώρα βάλει έγκαιρα όρια (όπως το Περού) ή όχι (όπως αρχικά οι Δολομίτες). Σε κάθε περίπτωση, όμως, η ίδια η ένταξη δημιουργεί πίεση στο μνημείο που υποτίθεται πως θέλει να προστατεύσει.
Υπόθεση Όλυμπος
Πριν από μερικές εβδομάδες, με πρωτοβουλία του ΕΟΣ Θεσσαλονίκης, έγινε συγκέντρωση διαμαρτυρίας στο Λιτόχωρο. Οι συγκεντρωμένοι ζήτησαν κάτι πολύ απλό: να αποκατασταθούν επιτέλους οι ζημιές στο τμήμα του Ε4, του ευρωπαϊκού μονοπατιού που διασχίζει τον Όλυμπο, στα σημεία που διασχίζει τον Ενιπέα. Οι ζημιές δεν είναι κάτι φοβερό: δύο ξυλογέφυρα και κάποιες παρεμβάσεις σε σημεία όπου έχουν γίνει πτώσεις δέντρων και πρανών — σίγουρα κάτι πολύ απλούστερο από τη διαχείριση ενός ολόκληρου βουνού. Κι όμως, τα χρόνια περνούν, και το Ε4, που διασχίζει την Ευρώπη χωρίς πρόβλημα, φτάνει στον Όλυμπο και κόβεται. Αδιαφορία; Γραφειοκρατία; Σίγουρα, πάντως, αδυναμία επίλυσης ενός απλού προβλήματος που χρονίζει.
Η ικανότητα εκτέλεσης σε μικρή κλίμακα αποτελεί συνήθως εύλογο δείκτη της ικανότητας εκτέλεσης σε μεγάλη κλίμακα, ειδικά όταν πρόκειται για το ίδιο θεσμικό σύστημα. Και ταυτόχρονα, η ένταξη στην UNESCO, η οποία σύμφωνα με τους υπεύθυνους απαίτησε αρκετή προεργασία, δεν είναι σαφές σε τι πραγματικά αποσκοπεί: στην ορθολογική διαχείριση του μνημείου με βάση την προστασία, ώστε ο Όλυμπος να παραδοθεί στις επόμενες γενιές, ή στην εξυπηρέτηση ενός σχεδίου που θα διευρύνει περαιτέρω την τουριστική βιομηχανία της χώρας; Οπότε, για να δούμε ποια από τις δύο περιπτώσεις ισχύει —ή, καλύτερα, ποια έχει την προτεραιότητα— ας δούμε τι λένε αυτοί που ορίζουν τα πράγματα.
Οι πρώτες αντιδράσεις
Ξεπερνώντας τις δηλώσεις του Πρωθυπουργού που κινούνται σχεδόν αποκλειστικά στο επίπεδο του συμβολικού και πολιτικού κεφαλαίου, με επαναλαμβανόμενες φράσεις όπως «εθνική επιτυχία» (αναμενόμενο), ας σταθούμε σε αυτές των τοπικών παραγόντων. Η Περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας κινείται περισσότερο στο τουριστικό κομμάτι, χωρίς καμία αναφορά σε μηχανισμό συντήρησης ή σε ενίσχυση μηχανισμών προστασίας.
Οι δήμαρχοι των γύρω από τον Όλυμπο περιοχών, ωστόσο, είναι πιο σαφείς: ο δήμαρχος Δίου-Ολύμπου, Ευάγγελος Γερολιόλιος, μιλά πρωτίστως με όρους προστασίας: θέτει ως άμεση προτεραιότητα τη μελέτη φέρουσας ικανότητας του βουνού και τη δημιουργία ενός συντονιστικού οργάνου —αναγνωρίζοντας ρητά ότι «ο Όλυμπος δεν είναι μία περιοχή για την οποία μπορεί να αποφασίζει ένας μόνο φορέας». Στο εύλογο ερώτημα τι έχει γίνει μέχρι τώρα, ο κ. Γερολιόλιος λέει χαρακτηριστικά: «το γεγονός πως δεν είχαν ανακοινωθεί συγκεκριμένες ενέργειες δεν σημαίνει ότι δεν είχε προηγηθεί δουλειά». Είναι ακριβώς το είδος ισχυρισμού που δεν μπορεί να επαληθευτεί, ούτε να διαψευστεί — απλή διαβεβαίωση.
Ο δήμαρχος Ελασσόνας, Νίκος Γάτσας, αντιστρέφει αισθητά την προτεραιότητα: μιλά για το «διεθνώς αναγνωρίσιμο όνομα» του Ολύμπου ως «όχημα προβολής» για τα τουριστικά, αγροδιατροφικά και βιοτεχνικά προϊόντα της περιοχής.
Σε άρθρο του, ο πρόεδρος της Ένωσης Ξενοδόχων Πιερίας γράφει ανοιχτά ότι η ένταξη μπορεί να μετατρέψει την τοπική οικονομία, προτείνοντας μάλιστα συγκεκριμμένα έργα και δράσεις: “…η αναγνώριση του Ολύμπου από την UNESCO αποτελεί τη σημαντικότερη αναπτυξιακή ευκαιρία των τελευταίων δεκαετιών για την Πιερία, ωστόσο απαιτείται άμεσος σχεδιασμός ώστε να μην χαθεί η δυναμική που δημιουργείται. Ήδη ο Όλυμπος δέχεται 500.000 επισκέπτες τον χρόνο. Με την ένταξη στην UNESCO, ο αριθμός θεωρούμε ότι θα… εκτοξευθεί και γι’ αυτό πρέπει να είμαστε έγκαιρα έτοιμοι» — δηλαδή το κείμενο είναι, ουσιαστικά, τουριστικό επιχειρηματικό πλάνο μεταμφιεσμένο σε άρθρο. Χωρίς καν να υπάρχει κάποια μελέτη του αντικειμένου!
Οι μόνες δηλώσεις που διαφέρουν είναι του υπουργού Περιβάλλοντος, Σταύρου Παπασταύρου. Λέει κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο: «Περνάμε τώρα από τη διεθνή αναγνώριση στα συγκεκριμένα έργα… υλοποιούμε στον Όλυμπο παρεμβάσεις ύψους άνω των 10 εκατομμυρίων ευρώ, με στόχο την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, τη βελτίωση της προσβασιμότητας και την αειφόρο ανάπτυξη». Αναφέρει επίσης ρητά ότι «με την ίδρυση και ενίσχυση του ΟΦΥΠΕΚΑ θέσαμε τις βάσεις για μια σύγχρονη και ολοκληρωμένη διαχείριση των προστατευόμενων περιοχών της χώρας» — δηλαδή υπάρχει, τουλάχιστον σε επίπεδο δήλωσης, αναφορά σε θεσμό (όχι εργολαβία) που προορίζεται ακριβώς για συνεχή διαχείριση. Βέβαια, αν ο κύριος Παπασταύρου επισκεπτόταν τον Εθνικό Δρυμό Πάρνηθας (ευθύνης ΟΦΥΠΕΚΑ), ίσως να ντρεπόταν να κάνει τέτοια αμετροεπή δήλωση.
Η μελέτη φέρουσας ικανότητας
Η μελέτη φέρουσας ικανότητας του Ολύμπου, στην οποία παραπέμπουν τόσο ο δήμαρχος Δίου-Ολύμπου όσο και ο ΟΦΥΠΕΚΑ ως προτεραιότητα, προκηρύχθηκε τον Ιανουάριο του 2026, με αντικείμενο τη μελέτη επισκεψιμότητας, τη διαχείριση-διακίνηση επισκεπτών και την εκτίμηση της φέρουσας ικανότητας του βουνού. Μέχρι σήμερα, ωστόσο, δεν εντοπίζεται καμία σχετική καταχώρηση ανάθεσης στη Διαύγεια, γεγονός που σημαίνει ότι η μελέτη αυτή δεν έχει ακόμη ανατεθεί σε ανάδοχο.
Έτσι οι φορείς που έχουν ήδη διατυπώσει δημόσιο στόχο για τουρισμό εννέα μηνών και πάνω από 500.000 επισκέπτες — δηλαδή έναν συγκεκριμένο αριθμητικό στόχο αύξησης της επισκεψιμότητας, είναι λόγια του αέρα, αφού η μελέτη που θα προσδιόριζε αν το βουνό μπορεί να αντέξει έναν τέτοιο όγκο χωρίς μη αναστρέψιμη περιβαλλοντική φθορά δεν έχει καν ξεκινήσει..
Τι θα δείξει το μέλλον
Το τι θα γίνει λοιπόν τελικά δεν θα το μάθουμε από όσα ειπώθηκαν τις πρώτες σαράντα οκτώ ώρες μετά την ανακοίνωση — μια περίοδο που παντού στον κόσμο ανήκει στον εορτασμό και όχι στην τεχνική λεπτομέρεια — αλλά από αυτό που θα περιλαμβάνει το νέο, αναθεωρημένο σχέδιο διαχείρισης για το Εθνικό Πάρκο Ολύμπου, την ευθύνη του οποίου θα έχουν ο ΟΦΥΠΕΚΑ και το τοπικό δασαρχείο. Αν αυτό το σχέδιο, όταν και όποτε εγκριθεί, προβλέπει ρητά έναν μόνιμο μηχανισμό συντήρησης με δικό του ετήσιο κονδύλι, ανεξάρτητο από τον κύκλο των μεγάλων έργων και εργολαβιών, τότε θα υπάρχει πραγματικός λόγος αισιοδοξίας. Αν όχι — αν το σχέδιο μείνει και πάλι σε επίπεδο εξαγγελιών και μεγάλων ποσών που θα καταλήξουν σε εργολάβους χωρίς πρόβλεψη συνέχειας ή αν προβλέπονται έσοδα από θέσπιση εισιτηρίου κάτι που πολύ πιθανά θα οδηγήσει στην ιδιωτικοποίηση του, τότε ο Όλυμπος θα ζήσει, σε νέα κλίμακα, ακριβώς αυτό που ήδη ζουν οι Δολομίτες: μια αναγνώριση που μεγαλώνει την πίεση, και μια αδιαφορία για το ίδιο το βουνό.
Με την εμπειρία δεκαετιών δραστηριότητας στα βουνά, μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα: παρά τον πακτωλό κονδυλίων, την ίδρυση οργανισμών και τη δημιουργία μηχανισμών, το φυσικό περιβάλλον της χώρας βρίσκεται σε σαφώς χειρότερη κατάσταση απ’ ό,τι πριν από 30 χρόνια — και αυτό μας δίνει το δικαίωμα να απαντήσουμε στο ερώτημα που θέτει ο τίτλος: χαίρονται οι καλόπιστοι και πάντα προδομένοι, και βέβαια οι παντός καιρού πονηροί.
Ευχόμαστε ειλικρινά να διαψευστούμε, και αυτό θα το δείξει, κατ’ αρχήν, η έκθεση προόδου που η Ελλάδα οφείλει να καταθέσει στη UNESCO έως την 1η Δεκεμβρίου 2027.


















