Πόσο μελάνι και κινηματογραφικό φιλμ έχουν αναλωθεί για να αποτυπωθεί το πρόσωπο της Μέδουσας, της ορθοπλαγιάς που γράπωσε στην αγκαλιά της τόσα παλικάρια στον ανθό. Ο μύθος έχει τη δική του ιστορία, κάποιοι την έγραψαν στον τοίχο με σκοινιά… καννάβινα. Ο λόγος για τη βόρεια του Eiger, τη θρυλική Nordwand των 1.800 μέτρων που, μετά από πολλαπλές απόπειρες με απώλειες, πρωτοσκαρφαλώθηκε με επιτυχία από τους Heckmair, Vörg, Harrer and Kasparek τον Ιούλιο του 1938.

Η βόρεια ορθοπλαγιά του Eiger.

Η ελληνική εκδοχή της ιστορίας περιλαμβάνει μια ντουζίνα ιππότες της ελεεινής μορφής, έναν αληθινό θίασο από μαχητές ταλιμπάν ντυμένους με Gore-Tex και πούπουλα, αρτιμελείς αν και κάπως βλαμμένους στο πνεύμα. Η ανάλυση του μυστικού 12 σε πρώτους αριθμούς μας δίνει 2 x 2 x 3, και κάπου μέσα σε αυτά τα νούμερα βρίσκονται και οι Παύλος Τσιαντός, Αλέκος Ασημακόπουλος, Πάνος Αθανασιάδης και Τάσος Μουτάφης, οι τελευταίοι και καταϊδρωμένοι των ελλήνων που έκαναν το κατακόρυφο ταξίδι προς αναζήτηση του ιερού Γκράαλ.
Η μοίρα τους σφραγίστηκε με μια τετραμελή συμφωνία πάνω από ένα ταψί παστίτσιο το Μάρτη του 2011. Όμως το μυστικό της ιερής συμμαχίας διέρρευσε (πάντοτε βρίσκεται ένας Ιούδας πριν το Πάσχα) και έτσι, σε ένα απεγνωσμένο ραντεβού με το χρόνο, ο Δούκας του Βύρωνα, Τάσος Μουτάφης σε ένα μπαρ της επικράτειάς του που ονομάζεται Ρολόϊ δέχθηκε να συμπληρώσει την σπασμένη τετράδα. Τη νύχτα εκείνη έκαναν σύναξη μυστική τα παιδιά και λάβανε την απόφαση, επειδή τα κακά μαντάτα πλήθαιναν στην πρωτεύουσα, να φύγουν έξω στην Ελβετία με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει: μια παλάμη τόπο κάτω από τ’ ανοιχτό πουκάμισο, με τις μαύρες τρίχες και το σταυρουδάκι του ήλιου… Ήταν Τρίτη ξημερώματα και η πρόγνωση έδινε ένα ολιγοήμερο παράθυρο καλού καιρού. Ευτυχώς η σημαία είναι μεγαλόκαρδη και πάντα δίνει την απαραίτητη άδεια, έτσι πρωί-πρωί κλείστηκαν τα εισητήρια και το βράδυ τα σακίδια έστεκαν έτοιμα δίπλα στην πόρτα.

Οι ξενιτεμένοι συγγενείς του Τάσου στην Ελβετία ευγενικά παρείχαν τα μέσα για τη συνέχιση του ταξιδιού από το αεροδρόμιο, και έπειτα από μια πίτα γύρο στη Ζυρίχη, η θρυλική τετράδα αναχώρησε με ένα ευρύχωρο αυτοκίνητο για το χωριό Grindelwald, στους πρόποδες του Eiger. Εκεί, όταν φάνηκε η ορθοπλαγιά ντυμένη σαν νυφούλα από το φρέσκο χιόνι, στην ομάδα έπεσε μαύρη απογοήτευση σαν να ήτανε κηδεία. Μεταξύ μας οι απόψεις γύρω από το πλάνο δράσης διίσταντο, όμως συμφωνήθηκε τουλάχιστον να συνεχίσουμε για πάνω με το τρενάκι και να εκτιμήσουμε την κατάσταση από κοντά. Έπειτα από τα ψώνια της τελευταίας στιγμής (μπαταρίες και εφεδρικές μπίρες) ο οδοντωτός μας ανέβασε σούζα έως το Kleine Scheidegg στα 2.061μ. Σύντομα όμως θα σουρούπωνε, και έτσι η τετράδα σπασμένη στα δύο (Αλέκος‒Πάνος και Τάσος‒Παύλος) ετοιμάστηκε άρον-άρον για μια αναγνωριστική εξόρμηση. Με το τελευταίο φως οι τέσσερις υπνόσακοι είχαν ξαπλωθεί στο γρασίδι εκεί όπου άρχιζαν τα χιόνια.

Ο Παύλος και ο Τάσος στην τραβέρσα των θεών.

Το ξυπνητήρι βάρεσε στις 2 το πρωί, και μετά από έναν καυτό καφέ, οι δύο σκοινοσυντροφιές πορεύθηκαν μέσα στο απόλυτο σκοτάδι της νύχτας για να ξεκινήσουν το σκαρφάλωμα. Πλην όμως, η πρόσφατη χιονόπτωση είχε σβήσει τελείως τα βήματα στην πρόσβαση και οι ιππότες της ελεεινής μορφής παρασυρμένοι από τα φώτα του Stollenfenster (αριστερό παράθυρο του σιδηροδρομικού τούνελ που διατρέχει την ορθοπλαγιά), τα οποία εξέλαβαν ως φακούς αναρριχητών, κινήθηκαν λανθασμένα πολύ αριστερά στην ορθοπλαγιά, μέχρι που ξημέρωσε και διαλύθηκαν τα οράματα της ιπποσύνης τους. Έτσι, αρκέστηκαν να κάνουν ένα ανιχνευτικό ξεκίνημα στη διαδρομή και ύστερα επέστρεψαν στο Klein Scheidegg για να φάνε και να ξεκουραστούν σχεδιάζοντας να ξαναπαλέψουν με το θεριό το επόμενο πρωί.

Αμ’ έπος αμ’ έργον, ντερλίκωσαν και την έπεσαν για ύπνο νωρίς-νωρίς με το άγχος να αντιμάχεται την νύστα. Ετούτη τη φορά η διανυκτέρευση έγινε κοντύτερα στην είσοδο της διαδρομής, στο λοφάκι απέναντι με υψόμετρο 2.200μ. Η κάθε σκοινοσυντροφιά θα ξεκινούσε με ένα μικρό γκαζάκι, ένα φυαλίδιο υγραερίου, 3-4 στιγμιαίες σούπες, μερικά energy bars, και έκαστος μια πουπουλένια βέστα, bivisac και ένα μικρό κομμάτι υποστρώματος για τη διανυχτέρευση στο χιόνι. Ένας αδήρρητος περιορισμός ήταν ότι δεν είχαμε την πολυτέλεια να κάνουμε —αν χρειαζόταν— δύο διανυκτερεύσεις πάνω στη διαδρομή επειδή για ταξιδιωτικούς λόγους (και δεσμεύσεις του Τάσου έναντι των φιλόξενων συγγενών του) ήταν ανάγκη τη μεθεπόμενη το πρωί να έχουμε κατέβει από το βουνό.

Ο Αλέκος και ο Πάνος στις πλαγιές εισόδου.

Το επόμενο πρωί λοιπόν ξεκινήσαμε το μεγάλο κατακόρυφο ταξίδι, και από νωρίς βρεθήκαμε να ακολουθούμε κάποιους και να ακολουθούμαστε κατά πόδας από άλλους, μεταξύ των οποίων και κάποιοι οδηγοί με τους πελάτες τους. Το τελευταίο ήταν ενθαρρυντικό, τουλάχιστον όσον αφορά την τελευταία πρόγνωση καιρού που δεν είχαμε προλάβει να τσεκάρουμε. Οι χιονισμένες πλαγιές μέχρι και κάτω από το Difficult Crack έφυγαν γρήγορα μαζί με την νύχτα. Εκεί άρχισαν όμως οι καθυστερήσεις καθότι τα ρελέ ήταν πιασμένα από άλλους… με υπομονή λοιπόν προωθηθήκαμε ως τη βάση του Difficult Crack και με τη σειρά μας ξεπέρασαμε και εμείς το πρώτο δύσκολο εμπόδιο της διαδρομής (το οποίο αν σκαρφαλωθεί ελεύθερα με κραμπόν είναι ένα γεμάτο δικό μας Μ5).

Ο Πάνος κάτω από το ice buldge στο τελείωμα της ράμπας.

Μετά είναι κάτι τραβερσούλες στα πλάγια και η φιξαρισμένη πλέον τραβέρσα του Hinterstoisser. Ακολουθεί το πρώτο icefield στο τέλος του οποίου είναι ένα 20-μετρο πέρασμα πάγου με κλίση περίπου 80° (το λεγόμενο Ιce Ηose) που οδηγεί στο δεύτερο icefield. Αυτό είναι μεγάλο σε έκταση και πρέπει να τραβερσαριστεί προς τα αριστερά έως τη βάση μιας βράχινης σφήνας που ονομάζεται Flatiron. Αφού σκαρφαλώσεις μια μικρή καμινάδα σύντομα βρίσκεσαι στην κορυφή του, όπου βρίσκεται ένα άνετο και ασφαλές σημείο για άραγμα, το Death Bivouac. Εκεί φτάσαμε πριν απ’ τις 5 το απόγευμα, και παρότι είχαμε αρκετό χρόνο για να συνεχίζαμε την προώθησή μας στη Ράμπα, αποφασίσαμε σωστά να μείνουμε εκεί διότι όλα τα επόμενα πατάρια για bivouac ήταν κατηλειμμένα από άλλες σκοινοσυντροφιές (10 άτομα σύνολο μπροστά από εμάς). Κάναμε λοιπόν την αυτασφάλειά μας στα βύσματα και ξεκινήσαμε το βράσιμο… Η βραδιά δεν ήταν πολύ κρύα, όμως τα πόδια θέλανε το μασαζάκι τους κάθε τόσο, και ο ύπνος δεν ήταν ακριβώς ύπνος.

Διαβάστε ακόμα:  Φόβος και παράνοια στη βόρεια του Kusum.
Ο Πάνος και ο Αλέκος στο death bivouac.

Το ξυπνητήρι το περιμέναμε πώς και πώς, και στις 5:30 το πρωί ήμασταν ήδη on the move. Ξεκινήσαμε τη Ράμπα και το σκαρφάλωμα κύλησε απρόσκοπτα μέχρι ένα αρνητικό δίεδρο που ονομάζεται Waterfall Chimney. Εκεί χώθηκε μπροστά ο Αλέκος αφήνοντάς μας το σακίδιό του πεσκέσι. Το πάλεψε και βγήκε με αγκομαχητά στο ρελέ. Ύστερα ανεβήκαμε και οι άλλοι σαν δεύτεροι και πήραμε και το σακίδιο. Στο σημείο εκείνο έπρεπε να συνεχίσουμε λίγο αριστερά, όπως είχαν πάει και οι οδηγοί που κοιμήθηκαν στα μισά της Ράμπας και τους είχαμε μπροστά μας. Όμως για εμάς το προφανές, δυστυχώς, ήταν να χωθούμε στα δύσκολα, μέσα στο δίεδρο και κάτω από μια στέγη από χιόνι και πάγο (Ice Bulge) από όπου για να βγούμε απαιτούνταν 3-4 δύσκολες ελεύθερες κινήσεις που δυσκόλεψαν ακόμα και τους δεύτερους. Εδώ ο Παύλος και ο Αλέκος μοιράστηκαν το βάρος του σακιδίου που άφησα πίσω μου, και με τις σχετικές καθυστερήσεις τελικά βγήκαμε όλοι στις ράμπες του τρόμου (Brittle Ledges) και από εκεί δαγκώσαμε τη σαθρή σχισμή (Brittle Crack) που μας έβγαλε στο χιονισμένο πεδίο πριν την Τραβέρσα των Θεών.

Ο Πάνος κάτω από το Ice Bulge στο τελείωμα της Ράμπας.

Η ώρα ήταν αισίως 3 το μεσημέρι και ελήφθει η απόφαση να το πιέσουμε μήπως προλάβουμε να περάσουμε τουλάχιστον και τα τελευταία δύσκολα (Quarz Crack και Exit Chimneys) πριν νυχτώσει. Ντελικάτα και προσεχτικά περάσαμε την ακουστική τραβέρσα με τη σαγηνευτική κατακόρυφη θέα και βγήκαμε στα λημέρια της Λευκής Αράχνης. Εκεί δεν επιτρέπεται να κωλυσιεργείς, γιατί οι πέτρες που κατρακυλάνε από πάνω μυρίζουν θειάφι και θυμαράκια, οπότε τρεχάτε ποδαράκια μου, μέσα στον πανικό και στις φωνές ανεβήκαμε την απότομη πλαγιά πετώντας.

Ο Τάσος στη βάση της Difficult Crack.

Κατόπιν συνεχίσαμε παράλληλα ως τη βάση της δύσκολης σκοινιάς Quarz Crack. Αυτή την πήγε μπροστά ο Παύλος και μέχρι να ανεβούμε και εμείς είχε ήδη σουρουπώσει για τα καλά. Μετά από μια σύντομη διαβούλευση, η ετυμηγορία ήταν να συνεχίσουμε αντί να κάνουμε και 2ο bivouac γιατί, αν μη τι άλλο, δεν θα προλαβαίναμε το αεροπλάνο απ’ τη Ζυρίχη αν καθυστερούσαμε κι άλλο. Τιμή και δόξα στον Τάσο που πήγε μπροστά μέσα στο σκοτάδι τη δύσκολη πρώτη σκοινιά των Exit Chimneys. Όπως είναι γνωστό, οι χειρισμοί στο σκοτάδι παίρνουν υπερδιπλάσσιο χρόνο για να γίνουν με ασφάλεια, και έτσι η ομάδα βγήκε τελικά στην κόψη Mittellegi τις πρώτες πρωινές ώρες. Εκεί το κρύο ήταν οξύ και ο αέρας το έκανε χειρότερο, όμως η τετράδα ενωμένη πλέον, διάλεξε να ετοιμάσει μια ζεστή σουπίτσα και να περιμένει το πρώτο φως για να σκαρφαλώσει τις τελικές παγωμένες πλαγιές με ασφάλεια.

Η κόψη της κορυφής μες στο πορφυρό φως της ανατολής ήταν η κρέμα από την καρδάρα των ονείρων μας που γίνονταν πραγματικότητα, και την ήπιαμε λερώνοντας τα μουστάκια μας, φωτογραφιζόμενοι με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά πριν αρχίσουμε την επίπονη κατάβαση. Στην κατηφόρα μας κυνηγούσε ο χρόνος, και ο Τάσος (που είχε υποσχεθεί συνάντηση με τους συγγενείς στη Ζυρίχη) μας κλωτσούσε να σηκωθούμε όταν καθόμασταν για να ξαποστάσουμε δυο λεπτά. Έτσι, κουτρουβαλώντας σχεδόν, και ταυτόχρονα παραπαίοντας φτάσαμε στο τρενάκι. Για να βάλουμε όμως και ένα paspartu στην επιτυχημένη ανάβασή μας οφείλουμε να αναφέρουμε ότι ενόσω κατεβαίναμε ο καιρός πάνω στο βουνό έκλεισε και άρχισε να ρίχνει χαλάζι με βροντές και ύστερα βροχούλα στα χαμηλά. Έτσι, είχαμε την ευκαιρία να δούμε μια πιο άγρια εικόνα του μυθικού βουνού με τη Nordwand έναν ατέλειωτο λευκό καταρράχτη.

Τέλος, ο Τάσος με τον γράφοντα έκαναν την ύστατη ταρζανιά να μαζέψουν από τη βάση της ορθοπλαγιάς, όπου είχαμε κοιμηθεί, τα συμπράγκαλα που είχαμε αφήσει εκεί (σακίδια με υπνόσακους και υποστρώματα), και σε ελάχιστο χρόνο πετώντας τα πάντα χύμα μέσα στο ελβετικό βαγόνι ενώ ακουγόταν το σφύριγμα της αναχώρησης αφήσαμε πίσω μας τα λιβάδια που σκιάζονται από τη βλοσυρή Μέδουσα.

Το τσιμπούσι που επακολούθησε στη Ζυρίχη και που οργάνωσαν για εμάς οι συγγενείς του Τάσου (δόξα νά ‘χει η γιορτή της Μητέρας) θα μας μείνει αλησμόνητο: μαριναρισμένα μπριτζόλια, γευστικότατα λουκάνικα, τυροκαυτερές σπέσιαλ, σαλάτες, μπιρόνια να τσουλάνε πάνω στο τραπέζι και στόματα γεμάτα να γελούνε… Δώστε του χορού να πάει, τούτη η γη θα μας εφάει, τούτη η γης που την πατούμε, όλοι μέσα θε να μπούμε. Χορέψτε, σκαρφαλώσετε, παπούτσια μη λυπάστε, εκείνα ξεκουράζονται τις ώρες που κοιμάστε.

TENSION TRAVERSE
Love is an iffy passage to higher ground.
Reaching across slabs and around corners.
Yet, after storm breaks, retreat is blocked.
Momentary negligence may be the end.
Void beneath and within emptiness.

Κείμενο – φωτο: Πάνος Αθανασιάδης
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Οι εκδόσεις ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ξεκίνησαν την άνοιξη του 98 με την έκδοση του πρώτου ομώνυμου τεύχους. Από τότε έχουν εκδοθεί 73 τεύχη, 8 τίτλοι βιλίων με ανάλογο περιεχόμενο και συνεχίζουμε...