Αγαπώ το να σκαρφαλώνω, πάντα το αγαπούσα» μου είχε πει ο Greg Child πριν από χρόνια. «Είναι κάτι πολύ απλό. Παρόλα τα πολύπλοκα στοιχεία που υπάρχουν στην ορειβασία, στην πραγματικότητα είναι κάτι πάρα πολύ απλό. Η ορειβασία ικανοποιεί κατά κάποιο τρόπο μια πολύ βασική μου ανάγκη. Το σίγουρο είναι πως όταν είμαι πολύ απασχολημένος και δεν έχω χρόνο για σκαρφάλωμα, νιώθω πως αρχίζω να τρελαίνομαι. Είναι ένα πολύ ουσιώδες κομμάτι της καθημερινότητάς μου, ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της ύπαρξής μου, ίσως επειδή είναι κάτι που κάνω από τότε που ήμουν δεκατριών ή δεκατεσσάρων ετών.»

Με την πάροδο των ετών, πολύ λίγοι επαγγελματίες έχουν φτάσει την ορειβασία σε ένα τόσο υψηλό επίπεδο όσο ο Child. Από το El Capitan στο Έβερεστ, από το Trango Tower στο Baffin Island, και με πολλές ενδιάμεσες επιτυχίες –Shivling, Lobsang Spire – ο Child έχει ανέλθει στην κορυφή της κατηγορίας του, κάτι που σπάνια πετυχαίνει κανείς. Αυτό από μόνο του κάνει την ανάγνωση του “Sporting Life” πολύ ενδιαφέρουσα και διασκεδαστική. Και αυτό, επειδή ύστερα από μια ζωή στις ψηλότερες κορυφές, ο Child βρίσκεται σε έναν εξωπραγματικό κόσμο, όπου δεν πρόκειται να ανέβει σε κάποια διάσημη, κρυφή ή επικίνδυνη κορυφή, αλλά σε μια σειρά από πλαστικά πιασίματα τοποθετημένα σε μια φαινομενικά ατελείωτη επιφάνεια από κόντρα πλακέ.
Ο Child είναι αρκετά εξοικειωμένος με την αναρρίχηση σε δύσβατους βράχους, αφού πέρασε τα πρώτα του χρόνια στην Αυστραλία προσπαθώντας να ξεπερνάει συνεχώς τα όρια όπου ήταν δυνατό. Αλλά το να επιστρέψει στην πατρίδα του τόσα χρόνια μετά για να αντιμετωπίσει την ορειβασία ως άθλημα –και ειδικά σε ένα διαγωνισμό– ήταν κάτι διαφορετικό.

Το “Sporting Life” εξιστορεί την πρώτη διαγωνιστική εμπειρία του Child στην ορειβασία, στο όρος Βικτώρια, κοντά στο Σύδνεϋ της Αυστραλίας, στο Εθνικό Πρωτάθλημα Ορειβασίας της Αυστραλίας το 1993. Εκεί ο Child βρίσκεται σε ένα στρεσογόνο και ξένο περιβάλλον, όπου κάθε αγωνιζόμενος προσπαθεί να φτάσει στην κορυφή, τη στιγμή που ο συγγραφέας σκέφτεται να φορέσει παραδοσιακή στολή με τιράντες και κόκκινες κάλτσες για να τονίσει ότι ανήκει στους παραδοσιακούς του παρελθόντος.
Δεν το κάνει όμως, και εκεί ακριβώς βρίσκεται το ζουμί της ιστορίας. Ο τρόπος που εξιστορεί τα γεγονότα είναι το πιο διασκεδαστικό στοιχείο σε ένα «κλασικό» στυλ του Child: αυτοσαρκαστικό και ξεκαρδιστικό, αλλά ταυτόχρονα σοβαρό, ανατρεπτικό και ακόμη αρκετά σημαντικό αν κανείς παραβλέψει  το κωμικό στοιχείο που τόσο επιδέξια χρησιμοποιεί. Η δεξιοτεχνία του Child σε αυτό το είδος, αποδεικνύει γιατί έλαβε το Βραβείο Λογοτεχνίας του American Alpine Club.


 

Η ματαιοδοξία ήταν αυτό που με κατέλαβε και με έκανε να επισκεφτώ την πατρίδα μου την Αυστραλία για να λάβω μέρος στο Εθνικό Πρωτάθλημα Ορειβασίας της Αυστραλίας το 1993 στο όρος Βικτώρια κοντά στο Σύδνεϋ, με το πρόσχημα ότι συμμετείχα για ακαδημαϊκούς λόγους ώστε να δω πως θα αντιδρούσα κάτω από την πίεση κανόνων  και ενός ανταγωνιστικού περιβάλλοντος. Ήταν ένα είδος επιστημονικού πειράματος. Δεν έβλεπα σοβαρά τη νίκη και ως απόδειξη γι’ αυτό, αστειεύτηκα λέγοντας ότι στον προκριματικό γύρο θα φορούσα παραδοσιακό πέτσινο παντελόνι και έντονες κόκκινες κάλτσες, όπως οι αλπινιστές του παρελθόντος..
Αλλά δεν το έκανα.
Πίσω στον χώρο αυτοσυγκέντρωσης, σοβάρεψα. Δεν μπορούσα αλλιώς. Το κλίμα εκεί ήταν αποκαρδιωτικό. Οι συμμετέχοντες καθόντουσαν ήσυχοι κάτω απ’ τον φθινοπωρινό ήλιο σαν μικρές σαύρες να τεντώνονται, να κάνουν ασκήσεις αυτοσυγκέντρωσης, καλωδιωμένοι με τα Walkman τους, άλλοι βηματίζοντας πέρα-δώθε σαν θανατοποινίτες που μετρούν τα λεπτά πριν τους δέσουν τον κόμπο στο λαιμό. Παρασυρμένος σε αυτή τη νευρική διάθεση, όπως οι υπόλοιποι, περιμένοντας κι εγώ να περάσουν οι τρεις ώρες αναμονής μέχρι το δεκάλεπτο διαγωνιστικό μέρος στον τοίχο, έκανα αμέτρητες επισκέψεις στην τουαλέτα. Τα έντερά μου είχαν να δραστηριοποιηθούν τόσο πολύ από τη δυσεντερία που έπαθα το 1985 στο Πακιστάν.
Έξω, στην αρένα, με τον ύψους 45 ποδιών τοίχο, ακουγόταν το ουρλιαχτό του κοινού που δίψαγε για αίμα καθώς οι συμμετέχοντες του προηγούμενου διαγωνισμού σκαρφάλωναν και έπεφταν. Ο ιδρώτας μας άρχισε να παίρνει την ξηρή οσμή της υπερέντασης. Προσπάθησα να πιάσω την κουβέντα με τους συντρόφους μου. Γνώριζα από τις προηγούμενες εμπειρίες μου ότι σε δύσκολες περιπτώσεις και συνθήκες ορειβασίας, η κουβέντα καλμάρει τα νεύρα. Όμως η κουβέντα στον συγκεκριμένο χώρο περιλάμβανε την επίπληξη των διοργανωτών και την υποτίμηση των διαδρομών άλλων ορειβατών. Παρόλα αυτά κατάφερα να ξεκινήσω την κουβέντα με ένα νεαρό αθλητή του σκέιτμπορντ, ο οποίος με περισσή περηφάνια περιέγραφε πως αποβλήθηκε απ’ το σχολείο του λόγω χρήσης ναρκωτικών.
Παντού υπήρχαν φρουροί οπλισμένοι με μπούμερανγκ και όπλα, ώστε να μας εμποδίσουν να ξεγλιστράμε από δω κι από εκεί και να ξεκλέβουμε ματιές απ’ το αγώνισμα. Κανείς δεν μας εμπιστευόταν. Τελικά, ο φύλακάς μας έλαβε μήνυμα στο γουόκι τόκι του να μας συνοδεύσει μέχρι τον τοίχο για μια τρίλεπτη παρουσίαση της διαδρομής. Οδηγηθήκαμε παραταγμένοι μπροστά από το πλήθος που ξαφνικά είχε σωπάσει. Έμοιαζε με μια θρησκευτική ιεροτελεστία, λες και ο κόντρα πλακέ τοίχος ήταν ένα παγανιστικό κτίσμα, το πλήθος μια λατρευτική ορδή προσκυνητών, και εμείς οι προς θυσία αμνοί.

Η τρίλεπτη παρουσίαση της διαδρομής μας ξεκίνησε. Ο Mark Baker, ο νικητής των περισσότερων διαγωνισμών στην Αυστραλία, έβγαλε ένα ζευγάρι κιάλια, και άρχισε να επεξεργάζεται τον τοίχο, κρατώντας σημειώσεις σε ένα κομμάτι χαρτί.
«Το επιτρέπουν αυτό οι κανόνες;» ρώτησα.
«Φυσικά, στη Γαλλία το επιτρέπουν» απάντησε. Τότε πρόσεξα ότι και άλλοι έμπειροι διαγωνιζόμενοι επεξεργάζονταν τον τοίχο με εξάντες, γυαλιά νυχτερινής οράσεως και ακτινών Χ και στη συνέχεια σημείωναν με μεγάλη ταχύτητα κάτι ιερογλυφικά και εξισώσεις στα σημειωματάριά τους. Στηριζόμενος μόνο στη μνήμη μου, η οποία είχε σχεδόν από καιρό εξανεμιστεί από τις πολλές περιπλανήσεις σε υψόμετρα 8.000 μέτρων, συνειδητοποίησα ότι δεν είχα καμία ελπίδα. Το μόνο που έβλεπα μπροστά μου ήταν ανακατεμένα πλαστικά πιασίματα πάνω σε έναν ωκεανό από κόντρα πλακέ.
Αφού οδηγηθήκαμε πίσω στην απομόνωση, ξεκίνησε ο αρχικός προκριματικός γύρος του διαγωνισμού και ένας – ένας πηγαίναμε προς τον τοίχο. Όσο περισσότερο περίμενε κανείς, συνειδητοποίησα, τόσο πιο έντονα ήταν τα υποπροϊόντα της νευρικότητάς μας. Δεν προλάβαινα να κατουρήσω και χρειαζόταν να πάω ξανά τουαλέτα. Από πού ερχόταν όλο αυτό, δεν μπορούσα να καταλάβω.  Μέχρι το απόγευμα η τουαλέτα ήταν συνεχώς κατειλημμένη και μια ουρά διαγωνιζόμενων έκλεινε το δρόμο προς αυτή. Σίγουρα, ξεκινώντας τη διαδρομή σου πάνω στην τοίχο, κουβαλώντας περισσευούμενα υγρά στο σώμα σου ήταν ένα μειονέκτημα. Αν υπήρχε εκεί ένα κλύσμα, θα γινόταν μάχη για το ποιος θα το πάρει.
«Ε, κύριος» άκουσα μια νεανική φωνή να τσιρίζει «είσαι ένας από τους ορειβάτες;» Δύο παιδιά με τρίκυκλα είχαν προσπεράσει τους φρουρούς και στέκονταν μπροστά μου.
«Ναι» τους απάντησα.
«Τι κάνεις;» ρώτησαν.
«Κατουράω»
«Γιατί;»
«Γιατί έχω νευρικότητα»
«Φοβάσαι μήπως πέσεις;»
«Ναι»
«Τότε ποιο είναι το νόημα;»
«Φύγετε»
Η σειρά μου να σκαρφαλώσω ήρθε. Ανέβηκα στον τοίχο. Για τέσσερα λεπτά στο μυαλό μου υπήρχε ένα κενό. Και ξαφνικά είδα τον εαυτό μου στο τέλος της διαδρομής. Ω Θεέ μου, τώρα θα πρέπει να το ξανακάνω για τον Τελικό.

Διαβάστε ακόμα:  Βουνά... Πλυντήρια... Αστροναύτες...

Πίσω στην απομόνωση, κάθισα μαζί με άλλους 11 διαγωνιζόμενους για τον μεγάλο τελικό. Για αυτό τον γύρο σκέφτηκα να βγάλω ένα κουτί μπύρα από την τσάντα μου, να την ανοίξω απότομα για να βγάλει αφρό, να την κατεβάσω όλη και στη συνέχεια να φαω ένα τεράστιο μπέργκερ. Έτσι, για να δείξω ότι δεν το είχα πάρει στα σοβαρά.
Αλλά δεν το έκανα.
Τέσσερις ώρες πέρασαν πριν έρθει η σειρά μου να σκαρφαλώσω. Πέρασα την ώρα μου καθισμένος ήρεμα, φανταζόμενος τη διαδρομή με τα πλαστικά πιασήματα που θα έπρεπε να αντιμετωπίσω σύντομα. Οι σκέψεις της διαδρομής και μόνο έκαναν τα χέρια μου να ιδρώνουν. Ασυναίσθητα, παρόλο που καθόμουν ακίνητος, τα χέρια μου έμπαιναν μέσα στη  τσάντα κιμωλίας μου. Πριν το καταλάβω τα χέρια μου ήταν καλυμμένα από μια λευκή λάσπη τόσο κολλώδη όσο η κοιλιά του γυμνοσάλιαγκα. Τα καθάρισα και είδα ότι τα νύχια μου ήθελαν κόψιμο. Επανήλθα στις αισθήσεις μου και ανακάλυψα ότι είχα φουσκώσει πάλι και χρειαζόμουν τουαλέτα. Πριν προλάβω όμως να πάω, ένας φρουρός με έδεσε στο σχοινί και με έσπρωξε στην αρένα.
Στο πρώτο Πρωτάθλημα Snowbird του 1988, είχα δει τον Γάλλο Patrick Edlinger να καταπλήσσει το κοινό ανεβαίνοντας στην κορυφή ενός τοίχου που ήταν ότι πιο εντυπωσιακό υπήρχε στον κόσμο. Εκεί που οι άλλοι δυσκολεύονταν και έτρεμαν, ο Edlinger ελισσόταν κομψά σα χορευτής χωρίς βάρος, με τα ξανθά του μαλλιά να ανεμίζουν στο αεράκι. Αυτοί που τον παρακολούθησαν εκείνη τη μέρα, έμαθαν τι ακριβώς σήμαινε ο όρος «ποίηση εν κινήσει» και έφυγαν δακρυσμένοι από το χώρο πεπεισμένοι ότι η ορειβασία είναι τελικά τέχνη. Στην ορειβατική ζωή, υπάρχουν κάποιες πολύτιμες στιγμές κατά τη διάρκεια μιας αναρρίχησης, όπου ένα ηλεκτρικό τσίμπημα καταλαμβάνει όλο σου το σώμα. Ο Endlinger σίγουρα το ένιωθε μέσα στις φλέβες του εκείνη την ημέρα, και είτε ο χώρος σου είναι τα βουνά, είτε ο τοίχος αναρρίχησης, τα δάχτυλα του Γάλλου έστειλαν το ίδιο μήνυμα για όλους: να είσαι εκεί, να είσαι συγκεντρωμένος, να είσαι το καλύτερο που έχεις.
Αυτός όμως ήταν ο Endlinger, και αυτός είμαι εγώ. Αντιμέτωπος με τον τοίχο, και ένα πλήθος που είτε επευφημούσε είτε προπηλάκιζε –δεν μπορούσα να καταλάβω ακριβώς τι έκανε- οι όρχεις μου είχαν μαζευτεί λες και ήμουν περικυκλωμένος από οπλισμένους σκίνχετζ. Ένα τεράστιο ρολόι άρχιζε να μετράει τα πρώτα δευτερόλεπτα της αναρρίχησης μου. Η Κέιρα, η τετράχρονη κόρη ενός φίλου μου, μου έγνεφε μέσα από το πλήθος. Το έλαβα ως εμψύχωση μιας και ήταν πολύ μικρή για να με μισεί, και επίσης της είχα διαβάσει παραμύθια εκείνη την εβδομάδα. Τότε ήρθα αντιμέτωπος με τον τοίχο, άρπαξα μια λαβή και όρμησα στον αγώνα.

Ακολουθώντας τη διαδρομή μου μπροστά από τους κριτές, τους φωτογράφους και τους καμεραμεν, κρεμάμενος από σχοινιά και σκαλωσιές, ανέβηκα γύρω στα δέκα πόδια ψηλά, μέχρι που έφτασα σε μια οροφή ύψους τεσσάρων ποδιών. Κάπου εκεί αισθάνθηκα την πρώτη δυσκολία. Σημάδια από κιμωλία, αίμα και νυχιές πάνω στο κόντρα πλακέ, μου έδειξαν πόσο ψηλά είχαν φτάσει οι αντίπαλοί μου και πόσο δύσκολη ήταν η κίνηση σε εκείνο το σημείο. Πιάνοντας μια ενοχλητική τσέπη με το ένα χέρι, και ένα πλαστικό πιάσημο με το άλλο, εντόπισα το πόμολο που έπρεπε να πιάσω και επικεντρώθηκα στο πως θα το φτάσω.
Η φασαρία από το πλήθος μου έδειχνε ότι η απόσταση του χεριού μου από το πιάσημο όλο και μίκραινε. Ήταν ένας ήχος γεμάτος θετική ενέργεια που με παρακινούσε και ώθησε τα δάχτυλά μου ένα χιλιοστό πιο κοντά στο στόχο τους. Μέσα στη φασαρία εντόπισα τις κραυγές της Κέιρα «Έλα Greg, Προχώρα Greg!”  φώναζε. Η φωνή της μου έφερε στο μυαλό εικόνες από το παραμύθι που της διάβαζα και επισκίασε όλες μου τις σκέψεις. Αντί να επικεντρωθώ σε ένα συγκεκριμένο σημείο, μπροστά στα μάτια μου πέρασε ένας λιλά ιπποπόταμος που χοροπηδούσε.
«Βούλωσέ το Κέιρα, Βούλωσέ το Κέιρα» σκέφτηκα. Τότε είδα την αντανάκλασή μου επάνω στο φακό μιας τηλεοπτικής κάμερας στραμμένης προς εμένα. «Σκατά» σκέφτηκα, «Δε μοιάζω καθόλου με τον Patrick Edlinger. Είμαι σα την φωτογραφία στο δίπλωμα οδήγησής μου.»
Το αίμα εγκατέλειψε τα χέρια μου, αφήνοντάς τα μουδιασμένα και κρύα, και συγκεντρώθηκε στους βραχίονες μου που πρήστηκαν σα λουκάνικα. Τα πόδια μου ταλαντεύτηκαν στον αέρα. Ξαφνικά αισθάνθηκα πολύ βαρύς, σαν κάποιος να έβαλε τούβλα στις τσέπες μου. Ήταν η στιγμή του τώρα ή ποτέ, και έτσι τινάχτηκα προς το πιάσημο.
Τα δάχτυλά μου έχασαν το στόχο τους. Το μόνο που άρπαξα ήταν αέρας και έπεσα στο σχοινί. Ένας ήχος απογοήτευσης ακούστηκε από το κοινό που στη συνέχεια χειροκρότησε. Όλα έγιναν μέσα σε μόλις δυόμισι λεπτά.

Λίγο αργότερα, ο Mark Baker στέφτηκε νικητής, το κοινό κατευθύνθηκε προς το μπαρ και οι εργάτες άρχισαν να αποσυναρμολογούν τον τοίχο. Παρόλο που δεν ήμουν τελευταίος στην κατάταξη, ήμουν αρκετά μακριά από τους πρώτους. Το πείραμά μου ήταν μια επιτυχία. Τουλάχιστον, έμαθα ότι οι ωτοασπίδες είναι χρήσιμες για να μην ακούς τη φασαρία φασαριόζικων θαυμαστών. Επίσης την επόμενη φορά θα φέρω ένα τηλεσκόπιο. Και για να αποδείξω ότι δεν το βλέπω σοβαρά, στον επόμενο διαγωνισμό θα ανέβω στον τοίχο με πιολέ και κραμπόν. Είμαι σίγουρος ότι δεν υπάρχει τίποτα στους κανόνες του ULAA που να τα απαγορεύει.

Κείμενο: Greg Child, από το βιβλίο «Over the Top. Humorrus Mountaineering Tales».
Μετάφραση: Αλ. Λιάπης, φωτο: η Σ. Ηλιοπούλου στο 23° πρωτάθλημα αναρρίχησης στον Αλμυρό (φωτό: Λ. Ανέστης).

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Οι εκδόσεις ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ξεκίνησαν την άνοιξη του 98 με την έκδοση του πρώτου ομώνυμου τεύχους. Από τότε έχουν εκδοθεί 73 τεύχη, 8 τίτλοι βιλίων με ανάλογο περιεχόμενο και συνεχίζουμε...