SMS απ’ το πατάρι

Τα βουνά πρέπει να μπορείς να τα κοιτάζεις με το κεφάλι σκυμμένο χαμηλά

0
333

Έχουν περάσει 3 ώρες μέσα σ’ αυτήν τη στενή σκουπιδοσακούλα και παρά το ότι τη γυρνάω μέσα έξω κάθε 10 λεπτά, δεν μπορώ να ζεσταθώ με τίποτα. Ο Χρηστάρας βουβός μέσα στο μπίβισακ.

Δυό περιπτώσεις υπάρχουν ή εγώ είμαι πολύ βούτυρο… ή απλά κάνει πολύ κρύο. Θερμόμετρο δεν έχω ευτυχώς! Το παραμύθι ότι θα΄ναι γύρω στους -14°C βολεύει γιατί το έχω ξανακάνει.
Μια ξαφνική ριπή και η σκουπιδοσακούλα μου χορεύει πάνω κάτω στην ορθοπλαγιά με παρτενέρ τον άνεμο και εγώ σαν ντροπαλό αγόρι που δεν ξέρει να χορεύει, την παρακαλάω να κάτσει κάτω μαζί μου. Άκυρο. Έφυγε βιαστικά μαζί του για άλλο μαγαζί.
Τρίψε, κούνα, φύσα, όλα τα δοκίμασα αλλά τα δάχτυλα μου δε ζεσταίνονται. Ακόμα και η εις βάθος κωλονοσκοπική μέθοδος αναθερμάνσεως του αντίχειρα, αποδεικνύεται τελείως αναποτελεσματική. Το μόνο που κατάφερα είναι να με πονέσει ο καρπός, τι να σου κάνει κι αυτός μισή ώρα ανάμεσα σε 70 κιλά και ένα παταράκι μεγέθους βιντεοκασσέτας; Κάθε φορά που έγερνα το κεφάλι μου ξυπνούσα βίαια καθώς βρισκόμουν μετέωρος και ξαναπροσπαθούσα να κάτσω κάπως αλλιώς μπας και σταθώ εκεί.

Μιά ώρα μετά το ελικόπτερο μας ακουμπάει γλυκά στις πλαγιές του χιονοδρομικού. Ευχαριστώ το διασώστη από τα βάθη της καρδιάς μου σφίγγοντας του δυνατά το χέρι και από μέσα μου κρυφογελάω….πού να’ ξερες με ποιο χέρι σε χαιρέτησα;!


Υπομονή. Μάρτης είναι και η μέρα μεγάλη. Δε θ’ αργήσει να ξημερώσει. Οι σπασμοί όμως έχουν πλήρως αντικαταστήσει το ρολόι που δεν έχω. Επίπονο αλλά ωραίο παιχνίδι: τρεiς σπασμοί και δευτερόλεπτο – τι ώρα είναι;;;
Γυρίζω τη σακούλα μου για πολλοστή φορά και τι να δώ; Ξημερώνει. Ποιος βγαίνει τώρα έξω στο κρύο σκέφτομαι και γελάω μόνος μου. Τσακώνομαι με τη σακούλα αλλά την καταφέρνω. Ωσάν έμπειρη μοδίστρα τη μεταποιώ σε trendy γιλεκάκι και δε χαρίζω τη ζεστασιά της σε κανέναν. Διαλύουμε το μπιβουάκ, φορτώνουμε υλικά και ξεκινούν οι ανιχνευτικές σχοινιές. Πάει ο Χρήστος μπροστά, άλλωστε αν έπιανα πιολέ στα χέρια μου, στο Ζερμάτ θα νομίζανε οτι είχαμε τρυπάνι. Η ανικανότητα μου να σταματήσω να τρέμω σαν δίχρονο παπάκι έχει φορτώσει το βουνό με όλα τα περιτυλίγματα των φαγητών μου. Βρίζω.
Εδώ στα 4100, πάνω απ΄τα 2/3 της ορθοπλαγιάς έχουμε χαθεί, ο καιρός χαλάει, το κραμπόν μου έχει σπάσει και η υποτιθέμενη ανεξάντλητη αντοχή μου στο κρύο έχει εξαφανιστεί παίρνοντας μαζί της και τον τσαλακωμένο εγωισμό μου «Χρήστο ώρα να πάρουμε τον ……ο», η τέλοσπαντων το ψάρι (βλ. REGA: ελβετική διάσωση της οποίας το όνομα απαλύνει προσωρινά την ντροπή του ηττημένου ορειβάτη).
Μιά ώρα μετά, το ελικόπτερο μας ακουμπάει γλυκά στις πλαγιές του χιονοδρομικού. Ευχαριστώ το διασώστη από τα βάθη της καρδιάς μου σφίγγοντας του δυνατά το χέρι και από μέσα μου κρυφογελάω….πού να’ ξερες με ποιο χέρι σε χαιρέτησα!
Κοιτάζω ψηλά και καταλαβαίνω: «τα βουνά πρέπει να μπορείς να τα κοιτάζεις με το κεφάλι σκυμμένο χαμηλά»

Υ.Γ. Το μετεωρολογικό δελτίο για εκείνη τη νύχτα λέει: -19°C στα 4000μ και 40 μίλια αέρα περίπου, -28°C δηλαδή. Εκεί, λίγο παραπάνω για την ακρίβεια, πέρασε απ το νου μου ότι για μένα δε θα ξημερώσει ποτέ. Ήμουν απλά τυχερός. Στο Eiger για δύο παιδιά, η επόμενη μέρα δεν έδυσε ποτέ.

κείμενο: Δημήτρης Δασκαλάκης

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Οι εκδόσεις ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ξεκίνησαν την άνοιξη του 98 με την έκδοση του πρώτου ομώνυμου τεύχους. Από τότε έχουν εκδοθεί 73 τεύχη, 8 τίτλοι βιλίων με ανάλογο περιεχόμενο και συνεχίζουμε...