Πέντε μέρες στον Όλυμπο τα Χριστούγεννα

0
924

Από τα «εκδρομικά του 1932 μεταφέρουμε την περιγραφή – από τον Κλεόβουλο Δενδρινό – της πρώτης χειμερινής ανάβασης του Στεφανιού στον Όλυμπο∗, από τους G. Donier,  Κ. Δενδρινό και Κ. Νάτση. Πέρα από το ίδιο το κείμενο που μας δίνει μια χαρακτηριστική εικόνα του τρόπου και της λογικής που ανέβαιναν οι Έλληνες ορειβάτες του μεσοπόλεμου στα βουνά, ενδιαφέρον έχουν και τα συμπεράσματα του συγγραφέα: άλλα σωστά (για τη χρήση σκι) και άλλα τελείως λάθος (όπως ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος χιονοστιβάδων!). Στο κείμενο έχει κρατηθεί η σύνταξη και η ορθογραφία του πρωτότυπου. Απολαύστε το! 

«Την παραμονή των Χριστουγέννων το βράδυ, αναχωρούσαμε από την Αθήνα με την ταχεία μια συντροφιά από οκτώ άτομα μεταξύ των οποίων τρεις γυναίκες. Η αναχώρησις μας αυτή είχε κάτι το εξαιρετικά χαρμόσυνο για μας διότι αρκετοί φίλοι βρέθηκαν στο σταθμό για να μας ευχηθούν επιτυχία την ανάβασή  μας εκείνη του Ολύμπου. Οι ίδιοι φίλοι μας προσεφέρθησαν με ενθουσιασμό να μας βοηθήσουν στην τακτοποίηση των εφοδίων μας που όλων μαζί  αποτελούσαν έναν όγκο αξιοπρόσεχτο, αρκεί να φαντασθεί κανείς 8 ζεύγη σκι, σχοινιά, πιολέ, ρακέτες, γκραμπόν, ρούχα και τρόφιμα για 6 μέρες που ο καθένας έφερνε μαζί του και θα έχει μια μικρογραφία του φορτίου του καθενός μας.


Διασταύρωση - Οροπέδιο Μουσών

  • Απόσταση 13519 m
  • Χρόνος 6 h 0 min
  • Ταχύτητα 2 km/h
  • Χαμηλότερο 1096 m
  • Ψηλότερο 2695 m
  • Σύν. ανάβασης 1807 m
  • Σύν. κατάβασης 209 m

Επιτέλους με συγκίνηση αποχαιρετίσαμε οριστικώς τους ευγενικούς μας φίλους, και συντρόφους άλλων ευχαρίστων αναβάσεων σε βουνά της πατρίδας μας, στις 8:45΄και η ταχεία έφευγε βραδέως… προς τον σκοπό μας. Ο σύντροφός μας κ. Dorier μας καθοδηγεί και τακτοποιούμε ακόμα καλλίτερα τις αποσκευές μας για να μην παρεμποδίζεται η κυκλοφορία του κοινού μέσα στο βαγόνι. Η βραδιά ήταν ωραία και το φεγγάρι μας επέτρεπε να βλέπουμε από το βαγόνι μας σε πολύ μεγάλη απόσταση τις σιλλουέτες των γύρω γνωστών μας χιονισμένων βουνών. Χαρήκαμε με τη σειρά τους ένα, ένα χωριστά και όλα μαζί, τα βουνά της Αττικής, της Ευβοίας και Βοιωτίας. Οι χιονισμένες κορφές τους μέσα στην φεγγαρόφωτη νύχτα θέαμα από τα σπάνια. Όσο το τρένο προχωρούσε τόσο και βλέπαμε πράγματα υψηλότερου ενδιαφέροντος. Η σειρά που είδαμε τα βουνά μας ήτανε : Πεντέλη, Πάρνηθα, στο βάθος ΒΑ τα Ευβοϊκά βουνά με την Διρφυκή πυραμίδα ολόασπρη και στηθάτη, τον θολωτό Κτυπά, τον Ελικώνα, τον Παρνασσό.  Στον ουρανό δεν υπήρχε κανένα σύννεφο και έτσι το φεγγάρι έριχνε τόσο φως που έμοιαζε σαν μέρα. Οι χιονισμένες κορφές του Παρνασσού άπλωναν τις πελώριες σκιές τους πάνω στα κάτασπρα και απότομα πλάγια του και έφταναν ως κάτω στον επίσης χιονισμένο κάμπο. Και εμείς προχωρούσαμε … μεταφερόμενοι μέσα στο βαγόνι μας σαν σε όνειρο που μας πήγαινε σε επιθυμητούς τόπους. Από τη Δαύλεια και πέρα ήταν όλα άσπρα ως απέξω από το τραίνο, αυτό μας ενθουσίαζε ιδιαιτέρως και δεν χάναμε καμία ευκαιρία να μην χαρούμε σαν μικρά παιδιά για ό,τι βλέπαμε. Ο κ. Dorier και η δις Arpinette μας βεβαίωναν πως είχαν την εντύπωση πως ταξιδεύουν στην Ελβετία.

Στη Λάρισα όταν ξυπνήσαμε είδαμε με  έκπληξή μας πως στα τζάμια του βαγονιού μας είχε σχηματισθεί παχύ στρώμα πάγου, αποτέλεσμα της μεγάλης διαφοράς που είχε η εσωτερική από την εξωτερική θερμοκρασία. Παραλάβαμε από εκεί το γνωστό ορειβάτη και φίλο μας ιατρό κ. Αντων. Στεφανίδη που είχε έλθει από Κοζάνη και συνεχίζαμε και πάλι το ταξίδι μας. Ακόμη δεν είχε δύσει το φεγγάρι όταν αντικρίσαμε τις δίδυμες μεγάλες κορυφές του Ολύμπου να σουβλίζουν τον γαλανό ελληνικό ουρανό ενώ το αυτί μας ξεχώριζε το απαλό παιχνίδισμα της θάλασσας στην αμμουδιά του Πλαταμώνα. Ήταν ακόμα νύχτα μα ωστόσο το φως του φεγγαριού και η ανταύγεια του χιονιού  έκαναν να βλέπουμε σαν να ήταν μέρα! Όσοι από την συντροφιά μας αντίκριζαν για πρώτη φορά το ομολογουμένως θείο όραμα του ιερού μας βουνού, του Ολύμπου, άφηναν τον ενθουσιασμό τους να ξεσπά σε επιφωνήματα χαράς τα οποία οι άλλοι συνταξιδιώτες μας φαίνεται πως δυσκολεύονταν να εξηγήσουν.

 ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ   

Το απόγευμα φύγαμε από το χιονισμένο Λιτόχωρο για τον ανέβασμα στις κορυφές. Στο Λιτόχωρο η εμφάνισή μας ξάφνιασε οπωσδήποτε τους ειρηνικούς του κατοίκους, που μας έβλεπαν εξοπλισμένους με κάθε λογής σύνεργα αλπιβατικά. Σε δυόμιση ώρες ανηφορίζοντας είχαμε φθάσει στη θέση Σταυρός κι από κει άλλοι φορώντας τα σκι και άλλοι πεζοί… σε μία ώρα ακόμα φθάναμε στο σημείο που διχάζεται ο δρόμος πηγαίνοντας προς Β. για το «Άσυλον Μουσών» και προς Ν.Δ. συνεχίζει για το Μοναστήρι. Από κει χωριστήκαμε σε δύο ομάδες η μία των οποίων αποτελουμένη από τον υποφαινόμενο, τους κ.κ. G.Dorier, Αντώνιο Στεφανίδη ιατρόν, Κ. Νάτση και Τριάντ. Παπατριανταφύλλου βαδίσαμε προς το «Άσυλον Μουσών», η δε άλλη αποτελουμένη από την κ. Dorier, και τας Δας Erichon και Arpinette Chamkoul με την οδηγία ενός αγωγιάτη βάδισαν προς το Μοναστήρι. Η ώρα που χωριστήκαμε ήταν 5 το βράδυ και υπολογίζαμε πως ύστερα από 5-6 ώρες το πολύ θα βρισκόμαστε στο «Άσυλο Μουσών», μα τα πράγματα δεν βγήκαν όπως τα υπολογίζαμε. Το χιόνι όσο αναβαίναμε κατά φυσικό λόγο ήταν και περισσότερο που αναλόγως μας εδυσκόλευε και την ανάβαση, όταν όλως απότομα σε κάποιο μέρος βρεθήκαμε μέσα σε εξαιρετικώς μεγάλη ποσότητα χιονιού που έκανε τελείως αδύνατη την ανάβαση χωρίς τα σχετικά εφόδια. Αφού φορέσαμε τα σκι – όσοι είχαμε  – και άλλοι τις ρακέτες, συνεχίσαμε την ανάβαση αλλά με αισθητώς ελαττωμένη ταχύτητα, οι 6 ώρες πέρασαν πολύ εύκολα χωρίς εμείς να πλησιάσουμε και πολύ προς το «Άσυλο Μουσών». Κρίθηκε απαραίτητο να κάνουμε μια στάση για ανάπαυση, βρέθηκε αμέσως το κατάλληλο μέρος, κάτω από ένα έλατο σε μέρος απάνεμο. Απομακρύναμε όσο μπορούσαμε με τα πιολέ, το χιόνι ολόγυρα από το έλατο χωρίς να μπορέσουμε να φτάσουμε το έδαφος – σ’ αυτό θα μας βοηθούσε πολύ αν είχαμε ένα μικρό φτυάρι – και κυκλοφορώντας με τα  σκι κόψαμε αρκετά ξύλα από τα γύρω δένδρα – οξυές, έλατα – με τα οποία ύστερα από μια γερή προσπάθεια κατορθώσαμε ν’ ανάψουμε μια καλή φωτιά της οποίας η φιλική συντροφιά μας επέτρεψε να ζεσταθούμε τόσο όσο μας χρειαζότανε για να  μπορέσουμε να κοιμηθούμε 2-3 ώρες. Από το μέρος εκείνο εχαρήκαμε μια ωραία εικόνα εξαιρετικού ενδιαφέροντος. Ανάμεσα στα γυμνά κλαριά από τις οξυές, φαινόταν ο ολοστρόγγυλος δίσκος του φεγγαριού που έριχνε το φως του πέρα κάτω μακριά, απάνω στα γαλάζια νερά του Θερμαϊκού κόλπου σχηματίζοντας έτσι μία σπάνια σύνθεση με πρώτο μέρος εμάς τους καθισμένους ολόγυρα στην επιθυμητή φωτιά μας την αναμμένη επάνω στο χιόνι που αντί να λιώσει εξ’ αιτίας της εκείνο γινόταν σκληρότερο και το φιλόξενο ελάτι που άπλωνε τα κλαριά του σαν στοργική αγκαλιά επάνω από μας τους νυχτοστρατοκόπους. Όλα ήτανε μια ευλογία Θεού, μέσα σε όλως διόλου ελληνική ατμόσφαιρα. Ομορφιά χιονισμένου βουνού, απαράμιλλο γαλάζιο ουρανού ξάστερο και μακάρια ηρεμία ακρογιαλιού. Ένα θαύμα φυσικής ομορφιάς καθαρώς ελληνικής. Έτσι όμορφα περάσαμε τη νύχτα των Χριστουγέννων εμείς ανεβαίνοντας στον Όλυμπο.

ΠΡΟΣ ΤΟ «ΑΣΥΛΟΝ ΤΩΝ ΜΟΥΣΩΝ»       

Η στάσις μας αυτή, μας ξεκούρασε τόσο όσο χρειαζότανε για να συνεχίσουμε με διάθεση την ανάβαση μας κατά τις 4 το πρωί με κατεύθυνση το «Άσυλο των Μουσών». Η προς αυτό πορεία μας θα ήτο ομαλότερη, συντομότερη και ολιγότερον επίπονη αν δύο εκ των συντρόφων μας δεν εστερούντο «σκι» τα οποία αποδείχθησαν απαραίτητα δια τας χειμερινάς αναβάσεις εις βουνά σκεπασμένα με χιόνι.  Οι ρακέτες, όταν μάλιστα εις το βάρος του σώματος προστίθεται και βάρος 30-35 οκάδων όπως εζύγιζεν ο σάκος του καθενός από εμάς απεδείχθησαν ελάχιστα εξυπηρετικές και δεν τις συνιστώ εις μέλλοντας  αναβάτες του Ολύμπου ή άλλου χιονισμένου βουνού κατά τον χειμώνα. Τέλος φθάσαμε μετά πεντάωρον ακόμη πορεία αναβάσεως – εις το ποθητόν «Άσυλον των Μουσών» το οποίον παρέχει μεγάλην ευκολίαν διαμονής εις όσους πρόκειται ν’ ανέλθουν εις τις κορυφές του Ολύμπου από τη Σκούρτα κατά το χειμώνα. Εκεί, στο «Άσυλον των Μουσών» που αποτελεί και ενδιαίτημα του φίλου μας γνωστού ζωγράφου και ορειβάτου κ. Βασιλ. Ιθακησίου, χάρη σ’ αυτόν και τον καλό μας φίλο και τολμηρό οδηγό του Ολύμπου Χρήστο Κάκαλο, νερό και ξύλα – ό,τι μας χρειαζότανε – άφθονα. Από τη θέση αυτή, που είναι προστατευμένη από όλους τους αντίξοους καιρούς σε τρόπο που να παρέχει στέγη ασφαλή – χωρίς να είναι σπηλιά – στους ορειβάτες σε κάθε εποχή του έτους, επειδή μοιάζει έτσι σαν εξώστης έχει κανείς την ευκαιρία να χαρεί την άγρια ομορφιά των γύρω τοπίων και ν’ απολαύσει ιδιαιτέρως το άγριο και συγκλονιστικό συνάμα θέαμα που παρουσιάζουν οι τρομαχτικές «ρουγκάδες»* που όταν ο καιρός ζεσταίνει η βρέχει, ξεκόβονται από την υπό την περιοχή της κορυφής Λειβαδάκι πλευρά και κατρακυλούν προς το βάθος της χαράδρας του Αγίου Διονυσίου ενώ παρασύρουν στο          * με την χαρακτηριστική αυτή ελληνική λέξη ονομάζει ο Κάκαλος τις avalanche

πέρασμά τους ό,τι βρουν από πέτρες και δένδρα και ο αντίλαλος επαναλαμβάνει το τρομερό βουητό …ρρρ ουγ γγγγ χχχχ! Αυτές είναι οι ρουγκάδες του Ολύμπου! Την τόσο επιτυχή εκλογή της θέσεως αυτής μόνο ένας καλλιτέχνης – ορειβάτης μπορούσε να την κάνει κι αυτός είναι ο Ιθακήσιος του οποίου οι ορειβάτες με ευγνωμοσύνη εις το μέλλον θ’ αναφέρουν το όνομα το οποίο είναι αρκετά συνδεδεμένο με το φιλόξενο αυτό Άσυλο των Μουσών και ανθρώπων, και πάρα πολύ με το βουνό του Ολύμπου ολόκληρο.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΡΟΝΟ ΤΟΥ ΔΙΟΣ    

Ύστερα από 10ωρο περίπου ανάπαυση στο Άσυλο Μουσών, χωριστήκαμε και πάλι σε δύο ομάδες και τούτο με εξαιρετική μας λύπη διότι όπως μας είχε διδάξει η μέχρι εκεί ανάβασίς μας ήταν τελείως αδύνατο εις τους μη εφοδιασμένους με σκι να ακολουθήσουν με μόνο τις ρακέτες χωρίς να καθυστερήσει η όλη εκτέλεση της αναβάσεως εις τον Θρόνον του Διός η οποία μεταξύ των άλλων είχε και κινδύνους χάρις εις το ότι τα σκι δεν ήταν η μόνη έλλειψις των αγαπητών μας συντρόφων, τους έλειπαν π.χ. γκραμπόν και πιολέ, εφόδια άνευ των οποίων απεδείχθη ότι κατά τον χειμώνα η άνοδος εις τον Όλυμπο – τας κεντρικάς κορυφάς Μύτικα και Θρόνο Διός – είναι αδύνατος. Επιτέλους κατά τις 2 το πρωί της 27 Δεκεμβρίου αφήναμε τους συντρόφους μας, ιατρόν Αντ. Στεφανίδη και Τριαντ. Παπατριανταφύλλου εις το Άσυλον Μουσών και ανηφορίζαμε για τον Θρόνο του Διός. Οι σύντροφοί μας ξεκίνησαν κατόπιν μας με την ίδια κατεύθυνση ακολουθούντες τα ίχνη μας με την πρόθεση να φθάσουν τουλάχιστον μέχρι του υψιπεδίου του Προφήτη Ηλία απ’ όπου σύμφωνα με τους υπολογισμούς μας θα συναντώμεθα κατά την επιστροφήν μας. Όλοι οι εν προκειμένω υπολογισμοί  τόσο οι δικοί μας, όσο και των συντρόφων μας ανετράπησαν, είχαμε υπολογίσει το πολύ 10ωρο εν συνόλω πορείαν αναβάσεως και καταβάσεως και παρήλθον 26 ώρες δια να επανέλθωμεν εις το «Άσυλον Μουσών».

ΤΑ ΑΠΡΟΟΠΤΑ ΤΟΥ ΣΚΙ

Το φεγγάρι μας βοηθούσε ν’ ανεβαίνουμε με τα σκι τις χιονισμένες πλαγιές εγώ, ο Dorier και ο Νάτσης, σαν να ‘τανε μέρα. Οι σάκοι μας ήταν κατά πολύ ελαφρότεροι διότι αφήσαμε πολλά από τα πράγματά μας στο «Άσυλο Μουσών» κι αυτό μας ευκόλυνε πολύ στην αναρρίχηση (;) με τα σκι. Όσο ανεβαίναμε η κλίση του εδάφους εγίνετο απότομη περισσότερο, φαινόταν σχεδόν σαν όρθια, το χιόνι ήταν περισσότερο σκληρό, σχεδόν παγωμένο, και το ανεβαίναμε με συχνούς ελιγμούς, φορώντας πάντα τα σκι. Σε μία στιγμή χρειάστηκε να διαβούμε από το ένα εις το άλλο μέρος μιας χαράδρας γεμάτης χιόνι, η κλίση χωρίς υπερβολή θα ήταν 75ο, προχωρεί πρώτος ο σύντροφος και δάσκαλός μας ο Dorier, ακούμε με ανατριχίλα το ξερό χρρρ, χρρρ, χρρ, που έκαναν τα σκι ενώ τα χτυπούσε για να πιάσουν επάνω στην τόσο κεκλιμένη  επιφάνεια του παγωμένου χιονιού. Η καρδιά μας εσφίγγετο περισσότερο ενώ τον παρακολουθούσαμε, όταν έφθασε στο πέρασμα, στην άκρη, και διακρίναμε πως σχηματίζει κοίλωμα που δεν άφηνε να εφάπτεται όλη η επιφάνεια του σκι, πράγμα που έκανε άμεσο τον κίνδυνο του γλιστρήματος του συντρόφου μας και εξ’ ενστίκτου το μάτι μας αναμετρά το μάκρος της χαράδρας και δεν συναντά πουθενά το τέλος  της! Επιτέλους ανακουφιζόμαστε σαν από τον σκληρότερο βραχνά, μόλις τον είδαμε να ξεφεύγει τον κίνδυνο και να βρίσκεται σε μέρος ασφαλές. Σε λίγο τον ακολούθησα εγώ κι ύστερα ο φίλος Νάτσης, μα ωστόσο ποτέ δεν πρέπει να υποτιμά κανείς τον κίνδυνο που είναι εύκολο να έρθει από εκεί που δεν τον περιμένεις. Αφού είχα περάσει το δύσκολο μέρος που περιέγραψα, ένα γλίστριμα πάνω σε παγωμένο χιόνι με έριξε κάτω στη χαράδρα την οποία είχαμε περάσει προ ολίγου. Μια απόπειρά μου να κρατηθώ σε ένα μικρό ρόμπολο που βρέθηκε στη διάβασή μου δεν με ωφέλησε σε τίποτα, διότι, η ταχύτητα είχε πολλαπλασιάσει αναλόγως το βάρος μου και εκείνο που κατάλαβα ήταν ότι ύστερα από 15 ΄΄ περίπου είχα σταματήσει παρ’ ελπίδα και ως εκ θαύματος σε απόσταση βάθους περίπου 200 μέτρων στον κατήφορο της παγωμένης χαράδρας με την κλίση των 75ο. Η  πρώτη μου φροντίδα ήταν να καθησυχάσω τους συντρόφους μου, οι οποίοι πίστευαν πολύ λιγότερο από εμένα ότι θα με ξαναέβλεπαν, με μια δυνατή φωνή πως : «Δεν έπαθα τίποτα!». Αφού συνήλθα λίγο από την συγκίνηση της πτώσεως από την οποία ομολογώ ότι δεν είχα ανησυχήσει σοβαρώς και τούτο διότι, το μέχρις εκεί που σταμάτησα φτάσιμό μου έμοιαζε μάλλον με εκσφενδόνιση, γεγονός το οποίο δεν μου έδωσε καν τον καιρό να σκεφθώ απολύτως τίποτα, εν τούτοις όμως είχα μια βεβαιότητα πως θα σωθώ και γι’ αυτό προσπαθούσα με κάθε δυνατό τρόπο, που το ένστικτο της αυτοσυντηρήσεώς μου υπέβαλλε να εξουδετερώσω την κεκτημένη ταχύτητα. Αυτό το διαπίστωσα αργότερα από τα χέρια μου που ήταν καταματωμένα. Επειδή είχα μείνει με ένα μπαστούνι ελευθέρωσα τα πόδια μου από τα σκι και άρχισα να ανεβαίνω προς συνάντηση των συντρόφων μου τους οποίους συνάντησα μετά πάροδο 3 περίπου ωρών επί του εκτεταμένου οροπεδίου της Σκούρτας. Κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα συνδεόμεθα με φωνές χαράς εκατέρωθεν. Έφτασα κοντά τους φορτωμένος τα σκι στην πλάτη και τα γκραμπόν στα πόδια. Οι σύντροφοί μου μ’ αγκάλιασαν και με φίλησαν από τον ενθουσιασμό τους που με ξαναέβλεπαν κοντά τους. Όταν η μέρα χάραζε πέρα από της Βόρειες Σποράδες απ’ όπου αργότερα βγήκε ο ήλιος, και το φεγγάρι έχανε το φως του ενώ βρισκότανε πάνω από την κορυφή του Προφήτη Ηλία, εμείς είχαμε φτάσει στην κορυφή της Σκούρτας από την οποία θα έπρεπε να συνεχίσουμε κατ’ άλλο τρόπο την προς τις κορυφές πορείαν μας. Εκεί στο οροπέδιο της Σκούρτας, από το οποίο ωραίο θέαμα παρουσίαζαν οι ψηλές κορυφές του Ολύμπου, αφήσαμε τα σκι μας καρφωμένα στο χιόνι,  οπλισθέντες κατ’ άλλο τρόπο για το πέρασμα του περίφημου λαιμού της που αποτελεί – την χειμερινή περίοδο – ένα συγκλονιστικά ωραίο θέαμα. Έχει μάκρος περίπου 1.500 μ. και είναι το μοναδικό πέραμα προς τις κορυφές εκ της ΒΑ πλευράς. Δεθήκαμε όπως έπρεπε και οι τρεις με κατάλληλο σχοινί και προχωρήσαμε προς τον λαιμό σε απόσταση 10 περίπου μέτρων ο ένας από τον άλλο, μπροστά προχωρούσε ο τολμηρός και πεπειραμένος αλπινιστής σύντροφός μας, Dorier και ακολουθούσαμε εμείς κατόπιν του.

olympos dendrinos
Ανάβαση με σκι στον Όλυμπο τη δεκαετία του 30.

Το εξαιρετικό επικίνδυνο σαμάρι που ήταν σχηματισμένο από το στοιβαγμένο χιόνι επάνω στο λαιμό ελίσσετο, ανέβαινε, κατέβαινε, το μάτι μας δεν έβρισκε τίποτα απάνω στο οποίο να μπορεί να ξεκουραστεί, διαρκώς αντικρίζαμε δεξιά και αριστερά αβυσσαλέο χάος. Σε τέτοιες στιγμές το μυαλό του ανθρώπου σταματάει μπροστά στη σκέψη του από τη μία ως την άλλη στιγμή επικειμένου κινδύνου ομαδικού κατρακυλίσματος. Μα είχαμε απόλυτη πίστη στην πείρα και στην προσοχή του Dorier που προχωρούσε με κάθε προφύλαξη. Στη θέση «Γκαβού» συναντήσαμε περίφημες κορνίζες από παγωμένο χιόνι που κρέμονταν στο χάος ενώ απέληγαν σε σταλαχτίτες που το φως του πρωινού ήλιου τους έκανε να λάμπουν φαντασμαγορικά. Είμαστε υποχρεωμένοι να διαβούμε πάνω από δαύτες, παρ’ όλον ότι καταφανή ρήγματα έδειχναν πως ήταν πολύ πιθανός ο κίνδυνος να ξεφύγουμε μαζί με τα χιόνια και οι τρεις μας δεμένοι όπως είμαστε προς την βαθειά και ατελείωτη χαράδρα*.

– Μα όταν έχει κανείς συντροφιά ένα Dorier και ένα Νάτση και τα πιο δύσκολα περάσματα τα διαβαίνει χωρίς κίνδυνο!

Η πορεία μας (;) εγίνετο πολύ αργά και με κάθε προφύλαξη, σε πολλά σημεία η επιφάνεια από την οποία είμαστε υποχρεωμένοι να διαβούμε έμοιαζε με μαχαίρι. Αριστερά, δεξιά χάος απροσδιόριστο.

Ο πρώτος, ο Dorier, φρόντιζε να εξετάζει τις σχηματισμένες κορνίζες από τις  οποίες αναγκαστικά διαβαίναμε και κρατούσε το πιολέ στα δυο του χέρια έτοιμος να το μπήξει στο χιόνι στην περίπτωση γλιστρίματος, ο δεύτερος, ο Νάτσης, πρόσεχε τον Dorier και ήταν έτοιμος να πέσει προς το αντίθετο μέρος της ετέρας των χαραδρών για να συγκρατήσει τον σύντροφό μας Dorier σε περίπτωση ατυχήματος και εγώ παρακολουθούσα και τους δύο έτοιμος να κάμω ό,τι έπρεπε αν ήθελε παραστεί ανάγκη. Η απόστασις των 20 μέτρων που υπήρχε μεταξύ του πρώτου και του τελευταίου ήταν αρκετή για να δώσει τον καιρό στον καθέναν μας να βοηθήσει όπως έπρεπε για την ομαδική σωτηρία μας στην περίπτωση κινδύνου. Τα πλέον ενδιαφέροντα περάσματά μας δεν στάθηκε δυνατό από έλλειψη ασφαλείας να τα φωτογραφήσουμε. Επιτέλους ύστερα από διάστημα 3 περίπου ωρών και χωρίς κανένα

Διαβάστε ακόμα:  Βουνά... Πλυντήρια... Αστροναύτες...

*στο ίδιο εκείνο σημείο καθώς αργότερα μάθαμε από τον Κάκαλο όταν η συμμορία του ληστάρχου Γιαγκούλα είχε κυκλωθεί από τα αποσπάσματα, δύο εκ των  μελών γλίστρισαν μαζί με τα χιόνια και σκοτώθηκαν 

απρόοπτο είχαμε περάσει τον περίφημο λαιμό της Σκούρτας που μαζί με τη Σκάλα αποτελούν δύο σφιχτομανταλωμένα περάσματα που το διάβα τους κατά το χειμώνα δεν είναι απαλλαγμένο κινδύνων και για το λόγο αυτό δίνει μεγαλύτερο ενδιαφέρον στο ανέβασμα των κορυφών, που με πολλή προσοχή και ανάλογη τόλμη δεν είναι ακατόρθωτο σε πεπειραμένους ορειβάτες που θα είναι εφοδιασμένοι με ό,τι χρειάζεται. Γραφική, γραφικότατατη η ΒΑ πλευρά της κορυφής του Προφήτη Ηλία, εκεί όταν φθάσαμε στη θέση «Αστρέχα» όπου και ένα μικρό απότομο ανέβασμα του οποίου την αναρρίχηση κάναμε δεμένοι προηγουμένου πάντοτε του συντρόφου μας Dorier, και ύστερα πλέον ευρισκόμαστε πάνω στο εκτεταμένο υψιπέδιο του Προφήτη Ηλία. Εκεί πλέον, για διάστημα 1 περίπου ώρας, τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά, βαδίζαμε πάνω σε μέρος επίπεδο χωρίς κανένα κίνδυνο, το χιόνι είχε επιφάνεια ανώμαλη τόσο, που έμοιαζε με θάλασσα, αλλού το βρίσκαμε παγωμένο και αλλού μαλακό, ή έλλειψις των σκι που τα είχαμε αφήσει στην κορυφή της Σκούρτας μας ήταν αισθητή διότι χάναμε χρόνο, μα δεν ήταν δυνατόν να γίνει διαφορετικά. Δεν σταθήκαμε πουθενά αλλά βαδίσαμε προς το Θρόνο του Διός, του οποίου η κορυφή όπως τη βλέπαμε μπροστά μας έδινε την εντύπωση τεράστιας βεντάγιας. Στο κοίλωμα που σχηματίζεται προς το Θρόνο του Διός και προς το χείλος της προς τον Αγ. Διονύσιο χαράδρας ένα μικρό κοπάδι από αγριοκάτσικα έβοσκε (;) αμέριμνο όταν η δική μας παρουσία το ξεσήκωσε από απόσταση τουλάχιστον 1000 μέτρων! Όταν φτάσαμε στο ρίζωμα του Θρόνου του Διός όπου η κορυφή σχηματίζει ένα χαρακτηριστικό τρίγωνο, τέλειωσε πια το σχεδόν αμέριμνο βάδισμα. Από εκεί τα πράγματα αλλάζουν, σταθήκαμε πολύ λίγο, τόσο όσο για να δούμε προς τα υπό τις κορυφές Θρόνου Διός, Μύτικα και Σκολειό «Καζάνια» κι από κει και πέρα άρχιζε πλέον βάδισμα σε πλαγιά εντελώς όρθια σχεδόν, και σκεπασμένη από παγωμένο χιόνι που κινδύνευε από τη μία ως την άλλη στιγμή να ξεφύγει μαζί μας, μα ο Dorier πάντα προχωρούσε μπροστά και γι’ αυτό τίποτε δεν μα συνέβη ώσπου μετά 2½ ώρες περίπου απ’ όταν βγήκαμε στη θέση Αστρέχα που είναι στην αρχή του οροπεδίου του Προφήτη Ηλία, είχαμε διαβεί τα περίφημα ζωνάρια του Στεφανιού και βρισκόμαστε στη γωνιά απ’ όπου ωραία θέα προς το καταφύγιο και την χαράδρα του Αγίου Διονυσίου, καθώς επίσης και προς τις κορυφές Λειβαδάκι, Καλόγερος, Φράγκου, Αλώνι κλπ.

ΑΝΑΒΑΣΗ ΣΤΟ ΘΡΟΝΟ ΔΙΟΣ                    

Ήταν μία ύστερα από το μεσημέρι, όταν αφού είχαμε κάνει μια μικρή ανάπαυση στα κράσπεδα του «Θρόνου» αρχίσαμε την ανάβαση από την βορειότερη των τριών προς αυτόν ανόδων. Πάντοτε δεμένοι, με τα γκραμπόν στα πόδια συνεχίσαμε αργά την ανάβαση προηγουμένου πάντοτε του συντρόφου μας Dorier, ο οποίος κατεγίνετο με το πιολέ να σπάζει τον πάγο που σκέπαζε κάθε προεξοχή των απόκρημνων βράχων. Η ανάβαση έγινε με εξαιρετική προσοχή και για τον λόγο αυτό χρειάστηκε να περάσουν τέσσερις ώρες μέχρι να φτάσουμε στο υψηλότερο σημείο της μεγαλοπρεπούς τω όντι κορυφής, ήταν η ώρα 5 όταν πλέον βρεθήκαμε επάνω στο «Θρόνο» και σε μέρος ασφαλές … Από το σημείο εκείνο είχαμε την ευκαιρία να χαρούμε ένα ωραίο ηλιοβασίλεμα κορνιζωμένο από μία απέραντη – όσο έφθανε το μάτι μας – θάλασσα χιονισμένων βουνών και κάμπων! Όλα γύρω, ολόγυρα, κοντά και μακριά, ήταν άσπρα κάτασπρα από το φρεσκοπεσμένο χιόνι. Μια απόλυτη γαλήνη και ευλογία Θεού ήταν σκορπισμένη παντού, είμαστε στο ψηλότερο σημείο της Ελληνικής γης σε χειμώνα καιρό και δεν φυσούσε διόλου, την απόλυτη αυτή ηρεμία ετάραζαν μόνο κοπάδια από κοράκια που πετούσαν χαμηλότερα λίγο από εμάς και μας θύμιζαν με  το μακάβριο κρώξιμό τους τις δυσκολίες και τους κινδύνους που θα αντιμετωπίζαμε στη νυχτερινή κατάβασή μας. Έτσι από πλημμύρα χαράς και ικανοποιήσεως σκεφθήκαμε να φωνάξουμε ομαδικά, προς το μέρος του «Ασύλου Μουσών» και του Μοναστηριού που βρίσκονταν οι υπόλοιποι της συντροφιάς μας, τα φαράγγια επανέλαβαν τη φωνή μας ώσπου την έφεραν στα αυτιά των συντρόφων μας, στο Άσυλο Μουσών  και στο Μοναστήρι, όπως οι ίδιοι την άλλη μέρα μας βεβαίωσαν. Στις ψηλές κορφές η νύχτα έρχεται ακόμα πιο σύντομα απ’ ο,τι έρχεται στα χαμηλότερα ύψη τα οποία νυχτώνουν πρωτύτερα και γι’ αυτό δεν προφτάσαμε καλά καλά να δούμε γύρω μας όσο θα θέλαμε, που σκοτείνιαζε ολωσδιόλου. Η βραδιά αυτή αντίθετα από τις προηγούμενες ήταν σκοτεινή γιατί το φεγγάρι σκεπαζόταν από βαρύ παραπέτασμα σύννεφων, μα ωστόσο εμείς έπρεπε να κατεβούμε από το «Θρόνο»

Μέρος για την κατάβασή μας, μας υπέδειξε ο σύντροφός μας Νάτσης την νοτιωτέρα εκ των τριών ανόδων η οποία και δι’ ενός μικρού αποκρήμνου αυχένος ενώνει τις δύο κορυφές Μύτικα – Θρόνο Διός.

Τον αυχένα αυτόν, τρομερά επικίνδυνο εις άλλη του ανάβαση – προ διετίας – ο Νάτσης δι’ ενός υπερτολμηρού «τολμήματος» τον διέβη αναρριχηθείς εις την κορυφή Μύτικα υπό τα έκπληκτα μάτια των συντρόφων του οίτινες με φρίκη και απελπισία παρηκολούθουν αυτόν αναρριχώμενον, βέβαιοι ότι από στιγμής εις στιγμήν θα τον δουν κρημνιζόμενον εις τα υπό τας κορυφάς τρομερά βάραθρα, στα «καζάνια» του Ολύμπου. Και έτσι το τόλμημα αυτό του Νάτση είναι και παραμένει ακόμη μοναδικόν εις τα ορειβατικά χρονικά του τόπου μας. Η από της κορυφής έως το κάτω μέρος του Θρόνου κατάβασίς μας διήρκησε 2 ώρες περίπου, δηλαδή το ήμισυ χρονικό διάστημα εκείνου το οποίον απητήθη δια την άνοδον. Το μέρος εκείνο της καταβάσεως, ήταν πολύ περισσότερο όρθιο (κλίσις 85ο περίπου). Πλην όμως το επροτιμήσαμεν διότι εκαλύπτετο από χιόνι, γεγονός το οποίον ολιγόστευε τις πιθανότητες ομαδικού ατυχήματος – δεδομένου ότι είμεθα δεμένοι με σκοινί ο ένας από τον άλλον – το οποίον θα ήτο βέβαιον, λόγω του επελθόντος σκότους, αν είχαμε την κακήν έμπνευσιν να επιχειρήσωμεν κάθοδον από την Βορειοτέραν των ανόδων, δηλαδή από το μέρος όπου είχομεν ανέβει.  Η κατάβασίς μας εγένετο με όσας προφυλάξεις οτέ μεν η πείρα οτέ δε το ένστικτόν μας υπηγόρευε. Ποτέ δεν εκινούμεθα περισσότεροι του ενός, οι άλλοι δύο, καθ’ ον χρόνον ο ένας των συντρόφων μας μετεκινείτο προς τα κάτω, είμεθα καθηλωμένοι – γαντζωμένοι – με τα χέρια μας και με οποιοδήποτε άλλο τρόπο μπορούσαμε, στην ασήμαντη έστω προεξοχή κάποιου από τους θεόρατους βράχους – γίγαντες, που αποτελούν τους παραστάτες των υψηλών κορυφών.

– Το σκοτάδι της νύχτας είχε απλωθεί βαρύ κι αδιαπέραστο. Μια πειθαρχία απόλυτος κρατούσε στη συντροφιά μας δίχως καμιά διάσταση γνωμών, οι ψυχές μας ευρίσκοντο σε μια διαρκή συνοχή και τα στόματά μας μηχανικά  μόνον εκινούντο για να επαναλάβουν τυπικές λέξεις όπως «Δενδρινέ! Κατέβαινε άφοβα κρατάμε καλά!…» και οι ίδιες αυτές λέξεις συχνά ελέγοντο για τον καθένα με τη σειρά του. Είναι αλήθεια πως η εμπιστοσύνη και η εκτίμισις μεταξύ των συντρόφων σε τέτοιες «βαρειές» αναβάσεις είναι δύο από τους κυριότερους συντελεστές για την επιτυχία τους. Καθένας από εμάς ήταν σε θέση να ξέρει αν οι δύο σύντροφοί του ήτο δυνατόν να βρουν μέρος για «να κρατήσουν καλά» όπως του έλεγαν όταν εκείνος προσπαθώντας να κατέβει σε μία κλίση σχεδόν κάθετη πατούσε επάνω σε χιόνι που στην πυκνότητα έμοιαζε μάλλον με πίτουρα, που άφηνε το πόδι να φεύγει προς τα κάτω  τόσο όσο να μην ξέρει αν θα σταματήσει ή θα παρασύρει και τους συντρόφους του στην τρομερή άβυσσο, που το ανατριχιαστικό της χάος το έκρυβε από τα μάτια μας το σκοτάδι της νύχτας. Η απόσταση του σχοινιού που χώριζε τον έναν από τον άλλο μας ήτο 10 μέτρα που πολλές φορές δεν ήσαν αρκετά για να φθάσει ο προκατερχόμενος των συντρόφων σε μέρος να «κρατάει καλά» και τότε τα πράγματα έμπαιναν σε δύσκολη φάση.

– Τότε έπρεπε και οι άλλοι δύο να εγκαταλείψουν τα «πιασίματα» τις «πριζ» κατά τον άφοβο φίλο μας Dorier, για να ακολουθήσουν στην κατάβαση τον προκατερχόμενο ως ότου βρει εκείνος μέρος για να «κρατήσει καλά». Επιτέλους, αυτή η εξαιρετικής ποιότητος ψυχική συγκίνησίς μας εκράτησε δύο ώρες ολόκληρες έως ότου βρεθήκαμε κατεβασμένοι στα «ζωνάρια» απ’ όπου με ΒΒΑ κατεύθυνση επήραμε αντιθέτως την ίδια πρωινή μας διαδρομή, για την επιστροφή μας κοντά στους συντρόφους μας.

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

(βράδυ της 27/12/31)                    

Η βραδιά εκείνη αντίθετα από τις προηγούμενες ήτο συννεφιασμένη και δεν είχαμε φως άλλο από την θαμπή ασπράδα του χιονισμένου βουνού κι άρχισε σε κάποια στιγμή να ρίχνει ψιλό – ψιλό χιόνι, γεγονός το οποίον προσετίθετο για να μας κάμει ακόμη δυσκολότερο το γνωστό μας «δρόμο» της επιστροφής. Η σκέψις πως ήτανε δυνατό το ψιλοχιόνισμα αυτό σε 3 ώρες μέσα, που εχρειάζοντο περίπου να φτάσουμε στο λαιμό της Σκούρτας, να μεταβληθεί σε χιονοθύελλα, μας έκαμε να σκεφτούμε αν θα έπρεπε να τροποποιήσουμε το πρόγραμμά μας επιχειρούντες κατάβαση προς  το Καταφύγιον. Ο λόγος όμως ότι είχαμε αφήσει τα σκι μας στην κορυφή της Σκούρτας ήτανε ισχυρός για να μας επιβάλλει την εκ του ιδίου μέρους επιστροφή, πράγμα δια το οποίον δεν εμετανοήσαμε, δεδομένου ότι συνεχίζοντες την προς το σημείον εκείνο με τας ενδεικνυομένας προφυλάξεις πορεία μας, εφθάσαμε εις τον λαιμό της Σκούρτας, τον οποίον θα έπρεπε να διαβούμε – νύχτα  τώρα – όταν ο καιρός είχε καλυτερέψει και τα σύννεφα είχαν σκορπιστεί τόσο, όσο να μας βοηθεί το φεγγάρι με το πολύτιμο φως του.

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ

Διαφορετικά, αν ο καιρός εχειροτέρευε, θα ήτο αδύνατον να επιχειρήσουμε καν, το πέρασμα του λαιμού προς την Σκούρτα διότι η πιθανότις του ομαδικού ατυχήματος θα ήτο βεβαία λόγω της εξαιρετικά επικινδύνου, εκ του συσσωρευμένου χιονιού, διαμορφώσεως του λαιμού, εις πλείστα σημεία του οποίου, είναι υποχρεωμένος να ισορροπεί κανείς, διερχόμενος επί επιφανείας που μοιάζει σαν κόψη μαχαιριού, ενώ δεξιά και αριστερά, υπάρχουν βάραθρα τα οποία είναι έτοιμα να δεχθούν το άτομο ή την ατυχήσασαν συντροφιά. Επιτέλους μια εξαιρετική εύνοια της τύχης έκαμε ώστε να μη συμβεί τίποτε από όλους αυτούς τους συνεχείς κινδύνους εις τους οποίους είχαμε εκτεθεί από τις 8 το πρωί της Κυριακής 27 Δεκεμβρίου και με φωνές χαράς βρεθήκαμε ξανά πάλι κοντά στους άψυχους αγαπημένους συντρόφους μας, τα σκι μας, το πρωί της 28-12-31. Είχαν περάσει από τη στιγμή εκείνη ως τότε 16 ώρες! Τότε μονάχα μπορέσαμε να διαπιστώσουμε πως υπάρχει στερεό έδαφος … κάτω από τα πόδια μας. Τότε μονάχα πιστέψαμε πως βρισκόμαστε εν ασφαλεία, μέχρι πριν να φθάσουμε στα σκι μας κοντά, το «θα» ήτανε για μας προβληματική αβεβαιότης. Τότε μπορούσαμε να μιλάμε για ο,τιδήποτε θέλαμε και η σκέψη μας λευτερώθηκε σε βαθμό που να σκεπτόμαστε και τους άλλους. Από εκεί λευτερώσαμε τους εαυτούς μας από την αλπινιστική μας εξάρτηση, σχοινιά, γκραμπόν, πιολέ κλπ, τα οποία τοποθετήσαμε στους σάκους μας καταλλήλως και φορώντας τα σκι μας γλιστρίσαμε προς τα κάτω και στις 3 περίπου ύστερα από τα μεσάνυχτα βρισκόμαστε στο «Άσυλο Μουσών» όπου οι καλοί μας φίλοι και σύντροφοι, ο αλησμόνητος ιατρός Αντ. Στεφανίδης και Τρ. Παπατριανταφύλλου μας δέχθηκαν με εξαιρετικό ενθουσιασμό και χαρά, ύστερα από την 24ωρο σχεδόν απουσία μας από κοντά τους, πράγμα που είχε γίνει αφορμή άξια να τους ανησυχήσει σε βαθμό που να σκέπτονται κατά τίνα τρόπον την επαύριον να ενεργήσουν για την «ανεύρεσή μας»…

ΣΤΟ «ΑΣΥΛΟ ΜΟΥΣΩΝ»

(πρωί της 28/12/31)

Μα ωστόσο τίποτα απ’ όλα αυτά δεν έγινε και όλοι εμείς – και οι πέντε – εχαιρόμαστε την επιθυμητή ζεστασιά της φωτιάς που οι φίλοι μας άγρυπνοι όλη τη νύχτα διατηρούσαν περιμένοντας μας. Μας διηγήθηκαν και τους ακούσαμε με εξαιρετική ευχαρίστηση, την επί τα ίχνη μας πορεία τους μέχρις ενός σημείου (2.200μ) δια την προς τη Σκούρτα ανάβασίν τους, την οποίαν όμως δεν επραγματοποίησαν, λόγω του ότι οι ρακέτες – το μόνον τους εφόδιον – εις την σχεδόν  κάθετον κλίσιν του σκεπασμένου με χιόνι εδάφους, έφθανε να μην εξυπηρετούν πλέον τον σκοπόν τους. Εμείς οι τρεις, εφαίνετο πως δεν είμαστε διόλου κουρασμένοι αν λάβει κανείς υπ’ όψιν του πως η πρώτη μας φροντίδα δεν ήταν ο ύπνος. Ό,τι μας ήταν εξαιρετικά επιθυμητό – νερό και φωτιά – το είχαμε βρει χάρις εις τις φροντίδας των ευγενών συντρόφων μας και γι’ αυτό είχαμε την ευχαρίστηση να δεχόμαστε τις ευγενικές περιποιήσεις τους που μας ετοίμασαν σβέλτα, τσάι, σάντουιτς και ό,τι άλλο είχε τη σοφή πρόβλεψη ο αείμνηστος γιατρός μας Στεφανίδης να φέρνει μέσα στον αβάσταχτο πελώριο σάκο του. Η φωτιά σκορπούσε ζέστη και λάμψη όση μας εχρειάζοτο για να έχουμε την εντύπωση πως βρισκόμαστε μέσα σε καλό καταφύγιο και όχι ψηλά στον Όλυμπο, σε χειμώνα καιρό και κάτω από τον βράχο που επιτυχημένα ο φίλος ζωγράφος κ. Β. Ιθακήσιος όρισε για άσυλο των Μουσών στον Όλυμπο.

ΚΑΤΑΒΑΣΗ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΔΙΟΝΥΣΙΟ       

Ύστερα, την άλλη μέρα, πλημμυρισμένοι από συγκλονιστικές εντυπώσεις εξαιρετικής ποιότητας, τροποποιούντες και το αρχικό πρόγραμμά μας ελλείψει χρόνου, αφήσαμε την ιδέα της μεταβάσεώς μας στο Καταφύγιο και συνεχίσαμε ακολουθώντας την ίδια πορεία που μας είχε φέρει ως εκεί, και φθάσαμε σε χρονικό διάστημα 5 περίπου ωρών στο Μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου, προς μεγάλη χαρά των υπολοίπων συντρόφων μας που πολύ δικαιολογημένα είχαν αρχίσει να ανησυχούν από την απροσδόκητη καθυστέρησή μας. Το γεγονός της αισίας επιστροφής μας εγιορτάστηκε από όλη τη συντροφιά καθισμένη το βράδυ της ημέρας εκείνης, σε ωραίο γεύμα που ετοιμάστηκε εκ των ενόντων χάρις εις τις φροντίδες των Δδων Camkul, Perichon και της κ. Dorier, που από την πρώτη ημέρα είχον απομείνει στο Μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου, εν αναμονή της επιστροφής μας – η οποία απροσδοκήτως εβράδυνε – μετά την οποίαν, σύμφωνα με την αρχική απόφασή μας, θα εγίνετο ομαδική ανάβασις όλων μας εις το Καταφύγιον και εκείθεν εις τας ομαλάς του Ολύμπου κορυφάς για «σκιάρισμα»

Αλλά όμως είχε γίνει εκ μέρους μας καλοκαιρινός, όπως απεδείχθη, υπολογισμός των αποστάσεων, και έτσι όλες οι ημέρες εχρειάστηκαν για το ανέβασμα στις κορφές. Την άλλη μέρα, Τρίτη 29/12/31 όλοι μαζί συμπεριλαμβανομένων και των φίλων ορειβατών, Αργ. Στυλιανίδη και Tsupli οίτινες είχον προστεθεί στη συντροφιά μας, επεστρέψαμεν  δια της γνωστής οδού προς το Λιτόχωρο και εκείθεν δια της ταχείας εις Αθήνας πλην των κ.κ. Αντ. Στεφανίδη και Tsoupli που ανεχώρησαν δια Θεσσαλονίκην.

 

Συμπεράσματα : Η ανάβασή μας αυτή που είναι η δεύτερη που έγινε στον Όλυμπο σε χειμερινή εποχή, ύστερα από την πρώτη που επραγματοποίησε με σκι, από την αντίθετη πλευρά πέρυσι στις 23/3/31 η ομάς Baud-Bovy – Ιωαννίδη, μας εδίδαξε μερικά πράγματα τα οποία θα σημειώσω φανταζόμενος ότι ίσως χρησιμεύσουν προς τους μέλλοντας να επιχειρήσουν χειμερινές αναβάσεις.

Εφόδια : Η ανάβασις  εις τον Όλυμπο κατά το χειμώνα είναι κατορθωτή τότε μόνον όταν ο ορειβάτης είναι εφοδιασμένος με παπούτσια σκι ειδικά με τα οποία να μπορεί να μπορεί να φορεί τουλάχιστον τρία ζεύγη κάλτσες μάλλινες, κατόπιν μεταξύ των πρώτων εφοδίων του πρέπει να περιλαμβάνονται τα σκι, ύστερα χρειάζεται απαραιτήτως να έχει μαζί του πιολέ, γκραμπόν και σχοινί τα οποία θα χρησιμοποιήσει μετά το ύψος των 2.000μ.

Ιματισμός – Τροφή. Εκτός τούτων χρειάζεται να είναι εφοδιασμένος με τρόφιμα τουλάχιστον 4 ημερών και με ρούχα αρκετά να τον προφυλάξουν από το ψύχος.

Διαμονή. Ως τόπους διανυκτερεύσεως ο ορειβάτης θα έχει εις την διάθεσή του να χρησιμοποιήσει κατά την εκ Λιτοχώρου προς τας υψηλάς κορυφάς ανάβασιν, το «Άσυλον Μουσών» αν θα επιχειρηθεί ανάβασις από την Σκούρτα – την οποίαν και συνιστώ ως ασφαλεστέραν – και το Καταφύγιο αν η ανάβασις θα επιχειρηθεί εξ αυτού προς τα κορυφάς η οποία βεβαίως δεν φαίνεται ότι θα είναι ακατόρθωτος.

Ρουγκάδες. Κίνδυνος από τις ρουγκάδες είμαι βέβαιος ότι δεν υπάρχει, παρ’ όλον ότι είχα την ευκαιρία να τις θαυμάσω όταν κατρακυλούσαν προς την χαράδρα του Αγ. Διονυσίου, και δεν υπάρχει κίνδυνος, διότι η προς το Καταφύγιον διάβασις γίνεται από την αντίθετη πλευρά της χαράδρας, όπου δεν είναι δυνατόν να φθάσουν οι ρουγκάδες.

Τα σκι απαραίτητα. Όσοι θα επιχειρήσουν χειμερινή ανάβαση στον Όλυμπο – τις κορυφές του – αν δεν έχουν σκι δεν θα το κατορθώσουν χωρίς κίνδυνο ψύξεως ή κρυοπαγημάτων. Επίσης θα είχα να συστήσω ακόμη, εις τους μέλλοντας αναβάτας του Ολύμπου, να προμηθευτούν έναν καλό ιμάντα προσδέσεως, τον οποίον θα χρησιμοποιήσουν για αορτήρα των σκι, ούτως ώστε εις τα δύσκολα περάσματα να κρεμάσουν τα σκι στην πλάτη όπως οι στρατιώται τα όπλα τους, αυτό θα τους ευκολύνει πολύ.

stefanidis olympos
Ο γιατρός Στεφανίδης (στο μέσο της φωτο) με την ομάδα.

Ο γιατρός Α. Στεφανίδης από τους πρωτοπόρους της Ελληνικής Ορειβασίας, επέστρεψε από την ανάβαση με ελαφρά κρυοπαγήματα στα μεγάλα δάκτυλα των δύο ποδιών. Από σηψαιμία που προήλθε από αυτά, πέθανε στις 15 Φεβρουαρίου του 1932 – ενάμισυ μήνα μετά την ανάβαση που περιγράφεται – στη Θεσσαλονίκη.

Σ.τ.Α.: Το κείμενο περιγράφει την πρώτη χειμερινή ανάβαση του Στεφανιού. Η ομάδα όμως σταμάτησε μέχρι την προκορφή. Αν θέλουμε να ακριβολογήσουμε, πρόκειται για την πρώτη χειμερινή ανάβαση του ανατολικού Λουκιού του Στεφανιού. Ακολούθησε άλλη μια παρόμοια ανάβαση (μέχρι την προκορφή) από τους Γ. Μιχαηλίδη, Στ. Βασιλόπουλο, Ηλ. Νικόπουλο, Γ. Κατράκη και Κ. Αλεξόπουλο, το 1952. 

Η πρώτη χειμερινή ανάβαση του Στεφανιού πραγματοποιήθηκε από τους Γ. Μιχαηλίδη, Στ. Σταυρίδου, Γ. Αποστολίδη και Κ. Αρζουμανιάν, στις 19/1/1959. Πρόκειται και για την πρώτη γυναικεία χειμερινή ανάβαση στο Στεφάνι.

Από τις χρονικές αποστάσεις μεταξύ των αναβάσεων αυτών, μπορούμε να κατανοήσουμε το πόσο χρονοβόρες και τεχνικά δύσκολες ήταν στην εποχή τους.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Οι εκδόσεις ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ξεκίνησαν την άνοιξη του 98 με την έκδοση του πρώτου ομώνυμου τεύχους. Από τότε έχουν εκδοθεί 73 τεύχη, 8 τίτλοι βιλίων με ανάλογο περιεχόμενο και συνεχίζουμε...