Στο Garhwal, η κορυφή  Nanda Devi προφυλάσσει τη θεά Nanda, στα 7816 μέτρα. Ένα έξοχο σχήμα, μία δύσκολη πρόσβαση και μία ευτυχής αποστολή μετέτρεψαν την κορυφή σε θρύλο. Παρόλα αυτά, η ιστορία έπαιξε ένα αρκετά άσχημο παιχνίδι σε μία από τις πιο όμορφες γωνιές του πλανήτη.

«Όταν μια απότομη κορυφή, μέχρι τότε απαραβίαστη, κατακτήθηκε, κάτι από το μυστήριο και το μεγαλείο που την περιέβαλλε εξαφανίστηκε…». Έτσι αρχίζει ο Bill Tilman το βιβλίο του, κάνοντας λεπτομερή αναφορά στην ανάβαση της Nanda Devi το 1936. Αποτέλεσμα της βρετανικής του παιδείας που ευνοεί τη συγκρατημένη αφήγηση ή λόγω γνήσιας σεμνότητας, απέστειλε στον Tom Longstaff, έναν από τους πρώτους εξερευνητές του Garhwal, ένα λακωνικό τηλεγράφημα: «Δύο από εμάς κατέκτησαν την κορυφή στις 29 Αυγούστου». O Tilman δείχνει να μην ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για αυτή την επιτυχία. Παρόλα αυτά είχε κάποιο λόγο για να χαρεί ιδιαίτερα: επρόκειτο για την πιο ψηλή κορυφή στην οποία είχε αναρριχηθεί κανείς μέχρι τότε, καθώς και για μία από τις πιο κομψές κορυφές της οροσειράς.

Οι πρωτοπόροι  μιας τρελής εποχής

Το Garhwal ήταν τόσο άγνωστο στους Γάλλους ώστε η κορυφή της Nanda Devi αναφέρεται στη μετάφραση του βιβλίου του Tilman με υψόμετρο 8548 μέτρα! Οι Βρετανοί είχαν μία καλύτερη ιδέα: εκείνη την εποχή η Ινδία αποτελεί αγγλική αποικία. Οι γεωγράφοι του Survey of India υποδιαιρούν σε μικρότερες περιοχές και επισκέπτονται τα Ιμαλάια, μεταμφιεσμένοι σε ιθαγενείς,  όπου είναι ανεπιθύμητοι. Κανένα πρόβλημα για αυτούς στο Garhwal, καθώς η Jack Union (σ.μ. η εθνική σημαία της Μ. Βρετανίας) ήδη κυματίζει στο ανατολικό μέρος αυτού του βασιλείου, μετά τον πόλεμο με το Νεπάλ το 1815.

Η Nanda Devi αναγνωρίστηκε γρήγορα, όπως και οι γειτονικές κορυφές Trisul και Dunagiri. Η μαγευτική και άγρια κοιλάδα, καλυμμένη με απάτητη χλόη, προστατευμένη από ψηλά βουνά,  βαφτίστηκε «ιερό» από τον Hugh Ruttledge , πρωτοπόρο του Έβερεστ. Ένα ιερό ήταν απαραίτητο ώστε να φιλοξενήσει τις θεότητες του Garhwall. Στην πραγματικότητα, αυτή η περιοχή αποτελεί το λίκνο της ινδουιστικής θρησκείας. Εκεί βρίσκονται οι πηγές του Γάγγη, ο τόπος προσκυνήματος του Badrinath, του Kedarnath και του Gangotri. H Nanda Devi (θεά Nanda) οφείλει το όνομά της στην πριγκίπισσα Nanda, κόρη ενός βασιλιά της περιοχής Kumaon. Η απόρριψη της πρότασης γάμου του πρίγκιπα του Rohilla, προκάλεσε τον πόλεμο. Μετά την ήττα των στρατευμάτων του πατέρα της, η πριγκίπισσα, που έκτοτε θεοποιήθηκε, βρήκε καταφύγιο στην κορυφή του βουνού που φέρει το όνομά της. Το πέρασμα για έναν Δυτικό σε αυτά τα φημισμένα και απάτητα μέρη πραγματοποιείται το 1830. Ο Traill, συνοδευόμενος από Ασιάτες εργάτες, διασχίζει το διάσελο που βρίσκεται ανάμεσα στο Nanga Khot (το φρούριο της Nanda στα 6851 μέτρα) και την οροσειρά της Nanda Devi. Το 1855, η ίδια διαδρομή πραγματοποιείται από τους A. Schlagintwelt και A.L. Mumm. Και οι δύο αποστολές έχουν προβλήματα που σχετίζονται  με την θεά  Nanda: Ο Traill τυφλώνεται από το χιόνι και τρεις αχθοφόροι της αποστολής του 55’ παθαίνουν κρίση επιληψίας περνώντας από το πέρασμα, παρά το μεγάλο τάμα που κάνουν στη θεότητα. Ο Graham και οι Ελβετοί συνοδοί του Boss και Kaufmann, το 1883 προσκρούουν στην εχθρότητα των ιθαγενών όταν επιχειρούν να εισχωρήσουν στις κοιλάδες του Rishi που υπερασπίζονται την πρόσβαση στο «Ιερό». Καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι κοιλάδες κατοικούνται από δαίμονες… Και η ομάδα αποχωρεί αμαχητί, βάζοντας ένα τέλος στην αποστολή.

Το 1905, ο Δρ. Longstaffe, επιφανής λονδρέζος γιατρός, «επιτίθεται» στην ανατολική Nanda Devi (7436 μέτρα) από την ανατολική της πλαγιά. Με τους οδηγούς του Alexis και Henri Brocherel, από την Courmayeur, είναι ο πρώτος που παρατηρεί από μία κορυφογραμμή ένα μυστηριώδη παράδεισο: το Ιερό. Το κοίλωμα από το οποίο ανακαλύπτουν αυτή τη μυθική τοποθεσία, θα φέρει έκτοτε την ονομασία πέρασμα του Longstaffe. Η ανατολική Nanda Devi τους δυσκολεύει. Λίγο τους ενδιαφέρει. Προσανατολίζονται προς άλλους στόχους. Επιχειρούν το Nanga Khot (6861 μέτρα). Στο Gurta Mandata (7730 μέτρα) φτάνουν μέχρι τα 7300 μέτρα, και το Trisul (7125 μέτρα). Εδώ ανεβαίνουν αρκετά ψηλά, ώστε να εξερευνήσουν μία διαδρομή που θα κατακτήσουν δύο χρόνια αργότερα. Τα  7000 μέτρα κατακτούνται για πρώτη φορά  στις 12 Ιουνίου, 43 χρόνια πριν τα 8000, στο τέλος ενός πραγματικού μαραθωνίου ύψους: 1822 μέτρα με τη μία, από την τελευταία κατασκήνωση στην κορυφή! Αυτή η αυθόρμητη κατάκτηση πραγματοποιείται, σαν ένα είδος παρηγοριάς, ύστερα από μία νέα απόπειρα εξερεύνησης των βαθιών κοιλάδων του Rishi στην οποία συμμετέχει και ο στρατηγός Bruce, μελλοντικός πρωταγωνιστής των πρώτων βρετανικών προσπαθειών στο Έβερεστ.

Ακόμα ένας πρωτοπόρος  του Έβερεστ σταματάει την καριέρα του στην περιοχή: είναι ο Hugh Ruttledge, συνοδευόμενος από τον Somervell και τον  Wilson το 1926 και τον σπουδαίο οδηγό Emile Ray,  το 1932.

Η ευτυχής αποστολή

Το 1934 δημιουργείται η ιδανική ομάδα ορειβατών: ο Bill Tilman και ο Eric Shipton. Διαθέτουν ένα ακλόνητο άλλοθι: θα περάσουν έξι βδομάδες στο «Ιερό» για να σχεδιάσουν ένα χάρτη… Οι δύο άντρες μαζί με μια ομάδα οδηγών- ανάμεσα στους οποίους ο Ang Tharkay οδηγός του Annapurna το 1950, είναι οι πρώτοι που θα εισχωρήσουν στη μυθική κοιλάδα που ορίζεται από το Changabang, το Kalrika, τo  Nanda Devi και το Trisul. Καθώς δεν υπάρχει κανένα σημείο τόσο ψηλό ώστε να έχουν μία ξεκάθαρη εικόνα της οροσειράς, αναρριχώνται στο Sakram (6254 μέτρα) και το Maiktoli (6803 μέτρα). Ανακαλύπτουν τη δυνατότητα ανάβασης κατά μήκος της νότιας κορυφογραμμής της Nanda Devi και την ανεβαίνουν μέχρι τα 6250 μέτρα. Έτσι αποδεικνύουν, προπορευόμενοι κατά 40 χρόνια, τις δυνατότητες της ορειβατικής ομάδας αλπικού στυλ. Και προετοιμάζουν το έδαφος για την αποστολή του 1936. O Eric Shipton, στον οποίο ο Tom Longstaff είχε μεταδώσει τη φλόγα της εξερεύνησης του Garhwal, ήταν από το 1931, μαζί με τον Frank Smythe (ο σύντροφος του T. Graham Brown στo Sentinelle Rouge και το Major) «κάτοχοι» της πιο ψηλής κορυφής στην οποία είχε αναρριχηθεί ποτέ άνθρωπος: το Kamet, με υψόμετρο 7556 μέτρα, που βρίσκεται επίσης στο Garhwal.

Το μυστήριο του υψόμετρου. Πως και η Nanda Devi αναφέρεται με υψόμετρο 8548 μέτρα (και 8434 μέτρα σε ένα σκίτσο) στη γαλλική έκδοση του βιβλίου του Tilman; Η αλήθεια είναι ότι το πραγματικό υψόμετρο ήταν ήδη γνωστό: εξάλλου ο Tilman σημειώνει ότι σε σχέση με την κορυφή, το Dhaulagiri (8167 μέτρα) βρίσκεται 300 μέτρα πιο ψηλά. Από ότι φαίνεται, ο μεταφραστής μπέρδεψε τα «πόδια». .. Το «πόδι» είναι η βρετανική μονάδα μέτρησης της εποχής (ίσο με 0,3048 μέτρα), αλλά επίσης μία παλιά μονάδα μέτρησης που χρησιμοποιούσαν και οι Γάλλοι (ίση με 0,33 μέτρα). 25646 πόδια (υψόμετρο της Nanda Devi σε πόδια)χ 0,3048= 7816, 59 μέτρα. Το υψόμετρο των 8434 μέτρων προϋποθέτει ότι το «πόδι» είναι ίσο με 0,329 μέτρα. Το υψόμετρο των 8548 μέτρων δίνει το  ένα «πόδι» ίσο με 0,333μέτρα.

To 1936, o Shipton βρίσκεται στο Έβερεστ (όπως και το ‘33, το ‘35, το ‘38 και το ‘51!). Ένας αμερικανός, ο W.F. Loomis, σχεδιάζει μία αγγλοαμερικανική αποστολή. Στόχος, το Kangchenjunga. Καταθέτει αίτηση για άδεια το Φεβρουάριο του ‘36. Η ιδέα της κοινής αποστολής δεν είναι και τόσο αθώα. Ο Loomis γνωρίζει ότι μία αμερικανική αποστολή έχει εξαιρετικά λίγες πιθανότητες να αποκτήσει την απαραίτητη άδεια. Ακόμα κι έτσι όμως το στοίχημα δεν κερδήθηκε. Απόδειξη; Η αίτηση για το Kangch δεν έγινε δεκτή.  Ευτυχώς, ο οξυδερκής  Bill Tilman  έχει προβλέψει μία εναλλακτική κορυφή: τη Nanda Devi. Πέρα από τον Tilman, τα βρετανικά μέλη της ομάδας είναι ο T. Graham Brown, ο άνθρωπος του τριπτύχου της Brenva (Sentinelle, Major, Poire), που συμμετείχε το 1934 στην πρώτη αποστολή του Foraker στην Αλάσκα, ο N. E. Odell, που είχε κατακτήσει την κατασκήνωση VI  (8230 μέτρα) στο Έβερεστ το 1924, και ο Peter Lloyd (λιγότερο γνωστός, χωρίς να του λείπει όμως η εμπιστοσύνη στον εαυτό του). Οι Yankees οργανώνουν τον Loomis, τον Athur Emmons, μέλος της αποστολής στην Minya Konka (7587 μέτρα) το ‘31, τον Charles Houston, αρχηγό της αποστολής του Foraker το ‘34 και μελλοντικό πρωτοπόρο του Κ2, καθώς και τον Adams Carter, μελλοντικό αφεντικό του American Alpine Journal που για την ώρα βρίσκεται σε ερευνητικό ταξίδι στη Σαγκάη.

Αναχωρώντας λίγο αργότερα, βρίσκει την Darjeeling άδεια από ικανούς οδηγούς: η βρετανική αποστολή στο Έβερεστ, η γαλλική αποστολή στο Gesherbrum I, μία άλλη αγγλική ομάδα στο Sikkim, είχαν όλες τους εκμισθώσει τους πιο έμπειρους. Καταφέρνει να στρατολογήσει τέσσερις, όλοι τους αρχάριοι, εκτός από τον Pasang Kikuli, ένα βετεράνο του Kangch, του Nanga Parbat και του Έβερεστ, στο οποίο μάλιστα είχε φτάσει μέχρι την κατασκήνωση V. Έχοντας λίγο χρόνο στη διάθεσή τους, ο Tilman και η ομάδα του περνούν δύο βδομάδες στη νότια πλαγιά του Kangch, περιμένοντας τα υπόλοιπα μέλη της αποστολής.

Ύστερα από κωμικοτραγικές περιπέτειες – απώλεια κάποιων υλικών και των αποικιακών κρανών, οι ιδιοκτήτες των οποίων θα παραδεχθούν εκ των υστέρων ότι δεν τους χρησίμευαν σε τίποτα, «διάσωση»  των Sahibs που είχαν εγκλωβιστεί στις βαθιές κοιλάδες  του Rishi από τους εύρωστους οδηγούς του χωριού Mana, – η αποστολή εγκαθιστά τη βάση της σε υψόμετρο πάνω από 4600 μέτρα στις 4 Αυγούστου.

Η κατασκήνωση  I  ανεβαίνει σύντομα στα 5900 μέτρα, ύστερα από μία εργασία «αποχωμάτωσης»: ήταν υποχρεωμένοι να κατασκευάσουν πλατφόρμες, χρησιμοποιώντας πέτρες, ώστε να στηρίξουν τρεις σκηνές. Αμέσως μετά η αποστολή ξεκουράζεται… «Με δεδομένο τη σωματική κούραση ήταν μία σοφή απόφαση, αλλά από άποψη τακτικής επρόκειτο για λάθος, διότι η πείρα μας έχει αποδείξει ότι θα βρούμε μπροστά μας πολλές μη ηθελημένες ευκαιρίες για ξεκούραση, χωρίς να συνυπολογίσουμε αυτές που είναι επιλογή μας» σημειώνει ο Tilman, ενώ ο καιρός τους αναγκάζει να βγάζουν συνεχώς  ομαδικές φωτογραφίες και να μαγειρεύουν. Με την επιστροφή του ήλιου το σχέδιο είναι απλό: εγκατάσταση της κατασκήνωσης  II, σε ένα στρώμα  χιονιού που βρίσκεται 400 μέτρα πιο ψηλά. «Ήταν στην πραγματικότητα η ιδανική τοποθεσία για κατασκήνωση, αλλά δεν ήταν η κατaσκήνωση II που θα εγκαθιστούσαμε εκεί, αλλά η κατασκήνωση III.» Η προσδοκία  κάνει τις παρατηρήσεις από χαμηλά  τυχαίες και οι αναρριχητές αντιμετωπίζουν όλο και πιο συχνά σωρούς εύθρυπτων βράχων. Το υψόμετρο αρχίζει να γίνεται αισθητό, αλλά εγκλιματίζονται πιο εύκολα από ότι είχαν προβλέψει. Το γεγονός αυτό θορυβεί το γιατρό Houston ο οποίο ζητά «μία λεπτομερή, ακόμα και άσεμνη» αναφορά των συμπτωμάτων που έχουν παρατηρηθεί από τα μέλη της ομάδας.

Επιθυμούν απελπιστικά την κατασκήνωση III. Οι ορειβάτες δένονται με σχοινιά , αναταράσσουν το φρέσκο χιόνι και ξεφορτώνονται τεράστια κομμάτια βράχου. Το περιβόητο καταφύγιο εγκαθίσταται περίπου στα 6250 μέτρα, πάνω σε μία επικλινή επιφάνεια. Του δίνουν το όνομα «φωλιά». Στις 15 Αυγούστου η ομάδα πραγματοποιεί τον συνηθισμένο ανεφοδιασμό στην κατασκήνωση  ΙΙ και σχολιάζει με χιούμορ την πρόοδο του Houston και του Graham Brown πάνω από τη «φωλιά». Για μια φορά, γλιτώνουν την ημερήσια χιονόπτωση. Εκατό δύσκολα μέτρα δίνουν πρόσβαση στη χιονισμένη κορυφογραμμή. Αν και απόκρημνη, είναι αρκετά φιλόξενη για μια μικρή κατασκήνωση. Η κορυφογραμμή παρουσιάζει κλίση 40-45Ο. Εκεί ο Graham Brown είναι υποχρεωμένος να κόψει τον πάγο, σε υψόμετρο πάνω από 6200 μέτρα. Η δουλειά είναι τόσο εξαντλητική που είναι σε θέση να διηγηθεί τον ακριβή αριθμό των σκαλοπατιών που διαμόρφωσε!

Από εκείνο το σημείο το βουνό έμοιαζε με μία αισχρή κατωφέρεια ασταθών βράχων, καλυμμένων από ένα φρέσκο και ευμετάβλητο στρώμα χιονιού. Η πρόοδος είναι πιθανή, αλλά η μεταφορά των φορτίων ισοδυναμεί με ρώσικη ρουλέτα. Η ομάδα των οδηγών είναι αποδεκατισμένη από την αρρώστια και την οφθαλμία. Η οφθαλμία αντιμετωπίζεται με μεγάλες δόσεις από κομπρέσες τσαγιού, ένα φάρμακο που φαίνεται να έχει αμφίβολα αποτελέσματα.  Δύο οδηγοί είχαν αποκλειστεί στην κατασκήνωση ΙΙ, ανίκανοι για την ώρα να ξαναεπιχειρήσουν ανάβαση. Η κατασκήνωση ΙΙΙ αντιμετωπίζει ξανά δυσκολίες και το μεγαλύτερο μέρος της ομάδας βρίσκεται αποκλεισμένο για δύο μέρες από τον παγωμένο άνεμο και τη χιονοθύελλα. O Lloyd και ο Tilman κατεβαίνουν στην κατασκήνωση ΙΙ για να απελευθερώσουν τους δύο άρρωστους οδηγούς. Βρίσκουν την κατασκήνωση άδεια: οι δύο άντρες έχουν απελευθερωθεί μόνοι τους! Αμέσως ανεβαίνουν στην κατασκήνωση, όπου συναντούν και πάλι  τον Carter και τον Graham Brown οι οποίοι επιστρέφουν από την κατασκήνωση IV, σε ένα υψόμετρο που υπολογίζεται στα 6650 μέτρα.

Διαβάστε ακόμα:  1978 - 2018. 40 χρόνια Batman. Ένας κάθετος Μύθος

Στις 25 του μήνα, ενώ o Lloyd, ο Loomis, ο Houston, o Odell και ο Tilman κατευθύνονται προς τα 7100 μέτρα και ο Trisul πλησιάζει  στο στόχο, ξανασυναντιούνται πάνω σε ένα βραχώδη πύργο, αρκετά μεγάλο, ώστε με δυσκολία να μένει όρθιος…Αποφασίζεται ότι ο Houston και ο Ddell πρέπει να στρατοπεδεύσουν επί τόπου και οι υπόλοιποι να ξανακερδίσουν την κατασκήνωση IV. Οι επικεφαλείς της ομάδας προσπαθούν για 50 ακόμα μέτρα, με κέρδος μία διανυκτέρευση. Το υψόμετρο στο οποίο βρίσκονται υπολογίζεται στα 7200 μέτρα, πολύ χαμηλά για να κατακτήσουν την κορυφή, που μοιάζει να κρύβεται, χωρίς να εμφανίζει ένα οποιοδήποτε σημάδι παράδοσης. Αυτή ακριβώς τη στιγμή η ιστορία χάνει την ισορροπία της: ο Houston, ο οποίος επιχειρεί να εγκαταστήσει μαζί με τον Odell έναν καταυλισμό στο πιο ψηλό σημείο, σε μια απόπειρα προς την κορυφή, αρρωσταίνει. Είναι εξάλλου η ευκαιρία για μια διόλου αστεία παρεξήγηση. Ο Odell ειδοποιεί τους συντρόφους του φωνάζοντας: «Charlie is hill!» (Ο Charlie είναι άρρωστος). Αυτοί καταλαβαίνουν «Killed» (νεκρός). Αποτρελαμένοι, ξανασυναντούν την ομάδα της κορυφής, ευτυχώς σε απαρτία. O Houston ξανακατεβαίνει, θύμα μίας τροφικής δηλητηρίασης. O Tilman τον αντικαθιστά, και την επομένη, μαζί με τον Odell εγκαθιστά τελικά τον τελευταίο καταυλισμό.

Η ψυχή της Nanda Devi

Στις 29, οι δύο άντρες ξεκινούν κατά τις 6 η ώρα και σύντομα συναντούν ένα στέρεο σχιστόλιθο, ιδανικό για αναρρίχηση. Πιο ψηλά, το παχύ χιόνι τους αναγκάζει σε μία εξαντλητική πορεία. Η ομάδα των ορειβατών προχωράει κάτω από ένα λαμπερό ουρανό, πάνω από μία θάλασσα που σχηματίζουν θορυβώδη σύννεφα. Στις κοιλάδες επικρατεί θύελλα. Τα ποτάμια, βίαια, παρασύρουν σπίτια, ο σταθμός στο βουνό του Mussoorie εκείνη τη μέρα δέχεται καταρρακτώδεις βροχές. Εντούτοις, τίποτα δεν είναι απλό στις απότομες πλαγιές της κορυφής της Θεάς Nanda: o Odell και ο Tilman ξεφεύγουν με ακρίβεια από μία πελώρια χιονοστιβάδα της οποίας το ρήγμα/ cassure  φτάνει το ένα με ενάμιση μέτρο….

Σε 15 ώρες φτάνουν τελικά στην τεράστια κορυφή της Nanda Devi. «Ο αέρας ήταν ήρεμος, ο ήλιος έκαιγε και η θέα ήταν εκπληκτική…». «To Dhaulagiri, ψηλότερο κατά 300 μέτρα και μακρινό κατά 300 χιλιόμετρα (…) ήταν ο πιο κοντινός μας αντίπαλος. Πιστεύω ότι ξεχαστήκαμε τόσο, ώστε να του γνέφουμε με τα  χέρια». Οι δύο άντρες ξανααναχωρούν 45 λεπτά αργότερα, με βαριά καρδιά, «μεταφέροντας μία ανάμνηση που δεν έπρεπε να σβηστεί ποτέ, αφήνοντας πίσω τους σκέψεις που ξεπερνούσαν τα όρια της ψυχής τους». Στο δρόμο, συναντούν «ένα περιστέρι από σύννεφα να πετάει πολύ γρήγορα… όπως η ψυχή της Nanda Devi εγκατέλειπε ένα φρούριο που δεν της ανήκε πια».

Ο καιρός χαλάει, εμποδίζοντας κάθε άλλη προσπάθεια, γεγονός που μόνο ο Peter Lloyd είναι σε θέση να εξετάσει. Η αποστολή αποχωρεί από το βουνό και μαθαίνει το θάνατο του Kitar, ενός έμπειρου οδηγού που πάλευε για πολλές μέρες με την αρρώστια.

Το κυρίως σώμα της ομάδας ξαναπαίρνει το δρόμο για τις βαθιές κοιλάδες  του Rishi, ενώ ο Tilman, ο Houston και ο Pasang Kikuli αποφασίζουν να διασχίσουν το πέρασμα  Longstaff και να επισκεφτούν τις ανατολικές κοιλάδες της οροσειράς. Αυτή η πεζοπορία τους επιφυλάσσει κάποιες περιπέτειες. Μία κοιλάδα με μανιώδεις χείμαρρους και κάποιες συναντήσεις σε απομονωμένα χωριά, όπου δέχονται πιεστικές ερωτήσεις σχετικά με την κατοικία της θεάς που πίστευαν ότι βρίσκεται στην κορυφή…

Το μεγαλείο και η παρακμή μιας ονειρεμένης κορυφής

Η ανάβαση της Nanda Devi σηματοδοτεί πρόοδο στο χώρο της ορειβασίας. Εκείνη την εποχή επρόκειτο για την πιο ψηλή κορυφή στην οποία είχε αναρριχηθεί ποτέ άνθρωπος, ένα ρεκόρ που θα κρατήσει μέχρι την Aannapurna το 1950. (δεν είναι υπερβολή να σκεφτεί κανείς ότι τα 8000 μέτρα θα μπορούσαν να έχουν κατακτηθεί νωρίτερα, πριν τον πόλεμο: το υψόμετρο που κατακτήθηκε, με ή χωρίς οξυγόνο στις ψηλότερες κορυφές, αποδεικνύει ότι τα 8000 μέτρα ήταν εφικτά). Πρόκειται επίσης για την πιο δύσκολη κορυφή στην οποία είχε βρεθεί άνθρωπος εκείνη την εποχή. Επιπλέον, εάν οι ορειβάτες του ‘36 εγκατέστησαν κατασκηνώσεις ακολουθώντας την κλασική τακτική των Ιμαλαΐων, όφειλαν να αποφύγουν τις υπηρεσίες των οδηγών πάνω από την κατασκήνωση ΙΙ. Τα πήγαινε- έλα δεν εξασφαλίζονταν από σταθερό σχοινί, οι ορειβάτες προχωρούσαν δεμένοι όπως στις Άλπεις. Όσο για το οξυγόνο, είχε χαθεί με ένα φορτίο στα νερά του Rishi, γεγονός που προκάλεσε την ευχαρίστηση του Tilman που δεν ήθελε ούτε να ακούει για αυτό. Η αναρρίχηση της Nanda Devi αποτελεί προμήνυμα του ορειβατικού στυλ των Ιμαλαΐων.

Η Θεά συνεχίζει να κάνει τους ανθρώπους να ονειρεύονται. Η ανατολική κορυφή, με υψόμετρο 7434 μέτρα κατακτάται από μία πολωνική αποστολή το 1939. Μετά τον πόλεμο, μία γαλλική αποστολή το 1951, επικεντρώνεται στο να διασχίσει τα 3 χιλιόμετρα των κορυφογραμμών. Ο Roger Duplat και ο Gilbert Vignes χάνονται κατά τη διάρκεια μιας προσπάθειας που θα μείνει θρυλική. Η ίδια απόπειρα επαναλαμβάνεται ξανά το 1975 από μία γαλλοινδική αποστολή, στην οποία συμμετέχει μία ισχυρή ομάδα καθηγητών της ENSA. Οι δύο κορυφές κατακτώνται, αλλά η προσπάθεια σταματάει λόγω των δυνατών ανέμων. Αυτή η μεγαλειώδης διαδρομή επιτυγχάνεται τελικά το 1976 από μία ισχυρή ινδοιαπωνική αποστολή. Την ίδια χρονιά, μία αμερικάνικη αποστολή κατακτά τη βορειοδυτική πλευρά της κύριας κορυφής. O Adam Cater, επιστρέφοντας στη Nanda Devi, έρχεται να γιορτάσει τα 40 χρόνια της ευτυχούς εκείνης αποστολής. Ο δρόμος που ανοίχτηκε από τον John Roskelley, τον πιο δυνατό Αμερικανό ορειβάτη των Ιμαλαΐων της εποχής, παρουσιάζει εξαιρετικές δυσκολίες. Κατακτά την κορυφή με τους Lou Reichardt και Jim States. Αυτή η όμορφη επιτυχία βυθίζεται στο πένθος λόγω του θανάτου της κόρης του Willy Unsoeld, του ανθρώπου που είχε διασχίσει το Έβερεστ μαζί με τον Tom Hombein το 1963. O Unsoeld είχε ονομάσει την κόρη του Nanda Devi. Όμορφη και εύθυμη, ήταν για τους ντόπιους οδηγούς μία ενσάρκωση της θεάς. Ακόμα πιστεύουν ότι ήρθε για να πάρει πίσω την κυριαρχία του τόπου της.

H Nanda Devi και ο W. Unsoeld στην κατασκήνωση βάσης

Στην αμερικανική αποστολή το 1977 για την ανάβαση της κύριας κορυφής με αρχηγό τον Unsoeld συμμετέχει και η κόρη του Nanda Devi, που ονομάστηκε έτσι για το βουνό που είχε εντυπωσιάσει τον πατέρα της. Στα 7.000 μ. έχουν φτάσει πατέρας, κόρη και κάποιοι ακόμα. Η κόρη, που κάποιο μικρόβιο της έχει φέρει ακατάσχετη διάρροια και προσπαθεί να την καταπολεμήσει με φάρμακα, αισθάνεται πολύ άσχημα. Ο πατέρας της τη συμβουλεύει να σκεφτεί και να αποφασίσει μόνη της αν επιθυμεί να γυρίσει πίσω ή όχι. Οι άλλοι την προτρέπουν να επιστρέψει. Κάποια στιγμή η Devi λέει «πιάσε το σφυγμό μου, νομίζω ότι θα πεθάνω». Πριν προλάβει κάποιος να πάρει το σφυγμό της, ξεψυχάει. Μη μπορώντας να κάνουν τίποτε άλλο, τη βάζουν μέσα σ’ έναν υπνόσακο και τη σπρώχνουν στον γκρεμό της βόρειας ορθοπλαγιάς, για να χωθεί στο χιόνι χιλιάδες μέτρα πιο κάτω… Η ομάδα συνέχισε και έκανε κορυφή!

Το 1981, μία δυνατή τσέχικη αποστολή σκαρφαλώνει το βορειοανατολικό πυλώνα με ύψος 3000 μέτρα, αντί για τα μονοπάτια  VI και  Α3 του ψηλού σημείου.

Είναι ο τελευταίος ανοικτός δρόμος προς το  «Ιερό». Η ινδική κυβέρνηση ξανακλείνει αυτήν την έξοχη κοιλάδα. Ο κήπος της  Εδέμ που ανακάλυψαν οι Shipton και Tilman, εκεί όπου βοσκούσαν ήσυχα κοπάδια ζώων, δεν μπορούσε να ανεχτεί την διαμονή μεγάλων αποστολών που έκοβαν όλο και περισσότερα ξύλα, αφήνοντας πάντα περισσότερα υπολείμματα. Ο Tilman, οραματιστής, γοητευμένος από μία μικρή, ακόμα παρθένα κοιλάδα, είχε προτείνει τη δημιουργία ενός ιερού «τόσο καλού όσο και το όνομά του». Ήταν ήδη πολύ αργά.  Οι βαθιές κοιλάδες του Rishi , που υπερασπίζονταν την πρόσβαση στο «Ιερό», απέκτησαν χιλιόμετρα σταθερών σχοινιών. Οι κυνηγοί της κοιλάδας επέστρεφαν εκεί,  κατασφάζοντας τα ζώα μιας περιοχής που κάποτε αποτελούσε μία απρόσιτη όαση.

Το δικαιολογημένο οικολογικό ενδιαφέρον της ινδικής κυβέρνησης έκρυβε μία πραγματικότητα ακόμα πιο σκληρή. Λένε ότι στα μέσα στης δεκαετίας του ‘60, στο ζενίθ του Ψυχρού Πολέμου, μία αμερικανική ομάδα λειτουργούσε στην περιοχή. Ο χρηματοδότης της δεν είχε ενοχληθεί καθόλου από το κόστος μίας τέτοιας αποστολής: επρόκειτο για την CIA. Η Nanda Devi αποτελούσε το ιδανικό παρατηρητήριο ώστε να παραμονεύει κανείς τις εγκαταστάσεις των κινεζικών πυρηνικών πυραύλων. Είχε αποφασιστεί να εγκατασταθεί εκεί ένα σύστημα παρατήρησης. Από τύχη, η κορυφή δεν κατακτήθηκε. Από ατυχία, η ατομική στήλη που θα τροφοδοτούσε το σύστημα χάθηκε… Το θέμα αποκαλύφτηκε το Μάιο του ‘74 από τον Αμερικανό δημοσιογράφο Jack Anderson. Αργότερα θα βρίσκαμε ποσότητες ραδιενέργειας στο Γάγγη γεγονός που θα εξηγούσε το καθυστερημένο κλείσιμο της περιοχής.

Λίγο περισσότερο από 40 χρόνια αργότερα, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, ο Άνθρωπος κατάφερε να αμαυρώσει ένα Ιερό που γνώριζαν μόνο οι θεοί, λίγο πριν καταφτάσουν οι Δυτικοί….

Harold William Tillman (1898-1977)

Ένας από τους διασημότερους ορειβάτες και ταξιδευτές της εποχής του, ο Η.W. Tillman εντοπίζεται για τελευταία φορά ανοιχτά των Falkland Islands. Είχε φύγει από το Port Stanley και από τότε κανείς δεν τον ξαναείδε.O Tillman ήταν μια  προσωπικότητα που έζησε, θα μπορούσε να πει κανείς, πολλές ζωές, τις οποίες είχε διαχωρίσει προσεκτικά. Δεκαεπτά ετών βρέθηκε να πολεμά γενναία στην πρώτη γραμμή στον A΄ Π.Π. και να κερδίζει διακρίσεις και μετάλλια. Στο B΄Π.Π. είναι πάλι εθελοντής και στην πρώτη γραμμή σε τρία διαφορετικά μέτωπα.   Δηλωμένος μισογύνης, ποτέ δεν παντρεύτηκε και παραιτήθηκε από το Alpine Club όταν αυτό έκρινε πως ήρθε η ώρα να δεχτεί γυναίκες ως μέλη. Πάντως, υπήρχαν φήμες για μια μεγάλη ερωτική απογοήτευση νωρίς στη ζωή του, ενώ αργότερα είχε σχέσεις με μια Αμερικανίδα ορειβάτισσα, με την οποία, όμως, δεν έφτασαν ποτέ στο γάμο.  Μετά τον A΄ Π.Π. σε ένα χορό των βετεράνων κέρδισε ένα αγρόκτημα στην Κένια, όπου και εγκαταστάθηκε για να ασχοληθεί με τις φυτείες του καφé. Εκεί γνωρίζεται με ένα γείτονα, τον Εric Shipton, και μαζί ανοίγουν σωρεία διαδρομών στο Κένια, στο Κιλιμάντζαρο και στο Ρουβεντζόρι. Η ζωή του εκεί φαίνεται ότι ήταν πολύ άνετη, τόσο που έπρεπε να αλλάξει ζωή. Παρατάει τη φάρμα και μ’ ένα ποδήλατο διασχίζει την Αφρική, περίπου κατά μήκος του Ισημερινού. Tέλος, το 1933 φτάνει στην Αγγλία μετά από 3.000 χλμ. και 56 μέρες ποδηλασίας. Την επόμενη χρονιά ξεκινάει τη σοβαρή ορειβασία. Πρώτα η προσπάθεια να εισχωρήσει στην απρόσιτη Rishi Gorge και στη συνέχεια η ανάβαση με τον Noel Odell της Nanda Devi, που θα παραμείνει για τα επόμενα 14 χρόνια η ψηλότερη κορυφή όπου έχουν ανεβεί ορειβάτες. Ακολούθησαν αποστολές και αναβάσεις στα Kασμίρ, Νεπάλ, Ινδία και δύο φορές στο Kashgar, για να επισκεφτεί τον Shipton, που είχε στο μεταξύ εγκατασταθεί εκεί. (Το Kashgar είναι μια μικρή πόλη και όαση, σε οροπέδιο στα 1.200 μ., στην περιοχή Sinkiang της Κίνας, όπου συναντιούνται οι οροσειρές Tien Shan και Maztagh Ata).

Οι E. Shipton και B. Tillman, πριν την αναχώρηση τους για την Ινδία το 1935

Το 1950 θεωρεί ότι ο κύκλος της ορειβατικής του δράσης έκλεισε. Eίχαν περάσει 17 χρόνια από την Κένια. Αγοράζει ένα ιστιοπλοϊκό σκάφος και τα επόμενα 25 χρόνια πραγματοποιεί δέκα μεγάλα ταξίδια σε άγριες και απρόσιτες περιοχές από τη Γροιλανδία μέχρι την Παταγονία και τα Νησιά Shetland του Νότιου Ατλαντικού, τα οποία και επιχειρούσε να φτάσει για δεύτερη φορά όταν χάθηκε.  Το φιλολογικό του έργο είναι πολύ αξιόλογο. Έγραψε συνολικά 14 βιβλία και όλα θεωρούνται κλασικά.

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Οι εκδόσεις ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ξεκίνησαν την άνοιξη του 98 με την έκδοση του πρώτου ομώνυμου τεύχους. Από τότε έχουν εκδοθεί 73 τεύχη, 8 τίτλοι βιλίων με ανάλογο περιεχόμενο και συνεχίζουμε...