Η Γκιώνα είναι από τα πιο εντυπωσιακά βουνά της πατρίδας μας. Ψηλή, το ψηλότερο βουνό της Ρούμελης, με μεγάλη έκταση πάνω από τα 2000 μέτρα, αλπικά λιβάδια και βαθύσκιες χαράδρες, είναι ένα από τα αγαπημένα βουνά των πεζοπόρων. Όμως αυτό που κάνει την Γκιώνα να ξεχωρίζει είναι οι ατελείωτες ορθοπλαγιές της. Μικρές και μεγάλες, με πολύ γερό βράχο, αποτελούν πόλο έλξης για ορειβάτες και αναρριχητές. Ανάμεσα σ’ όλες ξεχωρίζει η εντυπωσιακή ορθοπλαγιά του Λάζου. Μαζί με αυτήν της Συκιάς σχηματίζουν ένα αδιάσπαστο τοίχο, μήκους τριών χιλιομέτρων και με ύψος από 600 έως και 110 μέτρα! Η μεγαλύτερη ορθοπλαγιά των Βαλκανίων.
Είπαμε αδιάσπαστο; Ας το δούμε πιο προσεκτικά, μπορεί και να μην είναι έτσι.
Αν εξαιρέσουμε την Πλάκα της Συκιάς που είναι πράγματι ένας μονοκόμματος τοίχος, όλη η υπόλοιπη ορθοπλαγιά διακόπτεται από λούκια, ράμπες και πατάρια που σπάνε τη συνοχή της και δημιουργούν μικρότερες επιμέρους ορθοπλαγιές 100, 200, 300 μέτρων! Όλα αυτά δείχνουν κοιτώντας τα από κάτω τυφλά, χωρίς διέξοδο και πράγματι έτσι είναι, εκτός από ένα σύστημα λουκιών και ραμπών που μπορεί χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες να μας ανεβάσει ως την κορφή μέσα από αυτό το εντυπωσιακό βραχοβασίλειο. Αυτές οι ράμπες και τα λούκια σχηματίζουν μια από τις εντυπωσιακότερες διαδρομές στα Ελληνικά βουνά, που μέσα σε λίγες ώρες σε ανεβάζει από τα 1250 μέτρα στα 2400 της κορυφογραμμής, από ένα δρόμο που με την πρώτη ματιά φαίνεται πολύ – πολύ δυσκολότερος.
Ο «δρόμος» αυτός είναι ουσιαστικά ένα παλιό μονοπάτι βοσκών που ο Δημήτρης Καραγιάννης (ορειβάτης του ΕΟΣ Αθηνών, μέλος της πρώτης ορειβατικής αποστολής στα Ιμαλάια – 1985, Annapurna South), κάπου στις αρχές του 80 το σηματοδότησε προκειμένου οι αναρριχητές να έχουν μια γρήγορη κάθοδο από το τελείωμα των ορθοπλαγιών. Και από τότε οι ορειβάτες το αποκαλούν «μονοπάτι Καραγιάννη». Χωρίς χιόνι ο δρόμος αυτός κινείται συνεχώς σε σάρες, λούκια και εύκολα βράχια και κατά γενική ομολογία πρόκειται για ένα “σιχτίρι”. Το χειμώνα όμως αυτές οι σάρες και τα λούκια, μεταμορφώνονται σε παγωμένους διαδρόμους και σε συνδυασμό με τη θέα των Βαρδουσίων και της κοιλάδας του Μόρνου σχεδόν δυο χιλιόμετρα χαμηλότερα, δημιουργούν μιας πρώτης τάξης αλπική κούρσα. Η περιγραφή λοιπόν που δίνουμε ισχύει με χειμερινές συνθήκες, αφού συνιστούμε ανεπιφύλακτα ως προτιμότερη τη χειμερινή ανάβαση.
Η Διαδρομή
Ξεκινώντας από το χαρακτηριστικό ώμο στα 1250μ. πάνω στο μονοπάτι Συκιά – Λαζόρεμα, βρίσκουμε στο δεξί μας χέρι μεγάλα κόκκινα σημάδια που χώνονται στο δάσος και τα ακολουθούμε ανηφορίζοντας με πορεία προς τα δεξιά. Το δάσος είναι αραιό και δεν μας δυσκολεύει, μόνο που πρέπει να ανεβούμε ένα – δυο βραχάκια. Γρήγορα φτάνουμε σε εύκολο αλλά εκτεθειμένο πέρασμα πάνω από την ορθοπλαγιά αριστερά της Πλάκας. Εδώ καλό είναι – αν και πρόκειται μόνο για δυο – τρία εύκολα βήματα – αν δεν έχουμε εμπειρία κίνησης σε χειμερινό πεδίο με άρβυλα και σακίδιο, να ασφαλιστούμε μιας και από κάτω έχουμε 200 μέτρα ορθοπλαγιά.

Αφού περάσουμε, συνεχίζουμε ακολουθώντας τα σημάδια να ανεβαίνουμε ξεπερνώντας λίγο πιο δύσκολα, αλλά όχι εκτεθειμένα ή επικίνδυνα βράχια. Ήδη μετά το εκτεθειμένο πέρασμα η πορεία μας φεύγει αριστερά. Σιγά – σιγά το δάσος αραιώνει και βλέπουμε στα δεξιά μας την ορθοπλαγιά της Συκιάς. Από πάνω μας έχουμε βράχια, οπότε αρχίζουμε να τραβερσάρουμε στο δάσος περνώντας κάθετα δυο λούκια, μέχρι να βγούμε σε μεγάλο λούκι – διάδρομο με κλίση περίπου 35º και οδηγεί ευθεία επάνω μέσα από το δάσος. Στο ψηλότερο του σημείο φεύγουμε αναγκαστικά δεξιά για να αποφύγουμε τις από πάνω ορθοπλαγιές (κλίση εδώ: 40-45º). Βγαίνουμε σε ώμο και αμέσως μετά σε μεγάλη ανοιχτή πλαγιά. Ευθεία επάνω το δρόμο μας κλείνουν μεγάλες ορθοπλαγιές, δεξιά μας φεύγει μια μεγάλη ράμπα, η Ράμπα Μιχαηλίδη, που όμως δεν την ακολουθούμε αν και φαίνεται ο πιο λογικός δρόμος.
Αγνοούμε λοιπόν τα προφανή και φεύγουμε κατ’ αρχήν ευθεία (35-40º) και κατόπιν αριστερά. Στην αρχή φαίνεται αδιέξοδο, όμως όσο ανεβαίνουμε αποκαλύπτεται ένα μεγάλο λούκι – ράμπα που διασχίζει διαγώνια προς τα’ αριστερά την ορθοπλαγιά του Λάζου. Το ακολουθούμε (περάσματα έως 45º) και βγαίνουμε σε ώμο με φοβερή θέα, γύρω στα 100 μέτρα χαμηλότερα από την κορυφογραμμή. Μπροστά, κάτω μας, βλέπουμε το μεγάλο λούκι – ράμπα που ξεκινά και ανεβαίνει από την αριστερή πλευρά της ορθοπλαγιάς, μερικές εκατοντάδες μέτρα χαμηλότερα. Τραβερσάρουμε για λίγο από την αριστερή πλευρά των βράχων που έχουμε δεξιά μας και βγαίνουμε σε κόψη που που οδηγεί λίγο κάτω από την κορυφογραμμή. Τα βράχια ευθεία επάνω είναι δύσκολα οπότε πρέπει να τραβερσάρουμε προς τα δεξιά γύρω στα 100 μέτρα από την κορυφή ενός λουκιού (40-45º), για να βγούμε από πολύ εύκολο σημείο στα 2450μ. υψόμετρο όπου τελειώνει η ανάβαση μας, λίγο νοτιότερα από την Πυραμίδα.
Πρόσβαση
Για να φτάσουμε στο ξεκίνημα της διαδρομής, αρκεί να ακολουθήσουμε το κλασικό μονοπάτι που από τη Συκιά ανεβαίνει στο Λαζόρεμα. Περίπου σε μια ώτα συναντάμε χαρακτηριστικό ώμο στα 1250μ. Στο δεξί μας χέρι διακρίνουμε τα κόκκινα σημάδια της διαδρομής μας.
Επιστροφή
Από την έξοδο στην κορυφογραμμή φεύγουμε ΒΑ τραβερσάροντας διαγώνια τη μεγάλη ανατολική πλαγιά της Πυραμίδας, μέχρι τη Διασέλα στα 2140μ. Κατόπιν κατηφορίζουμε μέχρι τη Βαθειά Λάκα και συνχίζουμε όχι προς την Καλοσκοπη, αλλά ΒΔ προς το Λαζόρεμα. Φτάνουμε στην πηγή Χαλίκι (ή Καράμπα) που βρίσκεται κάτω από μεγάλο βράχο με νότιο προσανατολισμό. Εδώ, αντί να ακολουθήσουμε το μονοπάτι (κόκκινη σήμανση) που τραβερσάρει προς τα νότια (δεν συνιστάται για χειμώνα), φεύγουμε ευθεία κάτω στο μεγάλο λούκι που κρατά χιόνι μέχρι αργά την άνοιξη ανάμεσα στο δάσος, όπου μας βγάζει πολύ γρήγορα στο Λαζόρεμα. Έτσι γρήγορα πέφτουμε στο μονοπάτι και επιστρέφουμε στο χωριό.

Υλικά και Χρόνος
Η διαδρομή δεν έχει ιδιαίτερες τεχνικές απαιτήσεις. Οι κλίσεις στο χιόνι δεν ξεπερνούν τις 45º και τα περάσματα βράχου τον IIº IIIº βαθμό. Όμως ένα μπωντριέ, ένα σχοινί 30μ. 8mm και δυο – τρία καρφιά ίσως φανούν χρήσιμα (κυρίως σε περίπτωση υποχώρησης). Εννοείται ότι χρειάζονται κραμπόν – πιολέ (κατά προτίμηση δυο για γρήγορη προώθηση).
Ο χρόνος εξαρτάται από την ποιότητα του χιονιού. Στο ξεκίνημα μέσα στο δάσος, σχεδόν πάντα θα το βρείτε μαλακό, έτσι μην απογοητευτείτε. Με καλό όμως παγωμένο χιόνι από το τέλος του δάσους, ένα σχετικά ελαφρύ σακίδιο με τα απαραίτητα (μπίβισακ, μια βέστα, γκαζάκι, νερό, φαγητό, φακός), καλή φυσική κατάσταση και άνεση στην κίνηση (όχι χρήση σχοινιού δηλαδή), δε θα χρειαστείτε πάνω από 10-12 ώρες για να επιστρέψετε πίσω στο χωριό (οι μισές ή κάτι περισσότερο στη διαδρομή).
Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στην ασφάλιση. Το μονοπάτι Καραγιάννη δεν έχει κάποια δυσκολία και έτσι δεν χρειάστηκε ποτέ να ασφαλιστεί. Στο μοναδικό εκτεθειμένο κομμάτι, η ασφάλιση μπορεί να γίνει εύκολα από δέντρα αν κάποιος το επιθυμεί. Δυστυχώς κάποιος το ασφάλισε και αυτό και άλλα σημεία, βάζοντας μέτρα συρματόσχοινου και τεράστια και πολύ πυκνά αντιαισθητικά και αχρείαστα κόκκινα σημάδια. Κάποιοι άλλοι τα αφαιρούν, αυτός τα ξαναβάζει, κάποιοι τα ξηλώνουν και πάλι κ.ο.κ. Οπότε μη βασιστείτε σε αυτά. Έχετε μαζί σας σχοινί.
Εποχή
Η καλύτερη εποχή είναι συνήθως το τέλος του χειμώνα ή την άνοιξη, ακόμα και Απρίλη. Περιμένετε μέρες με καλοκαιρία και σχετικά υψηλές θερμοκρασίες, ώστε η εναλλαγή ζέστης τη μέρα, παγωνιάς το βράδυ να σφίξει τα χιόνια. Νωρίτερα (π.χ. Γενάρη) αυτό είναι πιο δύσκολο να συμβεί. Ακόμα, μεγάλο κομμάτι της πρόσβασης και της επιστροφής θα το βρείτε ξέχιονο. Και βέβαια το μεγάλο προσόν της άνοιξης είναι η μεγάλη μέρα. Εννοείται ξεκινάτε από Συκιά αξημέρωτα.


















