O βαθυγάλαζος ουρανός, οι απροσπέλαστες κορυφές, ο ανελέητος ήλιος του μεγάλου υψομέτρου, το αραιό οξυγόνο, το αργόσυρτο βήμα, η αμφιβολία, η πάλη, η επιβεβαίωση, μέρες καλοκαιριού του 2012 στο στέμμα της μεγάλης Μητέρας των Ανθρώπων…

Η φυγή από τη βροχερή αυγουστιάτικη Στοκχόλμη, που υποδεχόταν το φθινόπωρο μετά από ένα καλοκαίρι που ποτέ δεν ήρθε, μόνο αισιοδοξία μπορούσε να με γεμίσει. Το ταξίδι είχε κλειδώσει από τον Μάρτη. Ο διευθυντής απόρησε όταν του ζήτησα έξι εβδομάδες άδεια. «Θα πας σε καμιά ελληνική παραλία;«, «Εεεε, σκέφτηκα να πάω λίγο ψηλότερα, Μάγκνους…«, απάντησα με ελαφρύ μειδίαμα. Συμφωνήσαμε να του φέρω φωτογραφίες από την κορυφή και τον χειμώνα να κάνουμε ice scating, αν έχει καλό πάγο, στις λίμνες. Φτηνά τα εισιτήρια και ο σχεδιασμός αδρός: τον Αύγουστο στα ψηλά των Ιμαλαΐων πάνω από τη ζώνη των μουσώνων και για τον Σεπτέμβρη κάθοδο στα πεδινά εκεί που χτυπάει η καρδιά της αληθινής Ινδίας: Rajasthan, Agra, αρχαίο Varanasi.

Νυχτερινός έλεγχος στο αεροδρόμιο του Δελχί. Τransit για το Leh. «Where are you travelling to?», ρωτά αδιάφορα ο υπάλληλος στον έλεγχο. «Το the mountains», ψελλίζω. Μου φάνηκε πως χαμογέλασε. Μπαίνω στο αεροπλάνο. Άυπνος περιμένω να πρωτοαντικρίσω την οροσειρά του Stok. Έπειτα από μια σύντομη πτήση και ανάμεσα σε εκατοντάδες μυτίκια προβάλλει ο γιγαντιαίος όγκος του Stok Kangri που με τα 6.153μ. φράζει τον ορίζοντα του ήσυχου Leh. O πιλότος κάνει βουτιά από τη δυτική κόψη του βουνού προς το αεροδρόμιο που φιδιάζει στη στενή κοιλάδα του Ινδού και περικλείεται από πανύψηλους ορεινούς σχηματισμούς. «Ζόρικες μανούβρες», σκέφτομαι. Αλλά υπάρχουν και χειρότερα. Σκέψου να προσγειωνόμουν στη Lukla…

Το παλικάρι από τον ξενώνα, ένας ντόπιος με ευγενικό πρόσωπο, κρατάει ένα κομμάτι χαρτί με το όνομά μου στα Αγγλικά, αλλάζουμε δυο φιλικές κουβέντες και ανηφορίζουμε για την πόλη. Η πρωινή ψύχρα διαλύεται γρήγορα, ο ήλιος σηκώνεται και έρχομαι αντιμέτωπος με γνώριμες εικόνες: η Ασία, όπου αγαπώ να επιστρέφω, πολύχρωμο πλήθος, παζάρια, μυρωδιές από μπαχαρικά, σκόνη και ένα βουδιστικό μοναστήρι που ρίχνει τον ίσκιο του πάνω από την πόλη, αγκαλιάζοντας τις γειτονιές της. Γέρνω πίσω στο κάθισμα του αυτοκινήτου και κλείνω τα βλέφαρα με μυστική ευχαρίστηση. Είμαι πίσω… και αυτή τη φορά είναι το μεγάλο προσκύνημα στην Ινδία που με φέρνει εδώ και μια απροσδιόριστη ανάγκη, απερίγραπτη, να ξεπεράσω το φυσικό μου όριο, να προσκυνήσω το αιώνιο, να κοινωνήσω το μυστικό νήμα της ζωής στα μεγάλα υψόμετρα της Κεντρικής Ασίας.

Ladakh. Το στέμμα στο βασιλικό ένδυμα της Ινδίας. Κατ’ άλλους ένα από τα πολλά απαγορευμένα βουδιστικά βασίλεια των Ιμαλαΐων, κρυμμένο από τα μάτια των Δυτικών έως και το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Ο τόπος, άνυδρος και ανελέητος, είναι ουσιαστικά μια έρημος, το μέτωπο της οποίας σχίζουν βαθιά φαράγγια, αυλακώνουν ορμητικοί χείμαρροι και ημερεύουν παγετωνικές λίμνες. Και επάνω τους καθρεφτίζουν το σώμα τους τα ινδικά Ιμαλάια, γίγαντες που βουβά μαρτυρούν την ομορφιά του τόπου, με τις βορινές απολήξεις τους στο άγριο Καρακόραμ και στον νότο τους να σηκώνουν το ανάστημά τους στις 8άρες του Νεπάλ. Και δυο βήματα από το Ladakh είναι το δυτικό υψίπεδο του Θιβέτ, θα ‘ναι δεν θα ‘ναι εκατό χιλιόμετρα τα σύνορα με τη στέγη του Κόσμου. Κι άλλα εκατό χιλιόμετρα μακριά το άλλο κρυμμένο διαμάντι των Ιμαλαΐων, το Κashmir, με τις πράσινες κοιλάδες και τον κρυστάλλινο αέρα. Κι αν η φύση προίκισε τον τόπο με σπάνια ομορφιά, οι άνθρωποι δεν άργησαν να σπείρουν τον σπόρο του πολέμου. Η στρατιωτική παρουσία έντονη γύρω και μέσα στο Leh, με τα φυλάκια στον δρόμο να θυμίζουν πως το γειτονικό Κashmir είναι αμφισβητούμενη ζώνη και πως πίσω από τα βουνά οι κάνες των πολυβόλων του πακιστανικού στρατού είναι στραμμένες ανατολικά, ζητώντας την προσάρτηση των μουσουλμανικών πληθυσμών, διατηρώντας μια εύθραυστη εκεχειρία στη «Ζώνη του Ελέγχου». Η Κίνα, μέσω του κατεχόμενου Θιβέτ, έχει και αυτή ανοιχτούς λογαριασμούς στα βόρεια σύνορα της Ινδίας, στις «Ζώνες της Διαμάχης», και σε περιοχές ακατοίκητες και γεωστρατηγικά ασήμαντες.

Παρόλα αυτά το Ladakh εξακολουθεί να απολαμβάνει τριακόσιες ημέρες ηλιοφάνειας τον χρόνο, βουδιστική αρμονία, διατηρώντας ορισμένα από τα ομορφότερα δείγματα θρησκευτικής και λαϊκής τέχνης εκτός Θιβέτ και μερικές από τις πιο εντυπωσιακές ορειβατικές διαδρομές των ινδικών Ιμαλαΐων. Κι αν καμιά φορά τη βουδιστική γαλήνη σαρώνουν καταιγίδες που φέρνουν κατολισθήσεις, όπως εκείνη του 2010 που σάρωσε ένα τμήμα της πόλης στέλνοντας κάτω από τόνους λάσπης τριακόσιους ανθρώπους, είναι μόνο για να θυμίζει πόσο ευάλωτος στις κλιματικές αλλαγές είναι ο τόπος και η ζωή στα μεγάλα υψόμετρα, με τις καταστροφικές πλημμύρες και το λιώσιμο των παγετώνων που είναι πια γεγονός αδιαμφισβήτητο. Κι αν πει κανείς πως όλα αυτά είναι μια ασημαντότητα τότε αρκεί να θυμηθούμε πως γύρω από τα ινδικά Ιμαλάια έχουν τις πηγές τους 3-4 μεγάλοι ποταμοί, όπως ο Ινδός και ο ζωοδότης Γάγγης, που παίρνουν αίμα και μορφή από τους αιώνιους πάγους και μόνοι τους θρέφουν κοντά ένα δισεκατομμύριο ψυχές…

Οι πρώτες μέρες κυλάνε χωρίς πολλά. Το Leh είναι χτισμένο στα 3.500μ. και ο λεπτός αέρας γίνεται αντιληπτός από τα πρώτα βήματα. Βόλτα στο παζάρι, φτηνό ckicken curry στα πολλά φαγάδικα της πόλης, κουβέντα με άλλους ταξιδιώτες. Κάποιοι είναι εκεί για να φτάσουν ψηλότερα και άλλοι για να κοιτάξουν βαθιά μέσα τους. Ο καθένας έχει μια ιστορία να διηγηθεί, αρκεί να έχεις διάθεση να ακούσεις. Τουρίστες που ήρθαν για λίγες μέρες, για «να ρίξουν μια μάτια στα Ιμαλάια», flying in and out, και άλλοι χαμένοι για μήνες στο μαγικό πέπλο που υφαίνει η αινιγματική Ινδία γύρω από αυτούς που θα αφεθούν στη γοητεία της. Κι αν τους ρωτήσεις πότε άρχισαν να ταξιδεύουν το έχουν λησμονήσει. Κι αν τους ρωτήσεις προς τα πού πάνε θα απαντήσουν αόριστα. Ο Paul Theroux συμπυκνώνει ωραία τις διαφορές σε δύο φράσεις: «Ταξιδιώτης είναι αυτός που δεν ξέρει πού πηγαίνει, τουρίστας αυτός που δεν έχει ιδέα από πού έχει έρθει».

Μόλις πέρασε από μπροστά μου μια Hindu με το πολύχρωμο σάρι της. Πιο κάτω ένας μουσουλμάνος μόλις βγήκε από το τζαμί και χάθηκε στα στενά της παλιάς πόλης. Πλίθινα χαμόσπιτα και αλλού θιβετιανά αρχοντικά, τελευταία και κάποια ξενοδοχεία που διαφημίζουν δυτικές τουαλέτες και ζεστό νερό 24 ώρες, σε μια περιοχή που το πόσιμο νερό είναι στην πραγματικότητα αγαθό προς επιβίωση και κινδυνεύει να γίνει πολυτέλεια προς κατανάλωση. Το δυτικό χρήμα έχει αλλάξει τον τρόπο ζωής. Όχι όμως και τα ήθη. Ανεβαίνω με αργά βήματα προς το κάστρο της πόλης. Δύο βουδιστές μοναχοί μου πιάνουν την κουβέντα σε σπαστά Αγγλικά. Ανταλλάσσουμε χαμόγελα. Κάθομαι μέχρι το ηλιοβασίλεμα σε μια γωνιά, μαζεύω τις ανάσες μου και αναμετριέμαι νοερά με την πυραμίδα του Stok Kangri που δεσπόζει στον νότο. Ένα φευγαλέο σύννεφο αδειάζει δυο σταγόνες και χάνεται. Όλοι λένε πως ο καιρός κρύωσε νωρίς εφέτος. Ίσως να ρίξει φρέσκο χιόνι στο βουνό. Βραδιάζει. Πλαγιάζω και παλεύω να βρω τις ανάσες μου, να καταλαγιάσω την κόπωση, να δαμάσω τον άγριο νου. Δεν έχω πυρετό αλλά στο κορμί απλώνονται ρίγη. Και εκείνες οι διαολεμένες προπονήσεις στα σιωπηλά δάση της Σουηδίας… μπορούσα περισσότερα… Να ‘ναι το υψόμετρο που τα σκαρώνει όλα ή μήπως…; Όλη τη νύχτα γκρεμίζομαι από ψηλά φαράγγια σε απύθμενα βάθη…

1
2
3
4
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Οι εκδόσεις ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ξεκίνησαν την άνοιξη του 98 με την έκδοση του πρώτου ομώνυμου τεύχους. Από τότε έχουν εκδοθεί 73 τεύχη, 8 τίτλοι βιλίων με ανάλογο περιεχόμενο και συνεχίζουμε...