Matterhorn και Γιώργος Μιχαηλίδης… μια μεγάλη ιστορία!

giorgos mixailidis_materrhorn

Η σχέση του σπουδαίου αναρριχητή Γιώργου Μιχαηλίδη με το Matterhorn ήταν αν μη τι άλλο γεμάτη πάθος. Από το 1951 μέχρι το 1973 πραγματοποίησε έξι απόπειρες να φτάσει στην κορυφή του, εκ των οποίων οι τέσσερις στέφθηκαν με επιτυχία και μάλιστα από τέσσερις διαφορετικές διαδρομές.

Για χρόνια κρατούσε σημειώσεις, μάζευε πληροφορίες, δημοσιεύματα και φωτογραφίες για κάθε τι που αφορούσε στο βουνό αυτό. Του είχε γίνει έμμονη ιδέα:«Ωστόσο να θυμάστε πως η απόφασίς μου (να σκαρφαλώσω το Matterhorn) δεν έχει το χαρακτήρα καμιάς εγωιστικής φιλοδοξίας. Απλώς και μόνον επιδιώκω να πραγματοποιήσω ένα όνειρο της ζωής μου, που κατήντησε πια πολύ τυραννικόν.», είχε δηλώσει σε κάποιον δημοσιογράφο.Ήταν ο πρώτος Έλληνας που πάτησε την κορυφή, το 1951, και ο μοναδικός μέχρι σήμερα που έχει σκαρφαλώσει και τις τέσσερις κόψεις του. Αλλά και η Νοτιοδυτική και δυσκολότερη κόψη Fürggen Diretissima δεν έχει δει ακόμα δεύτερη ελληνική επανάληψη. Αναμφισβήτητα όλα αυτά αποτελούν σημαντικά κατορθώματα για την εποχή τους και όχι μόνο. Αν κάτσουμε να αναλογιστούμε τι μέσα είχε τότε στη διάθεσή του ένας ορειβάτης, σίγουρα θα εκτιμήσουμε περισσότερο αυτές τις αναβάσεις.

«Ο ΕΛΛΗΝ ΑΛΠΙΝΙΣΤΗΣ ΜΙΧΑΙΛΙΔΗΣ ΕΣΤΗΣΕ ΤΗΝ ΓΑΛΑΝΟΛΕΥΚΗ ΕΠΙ ΤΟΥ ΜΑΤΕΡΧΟΡΝ
_________

Η ΑΝΑΡΡΙΧΗΣΙΣ ΕΓΙΝΕ ΜΕ ΦΟΒΕΡΑΝ ΘΥΕΛΛΑ
_________

ΠΑΡ’ ΟΛΙΓΟΝ ΝΑ ΕΦΟΝΕΥΕΤΟ»

(Εφημερίδα «Βραδυνή» 1952)

Ακόμα και σήμερα, όμως, η αναρρίχηση σε κάποιες από τις κόψεις του Matterhorn θεωρείται αρκετά σοβαρό εγχείρημα και δεν είναι τυχαίο ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ορειβατών επιχειρεί να φτάσει στην κορυφή από την ευκολότερη κόψη Hörnli, αφήνοντας για λίγους και εκλεκτούς τις υπόλοιπες.. Το πιο εντυπωσιακό όλων, πάντως, είναι η φοβερή γοητεία που ασκούσε αυτό το βουνό στο Γιώργο Μιχαηλίδη και τον έκανε, σχεδόν τον ανάγκασε, να επιστρέψει έξι ολόκληρες φορές με την ίδια λαχτάρα και πόθο να το σκαρφαλώσει. Σε εποχές, μάλιστα, όπου ένα ταξίδι στην Ευρώπη δεν ήταν απλή υπόθεση και απαιτούσε σαφώς μεγαλύτερες θυσίες απ’ ότι σήμερα.

Το θυελλώδες αυτό ειδύλλιο, λοιπόν, γνώρισε τα πρώτα του σκιρτήματα τα χαράματα της 13ης Αυγούστου του 1951, όταν ο Μιχαηλίδης, με σχοινοσύντροφο τον Ελβετό οδηγό Η. Leyner, βγήκε από την πόρτα του καταφυγίου Hörnli μετά από δύο μέρες αναμονής λόγω κακοκαιρίας. Ήταν μέλος μιας δεκατετραμελούς ομάδας του Ε.Ο.Σ. από την οποία οι περισσότεροι ανέβηκαν στο Mont Blanc, αλλά εξαιτίας της πολυήμερης κακοκαιρίας που επικρατούσε στις Άλπεις εγκατέλειψαν όλοι – πλην του Μιχαϊλίδη – τα σχέδιά τους για το Matterhorn.

Λίγο πιο πάνω από το καταφύγιο η σχοινοσυντροφιά ξεκίνησε να σκαρφαλώνει στην κόψη Hörnli (1180μ. AD). Μετά από πέντε περίπου ώρες έφτασαν στο καταφύγιο ανάγκης Solvay (4219μ.), όπου ξεκουράστηκαν για λίγο και άφησαν κάποια όχι απαραίτητα πράγματα, που θα τα παίρνανε ξανά μαζί τους στο γυρισμό. Αμέσως μετά συνέχισαν προς τα πάνω «παρά τα μαύρα σύννεφα που σκέπαζαν το κεφάλι του Matterhorn». Αφού τραβερσάρανε προς τα αριστερά, ανέβηκαν μια δύσκολη πλάκα με πολλά καρφιά, η οποία τους έβγαλε στην κορυφογραμμή. Μετά από κάποιους ελιγμούς, έφτασαν στη βάση μιας πλαγιάς με παγωμένο χιόνι και τότε ο καιρός χάλασε. Δυνατός αέρας, πυκνό χιόνι και κακή ορατότητα. Η πλαγιά αυτή τους έφερε στη βάση του κεφαλιού του Matterhorn, λίγο αριστερότερα από το σημείο που σημειώθηκε η μοιραία πτώση των πρώτων κατακτητών του βουνού, τo 1865. Λίγη ώρα αργότερα πατούσαν στην κορυφή μετά από 61/2 συνολικά ώρες από τη βάση του βουνού. «Δυστυχώς, η κακή ορατότης, δεν μας άφηνε να απολαύσουμε την ωραία θέα που χαρίζει αυτή η κορυφή. Οι κεραυνοί, που άρχισαν να πέφτουν δίπλα μας, μας ανάγκασαν να αρχίσουμε την κατάβαση χωρίς χρονοτριβή. Μετά από 7 ώρες κατάβαση, που την έκανε πιο δύσκολη το φρέσκο χιόνι, φθάσαμε στο καταφύγιο Hörnli».

Επειδή, όπως λένε, μία ίσον καμία, ο ανήσυχος Μιχαηλίδης επέστρεψε στην ίδια κόψη δύο ακόμη φορές, το 1965 σαν εκπρόσωπος του Ε.Ο.Σ. για τον εορτασμό των εκατό χρόνων από την κατάκτηση του Matterhorn και το 1969 μαζί με μια ομάδα του Πεζοπορικού. Ωστόσο το βουνό είχε άλλα σχέδια. Το ’65 δεν κατάφερε παρά να κάνει λίγα μέτρα έξω από το καταφύγιο λόγω μεγάλης κακοκαιρίας, ενώ το ’69 έφτασε κάτω από το καταφύγιο Solvay και αναγκάστηκε να υποχωρήσει ύστερα από μια άτυχη ενέργεια μέσα στο σκοτάδι, που είχε ως συνέπεια την εξάρθρωση του δεξιού του ώμου. «Από εκεί με επίπονη προσπάθεια και ύστερα από δραματική και επικίνδυνη καταρρίχηση, με τελείως αχρηστευμένο το ένα χέρι του Μιχαηλίδη, κατόρθωσαν να φθάσουν σώοι στο καταφύγιο Hörnli». Μέλος του Πεζοπορικού, που έφτασε τελικά στην κορυφή, αναφέρει ότι: «αξίζουν συγχαρητήρια στον Φραντζεσκάκη [ο σχοινοσύντροφος του Μιχαηλίδη] που ανέλαβε όλους τους λεπτούς τεχνικούς χειρισμούς της ασφαλίσεως κατά την καταρρίχηση με απόλυτη επιτυχία και στάθηκε ένας υπέροχος σχοινοσύντροφος».

Επίσης, όσον αφορά την κόψη Hörnli, ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι μαρτυρίες δύο παλιών οδηγών του Zermatt, σε διηγήσεις τους προς Έλληνες αναρριχητές, για κάποια ελληνική προσπάθεια πριν το 1951. Συγκεκριμένα, μίλησαν για έναν Έλληνα καθηγητή, που το όνομά του είχαν ξεχάσει, με τον οποίον ανέβηκαν, κάπου μέσα στη δεκαετία του ’20, μέχρι τους χαρακτηριστικούς «κόκκινους βράχους» της κόψης στα 3800 περίπου μέτρα.

Το 1952, ένα χρόνο μετά την πρώτη ανάβαση, ο Μιχαηλίδης αποφάσισε ότι δε γινόταν να μείνει άλλο μακριά από το αγαπημένο του βουνό. Έβαλε στόχο αυτή τη φορά να σκαρφαλώσει τη νοτιοδυτική κόψη Lion (900μ. AD+), η οποία είναι δυσκολότερη από τη Hörnli και έχει σημείο εκκίνησης το ιταλικό χωριό Cervinia ή Breuil. Είχε δε την τύχη να έχει σύντροφο σε αυτή την περιπέτεια το γνωστό Ιταλό αλπινιστή Achille Compagnoni, όπου δύο χρόνια αργότερα με το Lino Lacedelli έγιναν οι πρώτοι άνθρωποι που πάτησαν στην κορυφή του Κ2 (8611μ.) των Ιμαλαΐων. O Μιχαηλίδης σε άρθρο του στο περιοδικό «Ο Αττικός» διηγείται: «Το ξεκίνημα έγινε από την Cervinia, στις 29 Ιουλίου 1952. ήταν η δεύτερη μέρα καλοκαιρίας, ύστερα από ολόκληρο δεκαπενθήμερο συνεχούς χιονοθύελλας, που έδερνε το Matterhorn και το κρατούσε απρόσιτο». Στο διάστημα αυτό της κακοκαιρίας οι δύο φίλοι, μαζί με τους Ιταλούς R. Montini και G. Faccioto (με τους οποίους ο Μιχαηλίδης έκανε μερικές μέρες αργότερα την ΝΑ κόψη του Zinal Rothorn), επιδόθηκαν σε καθημερινή προπόνηση στα βράχια του Jumeaux.

Νωρίς το πρωί, λοιπόν, αναχώρησαν από το καταφύγιο του ιταλικού συνδέσμου, ενώ τρεις ώρες νωρίτερα είχε ξεκινήσει μια τριμελής σχοινοσυντροφιά με στόχο την ίδια διαδρομή. «Μας συνοδεύει για λίγο διάστημα η γυναίκα του Compagnoni. Αφήνουμε πίσω τα τελευταία σπίτια του χωριού και ανηφορίζουμε ακολουθώντας ένα χωματόδρομο που πιο πάνω γίνεται μονοπάτι. Λίγο πριν το Batjé η σινιόρα Compagnoni μας αποχαιρετά. Φιλώντας τον άνδρα της δεν παραλείπει να του ψιθυρίσει τις … συνηθισμένες συζυγικές συμβουλές».

Γύρω στα 2800μ. συνάντησαν τους τρεις που είχαν προηγηθεί (δυο Ιταλοί κι ένας Ελβετός), οι οποίοι βρήκαν το βράχο πολύ βρεγμένο και γλιστερό και αποφάσισαν να επιστρέψουν. «Η πληροφορία αυτή μας στενοχώρησε, παρ’ όλο που φεύγοντας από την Cervinia είχαμε υπ’ όψιν το ενδεχόμενο, οι βράχοι να μην είναι στεγνοί».
Δεν το σκέφτηκαν και πολύ παρόλα αυτά, γέμισαν με λίγα καυσόξυλα τα σακίδια, αποχαιρέτισαν τους τρεις αναρριχητές και συνέχισαν για πάνω. Το καταφύγιο Luigi di Savoia, όπου ήταν προγραμματισμένη μια διανυκτέρευση, δεν είχε ξύλα και καθ’ ότι βρίσκεται αρκετά ψηλά (3840μ.) λίγη ζεστασιά σίγουρα θα ήταν ευπρόσδεκτη. Λίγο πιο πάνω συνάντησαν το σταυρό που έχει στηθεί στο σημείο θανάτου του Carrel (πρωταγωνιστής της πρώτης ανάβασης της Lion), μέχρι που τελικά έφτασαν εκεί που ξεκινάν τα ζόρια. Οι δυο αναρριχητές δέθηκαν και μπήκε μπροστά ο Μιχαηλίδης, με τον Compagnoni να δίνει τις απαραίτητες πληροφορίες για το που πάει η διαδρομή.
«Από τα πρώτα μέτρα διαπιστώσαμε πως έπρεπε να είμαστε πολύ προσεκτικοί με τον γλυστερό βράχο της ορθοπλαγιάς».

Μετά από 31/2 ώρες αναρρίχησης με πολλές βρεγμένες πλάκες, κάποιες λιθοπτώσεις και άλλα καλούδια, έφτασαν στο καταφύγιο Luigi di Savoia. Μόλις σκοτείνιασε έστειλαν τα σχεδόν υποχρεωτικά, για τις σχοινοσυντροφιές που φθάνουν εκεί, φωτεινά σήματα στην Cervinia. Oι ιταλικές ομάδες διάσωσης του C.A.I. απάντησαν με τον ίδιο τρόπο, σχεδόν αμέσως, από 4-5 σημεία του χωριού. Το βράδυ όμως ο καιρός χάλασε, με ένα δυνατό αέρα «που όσο περνούσε η ώρα δυνάμωνε περισσότερο, λες και θα ξερίζωνε το κατάλυμά μας. Σε λίγο το χαλάζι ήρθε να συμπληρώσει την κακοκαιρία. Πέφτοντας με ορμή στο ξύλινο καταφύγιο, μας προσέφερε μαζί με το ούρλιασμα του αέρα, τη γνωστή βουνίσια συναυλία».

Γρήγορα η θερμοκρασία έπεσε και αναγκάστηκαν να ανάψουν το τζάκι, ενώ πια το χαλάζι είχε δώσει τη θέση του σε πυκνό χιόνι. «Η κακοκαιρία συνεχίστηκε ολόκληρη τη νύχτα. Εμείς ξαπλωμένοι στις κουκέτες μας δεν μπορούσαμε να κλείσουμε μάτι. Ο σύντροφός μου κάθε τόσο σηκωνόταν και πήγαινε προς την πόρτα, αλλά πάντα γύριζε με μορφασμούς στενοχώριας».

Η απόφαση δύσκολη. Ο Μιχαηλίδης ρωτά το σύντροφό του τι να κάνουν, αλλά εκείνος σηκώνει τους ώμους του. «Φαίνεται όμως πως διάβασε στα μάτια μου τον άσβυστο πόθο που είχα να σκαρφαλώσω κι απ’ την ιταλική πλευρά το Matterhorn».
Γύρω στις τρεις το πρωί, λοιπόν, ο Compagnoni δέχτηκε να κάνουν για χάρη του Γιώργου μια προσπάθεια για την κορυφή. Τα πάντα έξω ήταν χιονισμένα, ενώ συνέχιζε να πέφτει σπυρωτό χιόνι. Ο πάγος που κάλυπτε τα βράχια τους ανάγκασε να βάλουν κραμπόν. Τα σταθερά σχοινιά τα οποία συναντούσαν στα όρθια περάσματα ήταν λίγο πολύ άχρηστα, είτε γιατί ήταν θαμμένα στον πάγο και το χιόνι είτε επειδή υπήρχαν κολλημένα πάνω τους κομμάτια πάγου που έκοβαν σαν μαχαίρια. Παρόλα αυτά οι δύο αναρριχητές συνέχισαν την ανάβασή τους χρησιμοποιώντας ρωγμές και πλάκες καλυμμένες με πάγο ή χιόνι, παρακάμπτοντας πυργίσκους και εκτελώντας τραβέρσες, πότε για να βγουν στην κόψη και πότε για να αποφύγουν εμπόδια πάνω σ’ αυτήν. Κάποια στιγμή ο καιρός καλυτέρευσε, το χιόνι κι ο αέρας σταμάτησαν και μόνο η ορατότητα παρέμεινε κακή.

«Συνεχίζουμε δίχως ούτε στιγμή να σταματήσουμε και σε λίγο μας περίμενε μια έκπληξη: Μέσα σε ελάχιστα λεπτά της ώρας, ο καιρός άρχισε να καθαρίζει και σε λίγο ξεπρόβαλλε ένας ολόλαμπρος ήλιος, ενώ όσο ανεβαίναμε αφήναμε τα σύννεφα χαμηλότερα».
Γεμάτοι χαρά και αισιοδοξία έφτασαν ύστερα από λίγο σκαρφάλωμα στην νοτιοδυτική προκορυφή Tyndall (4245μ.). Είχαν περάσει κιόλας τρεις ώρες από τότε που άφησαν το καταφύγιο. Ο Compagnoni, τότε, ρώτησε το Μιχαηλίδη αν είχε ακόμη όρεξη να πάνε μέχρι την κορυφή, στα 4478μ.
«Ένα ξεφωνητό χαράς ήταν η απάντησή μου».

Τους έμενε πλέον να κατέβουν στο διάσελο που χωρίζει την Tyndall από το «κεφάλι του Matterhorn» και στη συνέχεια να αντιμετωπίσουν τον τελικό όγκο της κορυφής. Ο πάγος, που κάλυπτε τα βράχια, τους ανάγκαζε να σκαρφαλώνουν με τα κραμπόν, αλλά στα δύσκολα περάσματα που ήταν στεγνά τα έβγαζαν για να προωθηθούν πιο εύκολα και πιο γρήγορα. Μετά το διάσελο Felicite (ονομάστηκε έτσι από την πρώτη γυναίκα που έφτασε εκεί) και ενώ σκαρφάλωναν σε μια πλάκα, ένας τεράστιος βράχος αποκολλήθηκε από ψηλά δημιουργώντας μια μεγάλη κατολίσθηση. Ευτυχώς, πέρασε δίπλα από τους δύο αναρριχητές χωρίς, όμως, να τους δημιουργήσει κάποιο πρόβλημα.
«Φθάνουμε στην κορυφή της πλάκας και βρισκόμαστε σε ένα αρνητικό πέρασμα λίγων μέτρων από το οποίο κρέμονταν μια μικρή σχοινένια σκάλα. Η σκαλίτσα ήταν φορτωμένη από μεγάλα κομμάτια πάγου που είχαν πάρει τα πιο παράξενα σχήματα, και τα σκαλοπάτια της είχαν εξαφανισθεί».

Το θεώρησαν, όμως, εγκληματικό, προς τους αλπινιστές που θα περνούσαν από εκεί στο μέλλον, να χρησιμοποιήσουν τα πιολέ τους για να την καθαρίσουν, μην τυχόν και προξενήσουν φθορές. Έτσι, ο Compagnoni παρέκαμψε τα αρνητικά από το πλάι και έπειτα από λίγο βγήκαν στην κόψη που τους οδήγησε στην κορυφή. Έσφιξαν τα χέρια και απόλαυσαν τη θέα προς της αμέτρητες γύρω κορυφές.
«Ένας σκοπός για τον οποίο προετοιμαζόμουν ένα ολόκληρο χρόνο, είχε πραγματοποιηθεί»

Για το δρόμο της επιστροφής επέλεξαν την κόψη Hörnli, αφενός γιατί έχει μικρότερη κλίση και αφετέρου γιατί έκριναν ότι εκεί το χιόνι ήταν πιο μαλακό. Τους πήρε δυόμιση ώρες για να φτάσουν στην ασφάλεια του καταφυγίου Hörnli, στη βάση της κόψης. Ήταν σίγουρα μια σπουδαία ανάβαση.

Πίσω στην πατρίδα, η εφημερίδα «Βραδυνή» έγραψε μεταξύ άλλων για την προσπάθεια του Μιχαηλίδη (δημοσιογραφική αδεία):
«Μόλις εξημέρωσε, παρ’όλον ότι ο καιρός εξακολουθούσε να είναι ο ίδιος, συνέχισαν την αλπινιστικήν των άνοδον, γαντζωμένοι σαν στρείδια στους παγωμένους βράχους και μαστιγούμενοι από το ακατάπαυστο χιόνι, που εμείωνε την ορατότητα εις το ελάχιστον. Επανειλημμένως εκινδύνευσαν να κρημνισθούν εις το κενόν, αλλά με υπερανθρώπους προσπαθείας συνεκρατούντο».
Γενικά, η ανάβαση συνοδεύτηκε από αρκετά κολακευτικά σχόλια.

Δεκαπέντε χρόνια μετά, το 1967, ο Γιώργος Μιχαηλίδης έχοντας πλέον αρκετή αυτοπεποίθηση και εμπειρία, διαλέγει να σηκώσει τον πήχη αρκετά ψηλά. Πάντα, όμως, στο αγαπημένο του Matterhorn. Με τον αέρα των δύο επιτυχημένων αναβάσεων στέλνει γράμμα στο σύνδεσμο των οδηγών της περιοχής ζητώντας πληροφορίες, μαζεύει σχετικά άρθρα και μαθαίνει όσα περισσότερα μπορεί για την δυσκολότερη των κόψεων του βουνού, τη Fürggen (ντιρέκτ διαδρομή, 1100μ. TD). Αναμφισβήτητα μια πολύ σοβαρή αναρρίχηση, με υψηλές τεχνικές δυσκολίες και πολύ σαθρό βράχο, γεγονός που ανάγκασε τον κορυφαίο Γάλλο αλπινιστή της εποχής Lionel Terray, να δηλώσει μετά την επιτυχημένη του ανάβαση (με τον Louis Lachenal) στη συγκεκριμένη διαδρομή: «Ποτέ δεν έχω ξανασκαρφαλώσει σε τόσο ανασφαλές πεδίο».

Στις 14 Ιουλίου και ώρα 4:15 τα ξημερώματα, ο Γιώργος Μιχαηλίδης και ο Carl Proxanf ξεκίνησαν την ανάβαση στην κόψη Fürggen από το ομώνυμο καταφύγιο. Τους πήρε ακριβώς 12 ώρες να φτάσουν στην κορυφή και το ίδιο απόγευμα στις 7:15 βρέθηκαν στο καταφύγιο Luigi Amendeo, αφού προηγουμένως καταρριχήθηκαν την κόψη Lion. Μια αλπική κούρσα που δείχνει την αρτιότητα των δύο αλπινιστών και την άνεσή τους στο ανασφαλές και επικίνδυνο πεδίο του Matterhorn.

Toν Αύγουστο του 1972, ο Πρόδρομος Ιδοσίδης έβαλε τέλος στις πρωτιές του Μιχαηλίδη στο Matterhorn. Mε σχοινοσύντροφο κάποιον ξένο αναρριχητή, κατόρθωσε να φτάσει στην κορυφή μέσω της κόψης Zmutt (1500μ. D). Η επιθυμία, όμως, του Μιχαηλίδη να ολοκληρώσει τον κύκλο των περιπετειών του σε αυτό το βουνό, παρέμεινε ακλόνητη. Γι’ αυτό και στις 5 Σεπτεμβρίου του 1973 πέταξε για Γενεύη και από εκεί με τρένο βρέθηκε στο γνώριμο του Zermatt. Δυο μέρες μετά, στις 2 το πρωί, ξεκινούσε με τον Armando Spagnoli να τραβερσάρει τον παγετώνα στη βάση της βόρειας ορθοπλαγιάς, για να συναντήσει το ξεκίνημα της κόψης Zmutt. Μετά από 8 ώρες αναρρίχησης η σχοινοσυντροφιά πατούσε στην κορυφή. Ήταν η τέταρτη και τελευταία φορά που βρέθηκε ο Γιώργος Μιχαηλίδης στην κορυφή που τόσο αγάπησε. Έξι ώρες αργότερα θα άρχιζαν να τραβερσάρουν ξανά, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση, τον παγετώνα της βόρειας ορθοπλαγιάς, για να διανυκτερεύσουν στο καταφύγιο Hörnli.
Δε θα ξεκουραζόντουσαν, όμως, για πολύ. Στις 9 του ίδιου μήνα σκαρφάλωσαν και το γειτονικό Breithorn (4164μ.) από τη βορειοανατολική ορθοπλαγιά.

Είκοσι τρία χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 1995, ο Γιώργος Μιχαηλίδης άφησε το μάταιο τούτο κόσμο κατεβαίνοντας από τις κορυφές του Ολύμπου, όπως φαντάζομαι ότι εκείνος ήθελε, ονειρεύτηκε και ήλπιζε…

Κείμενο: Γ. Κωνσταντάκης (αναδημοσίευση από το ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ τ.39).
SHARE
Οι εκδόσεις ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ξεκίνησαν την άνοιξη του 98 με την έκδοση του πρώτου ομώνυμου τεύχους. Από τότε έχουν εκδοθεί 73 τεύχη, 9 τίτλοι βιβλίων με ανάλογο περιεχόμενο και συνεχίζουμε...