Λεωνίδιο ’87 – «Περί ηρώων και τάφων»

0
270

Πέρασαν πάνω από 30 χρόνια από τις πρώτες αναβάσεις των εντυπωσιακών βράχων πάνω από την όμορφη πόλη του Λεωνιδίου. Οι αναβάσεις αυτές, που έγιναν δεκτές με ενθουσιασμό από τους ντόπιους, έδειχναν ότι ήταν μόνο η αρχή για την ανάδειξη αυτής της ορθοπλαγιάς σε σημαντικό αναρριχητικό πεδίο.

Κι όμως μέχρι πριν λίγα χρόνια, εκτός από δύο τρεις νέες γραμμές, εκεί στις αρχές του ’90, τίποτα δεν διατάραξε την ησυχία των βράχων. Αξίζει όμως να θυμηθούμε την πρώτη ανάβαση της «Περί ηρώων και τάφων», μιας σκληρής trad γραμμής, αναδημοσιεύοντάς την περιγραφή της από κάποια παλιά «Βουνά». Μια ανάβαση που μεταφέρει ανάγλυφα το στιλ σκαρφαλώματος της δεκαετίας του ’80. Ένα στιλ που αν και κυρίαρχο τότε, «εγκαταλείφθηκε μετά πολλών επαίνων», αφού ήταν δύσκολο να χωρέσει στο νέο καταναλωτικό προϊόν με την ετικέτα «climbing».

Πάσχα ’87
Την πρώτη φορά βρεθήκαμε στο Λεωνίδιο τυχαία. Ήταν Ιούλης του ’86, ο ήλιος έκαιγε μεσημέρι και μαζί με τον καθηγητή της Αρχιτεκτονιής του ΑΠΘ Α. Πετρωνότη, γυρνούσαμε την Τσακωνία, (την ανατολική δηλ. επαρχία της Αρκαδίας με την πλούσια ιστορική παράδοση, τη φημισμένη γλωσσική διάλεκτο και το ιδιαίτερο φυσικό τοπίο). Από την ώρα που αφήσαμε τον παραλιακό δρόμο και στρίψαμε προς το χωριό φαινόταν τουλάχιστον για 1 χλμ. μια σειρά από γκρίζα, ωραία βράχια, ύψους 30 -130μ. Όταν όμως σταματήσαμε στο Λεωνίδιο για να δούμε το φημισμένο παραδοσιακό οικισμό με τα αρχοντικά, τις εκκλησίες κ.λ.π., μείναμε κατάπληκτοι. Πάνω από το χωριό ορθώνεται μια κατακόρυφη έως αρνητική γκριζοκόκκινη ορθοπλαγιά, ύψους 200 – 250μ. και αναπτύγματος 600 – 700μ. Αυτό όμως που μας έκανε πραγματικά εντύπωση ήταν ότι για αυτά τα βράχια δεν είχαμε ακούσει μέχρι τότε τίποτα.

Όταν γυρίσαμε στην Αθήνα, ενθουσιασμένοι, ρωτήσαμε τον γνωστό ορειβατικό κόσμο και ψάξαμε στα περιοδικά για να βρούμε κάτι σχετικό. Τελικά όμως πολλοί λίγοι είχαν ακούσει και ακόμα λιγότεροι είχαν δει την περιοχή. Μόνο σε κάποιο τεύχος από «Τα Βουνά» του ’66 έγραφε ότι ο βράχος μεν είναι αξιόλογος, αλλά δύσκολος.Αποφασίσαμε λοιπόν τον Οκτώβριο του ’86 να αρχίσουμε εμείς κάποιες ανιχνευτικές διαδρομές και για να δούμε την ποιότητα του βράχου αλλά και να γίνει γνωστή η περιοχή. Ο καιρός ήταν απαίσιος, βροχή, αέρας. Δεν ξέραμε κανέναν από το χωριό και κανείς δεν μας είχε προσέξει. Όμως η ορθοπλαγιά είναι πολύ κοντά, απέναντι, οπότε ότι και να γίνει εύκολα ειδοποιείς κάποιον. Είχαμε τέτοια λαχτάρα να φθάσουμε στην κορυφή που παρόλες τις άσχημες καιρικές συνθήκες συνεχίσαμε. Την πρώτη μέρα κάναμε μια αναγνωριστική εύκολη κόψη και οργανώσαμε το ραπέλ. Ευτυχώς ο βράχος στέγνωνε εύκολα ή τουλάχιστον δεν γλυστρούσε με τη βροχή. Στις 28/10 με καταιγίδα και αέρα κάναμε τις τρεις πρώτες σχοινιές της διαδρομής που τώρα ονομάζεται «πιλιέ της φωτιάς». Εδώ μάλιστα βρήκαμε ένα ελβετικό καρφί και ιμάντα, προφανώς πολύ παλιά και τα δύο. Από ότι ρωτήσαμε δε μετά, κανείς, ούτε ντόπιος ούτε άλλος ορειβάτης ήξερε τίποτα για αυτά.

Διπλά ενθουσιασμένοι, στην Αθήνα, με φωτογραφίες κ.λ.π. πεισμένοι για τη μοναδικότητα του βράχου και της περιοχής σε ευρωπαϊκό πλέον επίπεδο, ενημερώσαμε όσους πιο πολλούς μπορούσαμε για να οργανώσουμε εμείς οι Έλληνες το πεδίο πριν μας προλάβουν πάλι οι ξένοι. Φυσικά μιλήσαμε και για τη διαδρομή την οποία είχαμε ξεκινήσει.
Ήρθε χειμώνας, έπεσαν τα χιόνια, έφθασε η Άνοιξη, το Πάσχα. Ξανά στο Λεωνίδιο, αλλά τώρα όμως μας ήξεραν. Όλο χαρά ήταν όταν φθάσαμε μας λένε ότι από τη διαδρομή που πήγαμε τον Οκτώβριο, ανέβηκαν τελικά τα παιδιά (Σωτηράκης, Θεοδωρόπουλος) πριν μια βδομάδα, βρήκαν μάλιστα και τα δικά μας καρφιά. Προφανώς χαμογελάσαμε και είπαμε μπράβο, αλλά η πίκρα (την οποία οι ορειβάτες μπορούν να καταλάβουν από που προέρχεται και γιατί) μας έμεινε, γιατί τα παιδιά ήταν φίλοι.Αποφασίσαμε να πάμε σε νέα διαδρομή. Αυτή την φορά δεν είχαμε μαζί μας κυάλια και τα πράγματα έδειχναν πιο εύκολα.

Η διαδρομή «Περί ηρώων και τάφων» (VI+ A2, 320μ) ανοίχτηκε στις 17-19/4/1987 από τους Λ. Γιαννακούλη και Μ. Μαλακού. Χρειάστηκαν 25 χρόνια (!) για την πρώτη της επανάληψη από του Γ. Βουτυρόπουλο και Χρ. Μπελογιάννη, επίσης σε δυο μέρες (16-17/11/2002), όπου τη χαρακτήρισαν «σκληρή και επικίνδυνη».

Εφοδιασμένοι με δύο παστέλια, τέσσερις σοκολάτες και ένα λίτρο νερό, υπολογίζοντας σε μια διανυκτέρευση, ξεκινάμε Μ. Παρασκευή. Όλη τη μέρα οι καμπάνες να χτυπούν πένθιμα, που και που δε να ακούγεται και κανένας δυναμίτης (λόγω εθίμου). Μετά βαΐων και κλάδων στην κυριολεξία (μιας και έπρεπε να καθαρίσουμε κάτι ζούγκλες φυτών), φθάσαμε στη θέση του πρώτου binouac. Το βράδυ έπεφτε, τα φώτα του χωριού είχαν ανάψει και ήδη ακουγόταν κάποιες ψαλμωδίες. Γερά ασφαλισμένοι, ζεστά, με αεράκι νότιο, παρακολουθούσαμε τους επιτάφιους. Οι δρόμοι γέμισαν κεριά που πήγαιναν στην κεντρική πλατεία και μια καταπληκτική γυναικεία φωνή (όπως μας είπαν ύστερα ήταν η Γιολάντα τι Τάσο) έψελνε τον Επιτάφιο.
Η νύχτα πέρασε γρήγορα και το πρωί Μ. Σάββατο δουλειά. Μέχρι εδώ ήταν καλά, ο βράχος σταθερός με μικρά παταράκια. Από εδώ και πάνω ήταν κόκκινος αρνητικός και κάθετος. Με οκτώ καρφιά οι συνδυασμοί που μπορείς να κάνεις, ειδικά όταν χρησιμοποιείς σκάλες είναι λίγοι. Ήταν πολλές οι στιγμές που ένιωσα κρεμασμένη σαν τσαμπί σταφύλι και μάλιστα βαρύ. Ώσπου ξαφνικά εκεί που προσπαθούσα απελπισμένα να βγάλω αυτά τα πολύτιμα 8 καρφιά από τον ασβεστόλιθο, ακούω μια φωνή.
«Μπράβο παιδιά σας βλέπουμε από το χωριό, πολύ ωραίο θέαμα. Αύριο να κατεβείτε γιατί θα έχουμε αρνιά στην πλατεία».
Ευτυχώς λέω κάποιος μας προσέχει, όσο για το θέαμα η καρδιά μου τόξερε, αλλά αυτό το τελευταίο, για αύριο στην πλατεία, αφού σήμερα δεν θα τελειώναμε. Τέλος πάντων φθάνουμε σε σπηλιά, πίνουμε λίγο νερό, κοιτάω δεξιά τοίχος, κοιτάω πάνω στέγη, κοιτάω κάτω αρνητικά. Σκάλες. Φεύγει ο Λουκάς, ασφαλώς. Πάω σε λίγο τι να δω. Όπου έπιανες, ότι πάταγες, ότι ακουμπούσες ή κοιτούσες κουνιότανε. Όπως μάθαμε αργότερα σε αυτό το σημείο το Πάσχα πετούσαν από πάνω δυναμίτες γι’ αυτό και ήταν έτσι. Όσο ήμασταν δε εμείς επάνω στο βράχο είχε κινητοποιηθεί όλο το χωριό μη τυχόν και κάποιος πετούσε δυναμίτες εκείνη την ώρα. Ευτυχώς με μία δεξιά τραβέρσα εύκολη, βγήκαμε στο γνωστό γκρι σταθερό βράχο. Φτάνει όμως το βράδυ, ανοίγουμε φακούς αλλά η διαδρομή δεν τελείωνε. Κοιτάμε προς τα πάνω. Τοίχος μαύρος. Δεύτερη διανυκτέρευση. Βρίσκουμε ένα πουρνάρι κρεμασμένο με λίγο χώμα γύρω από τη ρίζα. Ασφαλιζόμαστε. Από κάτω έχουν αρχίσει τα βαρελότα και οι δυναμίτες. Αντιλαλεί ο τόπος, αλλά ευτυχώς δεν κουνιέται τίποτα. Νερό – φαΐ δεν είχαμε, είπαμε να κοιμηθούμε. Στις 12 σείεται ο τόπος, όπου μισανοίγοντας τα μάτια βλέπουμε μια σειρά φωτεινά αντικείμενα να ανεβαίνουν ψηλά. Στο Λεωνίδιο έχουν έθιμο το Πάσχα να πετούν αερόστατα μικρά με φωτιά στο κάτω μέρος. Όλα αυτά καθώς ανέβαιναν ψηλά περνούσαν από μπροστά μας και με το ελαφρό αεράκι παρασύρονταν όλα μαζί προς την θάλασσα, φτιάχνοντας ένα φωτεινό δρόμο. Ευχάριστα πέρασε και αυτό το βράδυ, είπαμε και τα χρόνια πολλά, αλλά που να κοιμηθούμε. Οι δυναμίτες και τα βαρελότα δεν σταμάτησαν και οι φωτιές για τα αρνιά είχαν ανάψει πριν το ξημέρωμα.

Διαβάστε ακόμα:  Ένα αστεροσκοπείο στην κορφή του Mt Blanc (1893 – 1909).

Τρίτη μέρα σκαρφαλώματος, ελπίζαμε σε κάτι πιο εύκολο. Πράγματι προωθηθήκαμε γρήγορα, ειδικά όταν δεν έχεις νερό τρέχεις. Εκεί που ασφάλιζα, λοιπόν και ήλπιζα σε ένα τέλος ακούω τον Λουκά να μιλά:
«Γεια σας, τι κάνετε;»
Να τα πρώτα συμπτώματα της δίψας, λέω. Αλλά μετά ακούστηκε και άλλη φωνή. Ας είναι καλά ο κυρ Θόδωρος, η κυρά Κούλα, ο Κορδέλας, ο Νίκος και οι άλλοι που με πραγματική καλοσύνη άφησαν τα σπίτια τους πασχαλιάτικα για να έρθουν στην κορυφή να μας φέρουν λίγο νερό, πορτοκάλια, κουραμπιέδες κ.λ.π.
Ένα καταπληκτικό γεωμετρικό δίεδρο ήταν ότι καλύτερο για τέλος.
Στην πλατεία είχαν γιορτή, όπως κάθε Πάσχα αρνιά, ρετσίνα κ.λ.π. Η υποδοχή, η φιλοξενία, η καλοσύνη όλων θα μας μείνει αξέχαστη. Οι ερωτήσεις και το ενδιαφέρον του κόσμου για το πως σκαρφαλώνει ή ανεβαίνει τα βουνά κανείς ήταν ατέλειωτες. Εντυπωσιακή ήταν η σύμφωνη γνώμη όλων των κατοίκων για να συγκεντρωθούν και να ανοίξουν διαδρομές στο Λεωνίδιο πρώτοι οι Έλληνες αναρριχητές, «και μετά ας έρθουν και οι ξένοι».

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Μικρός χάζευα την Πάρνηθα από το πατρικό μου με τις ώρες. Ήταν για μένα ένας άγνωστος μαγικός κόσμος που άφηνε ελεύθερη τη φαντασία μου. Μετά από πολλά χρόνια ξεκίνησα το ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ. Κάποιες φορές το μετανοιώνω.