Η αστόχαστη συμπεριφορά μας απέναντι στη Φύση

Δε φτάνει να πιστεύεις σε κάτι σωστό, πρέπει να το κάνεις κι όλας

0
559
vouna

Ανήκω σε μια γενιά που ήταν μάλλον η τελευταία που ένοιωσε την απόλυτη ελευθερία στα βουνά. Μπορούσες να πας όπου ήθελες, να κατασκηνώσεις όπου σου άρεσε, να κάνεις μπάνιο σε όποιο ρέμα ήθελες, ακόμα και να αποπατήσεις όπου σου ερχόταν, χωρίς ιδιαίτερους προβληματισμούς (πάντα βέβαια παίρνοντας τα σκουπίδια σου πίσω).

Για να σας δώσω να το καταλάβετε, στο Μύτικα ανέβηκα μια τελευταία Κυριακή Ιούνη κάπου μέσα στη δεκαετία του 80. Ήμασταν δυο και –δε θα το πιστέψετε- ήμασταν μόνοι. Το Οροπέδιο έρημο και σε όλη τη διαδρομή από τη Διασταύρωση μέχρι το Μύτικα και πίσω στο Λιτόχωρο από τον Ενιπέα μετά από δυο μέρες, συναντήσαμε όλα κι όλα πέντε άτομα, όπου το ένα ήταν ο πατέρας Ζολώτας στον Αγαπητό!

Τα ίχνη που άφηναν οι ορειβάτες ήταν ελάχιστα, γιατί …ήταν και αυτοί ελάχιστοι. Μη νομίσετε βέβαια ότι δεν υπήρχαν και βρωμιάρηδες. Όταν ο Κορρές έγραφε το «μη κάνεις τη φύση σκουπιδαριό, φεύγοντας πάρε κάθε σκουπίδι μαζί σου», κάποιους προφανώς θα είχε υπ’ όψη του. Αλλά όπως και να το κάνουμε τα μεγέθη ήταν πολύ μικρά.

Οι ορειβάτες και οι αναρριχητές πάντα συζητούσαν, προβληματίζονταν ή και διαφωνούσαν για το πώς ασκούν το σπορ τους. Ατελείωτες συζητήσεις, άρθρα, ακόμα και βιβλία έχουν γραφτεί γι’ αυτό. Και η έκρηξη της ελεύθερης αναρρίχησης και του αλπικού στιλ στα βουνά, εκεί στα 60s και 70s, όπου οι ορειβάτες απέρριψαν τα τεχνικά μέσα, τα σταθερά καρφιά, τα ατελείωτα φιξαρισμένα σχοινιά και τις μεθόδους «πολιορκίας», μπορεί σε έναν αδαή να φαίνονται άνευ αντικειμένου (και δίκαια), αλλά στην ουσία δεν ήταν τίποτα περισσότερο από την αντανάκλαση στο σπορ, των μεγάλων απελευθερωτικών και οικολογικών κινημάτων που σάρωναν τον πλανήτη και συνέπαιρναν τους νέους της εποχής.

Το να σκαρφαλώσεις σε έναν βράχο, σε μια τεράστια ορθοπλαγιά ή σε ένα ψηλό βουνό χωρίς να χρησιμοποιήσεις σταθερά καρφιά και σχοινιά, πλακέτες και σκαλίτσες (και μάλιστα αυξάνοντας έτσι το ρίσκο και τον κίνδυνο), μπορεί να φαντάζει στους άσχετους ως εκκεντρικότητα ή ακόμα χειρότερα ως ανούσια μαγκιά, όμως δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια δήλωση: χαιρόμαστε τη φύση, αναμετριόμαστε όχι με αυτήν, αλλά με τους εαυτούς μας και την αφήνουμε όπως τη βρήκαμε, γιατί σεβόμαστε και τους υπόλοιπους που θα αναζητήσουν το ίδιο, όμως πάνω απ’ όλα γιατί σεβόμαστε τους ίδιους μας τους εαυτούς.

Έγραφε το 1984 ο πρωτοπόρος Κορρές στον περίφημο οδηγό του «Αναρρίχηση κοντά στην Αθήνα»: «το πραγματικό περιβάλλον του ανθρώπου, είναι η Φύση. Η άποψη ότι ο άνθρωπος χρησιμοποιεί τη Φύση σαν τόπο φυγής είναι λάθος. Γιατί αν δεχτούμε ότι ο κύριος διώκτης του ανθρώπου είναι ο καταπιεσμένος εσωτερικός του κόσμος, τότε ο χώρος στον οποίο θα κρυφτεί δε θα είναι άλλος από αυτόν της πόλης με τα χιλιάδες μικρά ανούσια προβλήματα. Ο άνθρωπος που ζητά το πρόσωπο του μέσα στον καθρέπτη της Φύσης, δεν είναι αυτός που φεύγει, αλλά αυτός που πραγματικά πλησιάζει» και «η ολοένα και μεγαλύτερη άρνηση των αναρριχητών στη χρήση καρφιών, συχνά σε βάρος της ασφάλειας τους, δεν είναι παρά η άρνηση να καταστρέψουν έστω και ελάχιστα το βράχο, η άρνηση τους να ραγίσουν τη γλυκιά ησυχία του τοπίου».

Αυτή, η σχεδόν ποιητική, νοοτροπία και λογική που μετέφερε ο Κορρές στην ελληνική ορειβασία, ήταν η κυρίαρχη νοοτροπία σε ορειβάτες, αναρριχητές και πεζοπόρους και από αυτή διαποτιστήκαμε. Αλλά τα πράγματα αλλάζουν.

Όταν ξεκίνησε το Ανεβαίνοντας , πάνω από 20 χρόνια πίσω, θεωρούσα ότι δεν θα ήταν μόνο ένα μέσο έκφρασης, αλλά και ένα μέσο που θα έφερνε κόσμο στα βουνά. Και ο κόσμος αυτός, ερχόμενος σε επαφή με τη φύση, θα ένοιωθε σεβασμό γι’ αυτήν και εν τέλει θα την προστάτευε. Πάντα και σταθερά, ότι πέρναγε μέσα από τις σελίδες του Ανεβαίνοντας είχε έναν κοινό παρονομαστή: ανέβα στο βουνό αν το ζητά η ψυχή σου, σκαρφάλωσε, περπάτησε, αλλά μην αφήσεις τίποτα περισσότερο από τα χνάρια σου. Είτε περπατάς, είτε σκαρφαλώνεις, χρησιμοποίησε όσο το δυνατόν λιγότερα υλικά, άφησε καθαρό το βράχο, μην απαιτήσεις ποτέ ευκολίες που θα επιβαρύνουν το περιβάλλον, σεβάσου την ελευθερία που βρήκες.

Διαβάστε ακόμα:  DHAULAGIRI ’98 - Το βουνό των Ελλήνων

20 χρόνια μετά αυτή η σκέψη αποδείχτηκε …πολύ ρομαντική. Τελικά ο κόσμος ήρθε (για λόγους βέβαια άσχετους με ένα μικρό ορειβατικό έντυπο), αλλά αυτό έφερε και πολλά προβλήματα. Ήρθε και έφερε τα προβλήματα της πόλης: πεταμένες γόπες, σκουπίδια, νέοι δρόμοι και καταφύγια, καταπάτηση και αγνόηση κανονισμών στους Εθνικούς Δρυμούς, μπογιατίσματα και κορδέλες σήμανσης παντού, ιμάντες να κρέμονται στα βράχια και πάει λέγοντας. Με δυο λέξεις: αχαλίνωτος εγωισμός. Και μένω εδώ, γιατί αν σκεφτούμε και τις εμπορικές δραστηριότητες στα βουνά και τους Εθνικούς Δρυμούς μας, θα ανοίξουμε άλλο μεγάλο θέμα.

Και γυρνάω σε έναν άλλο ορειβάτη – δάσκαλο του Κορρέ – τον Ι. Χατζηδίνα, ο οποίος δήλωνε: «το βουνό δεν το μαθαίνεις, στο βουνό μυείσαι». Αλλά η μαζικότητα, όπως όλοι καταλάβαμε τελικά, δεν ευνοεί τη μύηση, αλλά την κυκλοφορία του χρήματος και την αύξηση των κερδών. Και κάπως έτσι η ελευθερία που απολαμβάναμε άρχισε να χάνεται.

Φυσικά αυτά δεν είναι τίποτα μπροστά σε άλλα, ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα. Όσο ανεύθυνα και αν συμπεριφερθούμε εμείς, μια μπουλντόζα που ανεβαίνει στο βουνό στο όνομα της «προόδου» και του «δημόσιου συμφέροντος», κάνει τόση ζημιά (και μάλιστα ανεπανόρθωτη), που αδυνατούν να την κάνουν χιλιάδες ορειβάτες σε ένα χρόνο. Έίναι επιτακτικό (αν όχι υποχρεωτικό) να αντιδράσουμε, όχι σαν ορειβάτες και φυσιολάτρες, αλλά σαν άνθρωποι και πολίτες. Mε την αντίδραση μας και το παράδειγμά μας να προτρέψουμε και τους υπόλοιπους ανθρώπους να ενωθούν μαζί μας.

Όμως αν εμείς θεωρούμε τα βουνά και τα βράχια απλά σαν ένα πεδίο εκτόνωσης ή και επίδειξης (αχ αυτό το FB!), πως θα απαιτήσουμε από τους υπόλοιπους να τα δουν αλλιώς; Αν εμείς θεωρούμε ότι μπορούμε να κάνουμε ότι θέλουμε, γιατί να απαιτήσουμε κάτι άλλο από τους …άλλους; Αν εμείς δε μπορούμε να αυτοπεριοριστούμε, γιατί οι άλλοι να θυσιάσουν οτιδήποτε για να τα προστατέψουν;

Με απλά λόγια: αν εσύ και εγώ θεωρούμε δικαίωμα μας να κολυμπάμε στο Αρκουδόρεμα ή στις Δρακόλιμνες, να κατασκηνώνουμε στο Οροπέδιο ή τη Βάλια Κάλντα, να γαζώνουμε τα βράχια με τρυπάνια, να πετάμε τα drone μας μέσα σε ευαίσθητα οικοσυστήματα, να κρεμάμε κορδέλες νάιλον στα δένδρα για να μη μπούμε καν στη διαδικασία να βάλουμε το μυαλό μας και τις αισθήσεις μας να δουλέψουν ή ακόμα και να βαριόμαστε να σηκώσουμε από κάτω ένα σκουπίδι που κάποιος ασυνείδητος πέταξε, γιατί οι άλλοι να αντιδράσουν στην κατασκευή ενός αιολικού εκεί δίπλα, για να συνεχίζουν να καταναλώνουν στην πόλη αστόχαστα; Ή μήπως τελικά «εμείς» και οι «άλλοι» είμαστε τα ίδια πρόσωπα και όλοι μας έχουμε λερωμένη τη φωλιά μας; Ίσως να είναι τελικά έτσι, αν δεν είναι πάει καλά, αλλά αν είναι, τελικά είμαστε ικανοποιημένοι από αυτό;

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1964. Μικρός χάζευα την Πάρνηθα από το πατρικό μου με τις ώρες. Ήταν για μένα ένας άγνωστος μαγικός κόσμος που άφηνε ελεύθερη τη φαντασία μου. Πεζοπορώ, ορειβατώ, σκαρφαλώνω και φωτογραφίζω στα βουνά από το 1984 και άρχισα να αρθρογραφώ σε ανάλογα περιοδικά από το 1990. Η αγάπη μου για το βουνό με ώθησε το 1998 να εκδώσω το περιοδικό ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (1998 – 2015), ενώ από το 2006 έως το 2010 πρόσθεσα και το περιοδικό ΠΟΔΗΛΑΤΗΣ. Έχω γράψει και εκδώσει, πεζοπορικούς οδηγούς για την Πάρνηθα, τον Όλυμπο, τον Παρνασσό και τα Βαρδούσια.