Η σκέψη της διαδρομής στριφογύριζε στο μυαλό μας και στις συζητήσεις μας πολύ καιρό… Πλάκα κάνω…
Είμαστε στο Courmayeur στα τελειώματα του αναρριχητικού μας ταξιδιού για το καλοκαίρι και σκεφτόμαστε ποιες δυο ή τρεις διαδρομές θα ανέβουμε να σκαρφαλώσουμε πάνω στο βουνό. Μια λέει ο Καραγιώργης είναι standard, η Bettembοurg στην Adolphe Rey… Ε, λέω κι εγώ, πάμε πριν από αυτή στη Lepiney στο Trident tu Tacul να έρθει κι η Φανή να το ευχαριστηθεί.


Έτσι λοιπόν αρχίζουμε τις ετοιμασίες… Κτηνώδη σακίδια (ρούχα, υλικά, αντίσκηνα, φαγητά λες και θα πηγαίναμε για δέκα μέρες). Ένα γεμάτο με εμφιαλωμένα νερά dufflebag, που θέλει τρία άτομα να σηκωθεί για να μπει στο teleferique, κρασιά, coca cola για μένα (γνωστό πότη αλκοολούχων ποτών!!!) μικρά σακίδια για τη διαδρομή και όλα είναι έτοιμα…
Γνήσιο fast and light στυλ δηλαδή και φύγαμε για το teleferique!!! Εντάξει όχι κι από τα χαράματα, σιγά τη διαδρομή…
Με τα πολλά και τα λίγα, ανεβαίνουμε και φτάνουμε στο μέρος που θα στήναμε αντίσκηνο κοντά στο σταθμό Ηelbroner.
Ε, ας αράξουμε λίγο, σαν τα γαϊδούρια ήμαστε φορτωμένοι!
Ε, ας στήσουμε τα αντίσκηνα έχουμε χρόνο για τη διαδρομή, 11:00 είναι ακόμα!
Κατά τις 12:00 η συμμορία των 5 ξεκινά με μικρή διαφορά την πρόσβαση… Έτσι λοιπόν κατά τις 13:30 εγώ, ο Μήτσος (Δερμετζής) και η Φανή (Κάβουρα), μπαίνουμε στη Lepiney.
Μισή ώρα αργότερα μπαίνει κι ο Κώστας (Καραγιώργης) με το Μάριο(Σύρρο), χαλαρά όμως.
Μετά από κάποια ώρα βρισκόμαστε όλοι στο μεγάλο πατάρι στη μέση περίπου της διαδρομής, μαζί με κάτι άλλες σχοινοσυντροφιές (που σκαρφαλώνουν άλλες διαδρομές).
Ας αράξουμε λίγο εδώ που είναι ωραία να κάνουν κι ένα τσιγαράκι τα παιδιά και συνεχίζουμε.
Για να μην τα πολυλογώ εγώ με το Μήτσο και τη Φανή κατά τις 18:30 με 19:00 είμαστε στην κορυφή του τρίδοντου, παίζοντας ανέμελοι με το φακό της φωτογραφικής μας μηχανής. Εδώ αρχίζουν τα προβλήματα. Μάλλον τα προβλήματα είχαν αρχίσει από πολύ πρωί, αλλά τότε ήταν η στιγμή που εμείς τα καταλάβαμε.

Ο Κώστας με τον Μάριο έχουν αργήσει υπερβολικά κι εμείς αρχίζουμε τα ραπέλ. Τους βρίσκουμε να σκαρφαλώνουν την προτελευταία σχοινιά. Είχαν χαθεί πιο κάτω γι αυτό και άργησαν. Ο Μάριος χτυπημένος, με αίματα στο χέρι από κάποια πέτρα. Ευτυχώς όχι πολύ σοβαρά, αλλά όπως και να ‘χει αυτό τους καθυστερεί. Με ρωτάνε αν θα προλάβουνε και απαντώ.
«Αν δε τον παίξετε στην κορυφή και ξεκινήστε τα ραπέλ αμέσως θα προλάβετε»
Θωμάς: Ξέρετε από πού είναι τα ραπέλ;
Μάριος: Όχι
Θ: Λοιπόν όπως θα κατέβετε από δω θα κοιτάξετε αριστερά στα κορδονέτα και από εκεί πίσω είναι το ρελέ για το ραπέλ μέχρι το πατάρι. Όχι από τα ίδια, εντάξει;
Μ: Εντάξει.
Ξεκινάω το ραπέλ για να βγω στο μεγάλο πατάρι (αυτό που ‘χαμε συναντηθεί όλοι μαζί πριν!). Αρχίζει ένας βουβός μονόλογος κατά τη διάρκεια του ραπέλ.
Βλέπω ενδιάμεσο ρελέ.
Γιατί άραγε υπάρχει αφού φτάνω μέχρι το πατάρι;;;
Μάλλον γιατί αν πας στο πατάρι κατευθείαν, κατά την ανάκληση θα σου κολλήσουν τα σχοινιά.
Δε γ…. . ται! Πάω κάτω. Βιάζομαστε!
Ελάτε παιδιά φτάνει μέχρι κάτω. Ανάκληση τώρα Μήτσο. Πάμε, τραβάμε κόκκινο. Δώστου.
Ωχ, κόλλησε… Γαμώ την πα……α…!!! Α ρε π…. τη….
Θ: Τι κάνουμε;
Μ: Ξανασκαρφαλώνουμε;;;
Θ: Κάτσε να δούμε πού είναι οι άλλοι κι άμα είναι θα μας το ξεκολλήσουν αυτοί.
Κώστααααααα…. Πού είστε;;;
Στην κορυφηηηηηή….
Α καλά κρασιά!!!!!
Με τα πολλά, αποφασίζουμε να αφήσουμε το σχοινί και εξηγούμε στους άλλους από πού να έρθουν, τι να μην κάνουν και να μας φέρουν και το σχοινί. Έλα όμως που οι φωνές μου απλά ηχούσαν στα γύρω βράχια γιατί ο Καραγιώργης με τον Μάριο το μόνο που έκαναν ήταν να λένε ναι ναι, χωρίς όμως να ακούνε τίποτα…

Διαβάστε ακόμα:  Kanchenjunga 2018. Η πρώτη ελληνική ανάβαση.

Με ένα σχοινί πλέον φτάνουμε στις μπότες. Τις φοράμε κι έχουμε ένα ραπέλ ακόμα για να περάσουμε τη ριμέ και να βγούμε στον παγετώνα.  Μακάρι να φτάνει το σχοινί, σκέφτομαι. Κι όμως, όπως ήταν αναμενόμενο δεν έφτανε…
Κατεβαίνω κι ασφαλίζω στο πιολέ μου τη Φανή και τον Μήτσο, να κατέβουν περνώντας προσεχτικά τη ριμέ και μετά κι εγώ, σιγά – σιγά και προσεχτικά κατεβαίνω. Στο όριο της νύχτας με τη μέρα, καταφέρνουμε και βρισκόμαστε στον παγετώνα.
Αν και η Φανή έχει ξεχάσει το φακό της τα προβλήματά μας ουσιαστικά έχουν τελειώσει γιατί έχουμε φακό εγώ κι ο Μήτσος και το δρόμο της επιστροφής πολύ δύσκολα τον χάνεις.

Η περιπέτεια όμως μόλις πριν κανα μισάωρο έχει ξεκινήσει για τους άλλους δύο. Ακούμε χριστοπαναγίες!!! Έχουν κάνει το λάθος να κατέβουν από τα ίδια, τα οποία ίδια, για 60 μέτρα περίπου είναι τόσο σπασμένα, που όχι σκοινί, αλλά ούτε μπάλα δε κατεβαίνει χωρίς να κολλήσει!
Έτσι έχουν αναγκαστεί ήδη να ξανασκαρφαλώσουν δυό φορές για να ξεσκαλώσουν τα σχοινιά. Τους φωνάζουμε, γιατί βλέπουμε μόνο ένα φακό. Τελικά ο Καραγιώργης έντρομος στην κορυφή, διαπίστωσε ότι έχει ξεχάσει το φακό του στο κάμπινγκ στο Courmayeur. Ανήμποροι να βοηθήσουμε παίρνουμε το δρόμο της επιστροφής.

Γύρω στις 11:00 είμαστε στα αντίσκηνα. Με τη σκέψη μας στα παιδιά και το κρύο bivouac που θα κάνουν, τρώμε κάτι και μπαίνουμε στους ζεστούς μας υπνόσακους!!!
Τι να κάνουμε, να κοιμηθούμε έξω για συμπαράσταση;
Γνωρίζοντας ότι εκεί που βρίσκονται η επικοινωνία είναι αδύνατη λόγω σήματος, πέφτουμε για ύπνο. Γύρω στις 04:30 το πρωί ξυπνάω από κάτι θορύβους υλικών, ακριβώς έξω από το αντίσκηνο μου. Ρε λέω μας ψειρίζουν οι διπλανοί μας; Τόσο κάφροι πια!!! Βγαίνω έξω και τι να δω;Ο ένας από τους δύο επιζώντες φίλους μας!!! Ο Μάριος. Στην άλλη σκηνή ο Κώστας. Ουφ, ανακούφιση!!!

Τελικά, η διαδρομή μας κράτησε δυο σχοινιά αφού τα παιδιά άφησαν και το δικό τους εκεί. Και σαν να μην έφτανε αυτό, αφού κατέβηκαν από τη διαδρομή, περιπλανήθηκαν στον παγετώνα οι δυο τους, παρέα με τον έναν και μοναδικό φακό, για αρκετή ώρα. Κρεβάς από δω κρεβάς από κει, ευτυχώς, κάλλιο αργά παρά ποτέ, βρήκαν το δρόμο για τα αντίσκηνα.
Για την ιστορία η Lepiney ανοίχτηκε το 1919 και έχει μία σχοινιά 5ου βαθμού, ενώ οι υπόλοιπες είναι 4/4+ με συνολικό ανάπτυγμα 250μ.
Αν θέλετε λοιπόν να μετατρέψετε τέτοιου είδους διαδρομές σε expedition αποστολές ή σε big wall καταστάσεις ή σε κάτι το πιο extreme ρε παιδί μου, επικοινωνήστε με κάποιον από τους πέντε….
Θα σας δώσουμε τα φώτα μας!!!

κείμενο / φωτο: Θωμάς Κυτίπης
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Οι εκδόσεις ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ξεκίνησαν την άνοιξη του 98 με την έκδοση του πρώτου ομώνυμου τεύχους. Από τότε έχουν εκδοθεί 73 τεύχη, 8 τίτλοι βιλίων με ανάλογο περιεχόμενο και συνεχίζουμε...