Το πλήρωμα του ελικοπτέρου εντόπισε τις σιλουέτες μας και άρχισε να κάνει κύκλους από πάνω μας. Τελικά πλάγιασε εξωτερικά και με μια βουτιά εξαφανίστηκε πίσω από το χείλος της σάρας. Κοιταχτήκαμε με απορία. Εμάς ψάχνουν;

Το ελικόπτερο της διάσωσης μας ψάχνει στη βάση της Dru.

Μέχρι να προλάβουμε να σχηματίσουμε μία-δύο γνώμες το ελικόπτερο αναδύεται από τη χαράδρα σε στιλ Κοπολικής ταινίας και πετώντας σε 5 μέτρα ύψος έρχεται κατά πάνω μας. «Όχι-όχι!» προβάλω τα χέρια σε σχήμα Ν. «Δεν βλέπετε;» Βλέπανε, αλλά κάτι θέλανε. Σκυμμένοι συγκρατούμε τους σκούφους μας για να μη μας φύγουν από τους στροβιλισμούς. Το ελικόπτερο αιωρείται ακριβώς από πάνω μας, η καταπακτή του ανοίγει και με το συρματόσχοινο κατεβαίνει ο Γάλλος διασώστης. Μέσα από τον εκκωφαντικό θόρυβο, διακρίνω να φωνάζει: «Ton nom?» (Το όνομά σου;) “Pavlos Tsiantos”. “Ok!” λέει εκείνος και γυρίζοντας στο σύντροφό μου, φωνάζει: “And you are Akis Karapetakos?” “Yes” του απαντά ο Άκης. «Είσαστε εντάξει; Είναι η τρίτη μέρα που βρισκόσαστε στη Βόρεια της Dru και οι φίλοι σας κάτω στο Chamonix μας κάλεσαν για να ρίξουμε μια ματιά.» Εφόσον ήμασταν εντάξει, έφυγαν.

Ο Δημήτρης Μπουραζάνης με τον Αντώνη Αντωνόπουλο και τα άλλα παιδιά, κάτω στο Chamonix, είχαν εκτιμήσει σωστά την κατάσταση και ζήτησαν βοήθεια. Μόνο που άργησαν λίγο. Άλλωστε, πριν από δύο ώρες, προτού ξεφύγουμε με ένα τελευταίο ραπέλ από την ορθοπλαγιά, λόγω ψυχολογικής φόρτισης, κάναμε σήμα “Yes” ακόμα και σε περιηγητικά σκάφη που φαίνονταν σαν κουκίδες στον ορίζοντα, στα σύνορα της Ελβετίας.

Και τώρα προς τα που πάμε; Ο Άκης Καραπετάκος, οδηγώντας τη διαδρομή.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Πριν από δύο μέρες, στην πρόσβαση της διαδρομής Alain-Leininger, στη βόρεια ορθοπλαγιά της Dru, ήμασταν τέσσερις. Στη διάσχιση του διαμελισμένου παγετώνα, Nant Blanc, ο Αντώνης Αντωνόπουλος ξαναχτυπά τον ήδη πειραγμένο αστράγαλό του. Εκείνη τη στιγμή, κοντά του βρισκόταν ο Δημήτρης Μπουραζάνης. Όταν μετά από μία ώρα περίπου αποκτήσαμε ξανά οπτική επαφή, η απόσταση μεταξύ μας ήταν ήδη μεγάλη. Με δυνατές φωνές μας ειδοποιούν πως θα υποχωρήσουν και μας προτρέπουν να συνεχίσουμε. «Όλα εντάξει,» λέμε. Εκτός από μια λεπτομέρεια. Οι άλλοι έχουν το σκίτσο, τη φωτογραφία και την περιγραφή της διαδρομής. Α ναι! Και το γκαζάκι.
Το επόμενο απόγευμα, βγαίνοντας στο “Quartz Ledge”, ένα ευρύχωρο πατάρι, 60 μέτρα κάτω από την κορυφή, αναρωτηθήκαμε για πρώτη φορά που βρισκόμασταν. «Μήπως είμαστε στην κορυφή της «Petit Dru”; Μα όχι, η «Petit» και η «Grand» δεν έχουν τόση μεγάλη υψομετρική διαφορά και ανάμεσά τους υπάρχει μεγαλύτερο χάσμα. Σίγουρα, η “Petit Dru” είναι από πάνω μας. ‘Όμως, πώς φτάνουμε εκεί; Τα κίτρινα αρνητικά μπλοκ που βλέπουμε, σίγουρα δεν είναι της διαδρομής. Υπάρχει περίπτωση να τραβερσάρεις ξανά στη βόρεια όψη ή ακόμα καλύτερα, να μπεις στη νότια συναντώντας τα ραπέλ της επιστροφής. ‘Όμως, χωρίς σκίτσο και περιγραφή, η διαδικασία εύρεσης κάποιας πιθανής γραμμής, μας φαινόταν Γολγοθάς. Εξάλλου, ήμασταν αφυδατωμένοι, η ώρα είχε περάσει και δεν ήμασταν καν σίγουροι για το αν οι παραπάνω υποθέσεις ήταν σωστές.

Πολύ σκληρός για να πεθάνει. Ο Α. Καραπετάκος στρίβοντας τσιγάρο σε ρελέ.

Τελικά, ψάχνοντας, βρήκαμε ένα ρελέ με ναυτικό κλειδί, πάνω από μια φαρδιά καμινάδα. Όλα έδειχναν πως από εδώ ξεκινάνε τα ραπέλ. Κάναμε το πρώτο, 50 μέτρα, και βρίσκουμε καινούριο ρελέ. Στο τέλος του δεύτερου, όμως, τίποτα. Τι γίνεται; Γιατί αυτή η διακοπή; Τέλοσπάντων. Έχουμε αρκετά υλικά και στήνουμε ένα δικό μας. Ακολουθούν 4-5 ραπέλ. Τα περισσότερα ρελέ είναι δικά μας. Σίγουρα έχουν κατέβει κάποιοι από εδώ. Όμως, γιατί αυτή η ασυνέχεια; Υποψιαζόμαστε σιγά-σιγά πως δεν είναι η κανονική επιστροφή. Νυχτώνει. Δεύτερο μπιβουάκ δεν περιμέναμε. Φαΐ μηδέν. Ο ένας πάνω στον άλλο, κρεμασμένοι σε ένα στραβό πατάρι, περιμέναμε να βγάλουμε τη νύχτα. Λίγο πιο πάνω, ευτυχώς, έσταζε νερό. Ο Rebuffat λεει πως αυτές οι μίζερες νύχτες είναι που σου μένουν… Άντε, να δούμε. 6-7 ώρες στωικής καρτερικότητας, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο χαρακτήρα, εκτός από το κρύο και την σκέψη για το αύριο. Το δικαίωμα στη διαφορά, στα εξτρέμ του; Ποιος ξέρει; Κι όμως, ο Rebuffat είχε δίκιο.
Ξημέρωσε. Με μια τραβέρσα 5-6 μέτρα, φτάσαμε σ’ αυτό που έμοιαζε για ρελέ και μείναμε με ανοιχτό το στόμα. Ένα ολόκληρο παλιό σχοινί! Μαζεμένο σε κουλούρες. Με το μαχαίρι κόβουμε τα υγιή κομμάτια κι αμέσως χρησιμοποιούμε το πρώτο για το επόμενο ρελέ. Υπολείπονται άλλα 400-500 μέτρα υψομετρικής διαφοράς μέχρι τη βάση και γι’ αυτό πρέπει να κάνουμε οικονομία στα υλικά. Επιτέλους, δραστηριοποιούμαστε πάλι και οι μουδιασμένοι μυς αρχίζουν να ζεσταίνονται σιγά-σιγά.

Διαβάστε ακόμα:  72 ώρες στις Droites
Κορφή! Ο Παύλος Τσιαντός στο τέρμα της διαδρομής.

Γίνεται πια ξεκάθαρο ότι μπαίνουμε όλο και πιο βαθιά σε ένα τεράστιο χωνί που σχηματίζεται από τρεις τεράστιες ορθοπλαγιές. Η μια από αυτές είναι η δυτική της Dru. Και το παραμικρό πετραδάκι που θα ξεκολλήσει από τους βράχους, θα περάσει πρώτα από πάνω μας, αλλάζοντας άπειρες φορές κατεύθυνση, καθώς θα εκσφενδονίζεται από τον ένα όγκο στον άλλο μέχρι να καταλήξει χαμηλά κάτω στη σάρα του παγετώνα. Όποιος, όμως, έχει ακούσει γι’ αυτό το μέρος, ξέρει ότι εδώ δεν ξεκολλάνε πετραδάκια. Εδώ φεύγουν οι ίδιοι οι βράχοι…
Τρία παραδείγματα μου έρχονται στο μυαλό για να γίνει κατανοητή η κατάσταση.

Το καλοκαίρι του 1987, δύο από τους καλύτερους Έλληνες αναρρηχιτές, ο Χρήστος Δελημπαλτάς και ο Χριστόφορος Αγνόγλου, επιστρέφανε από τη διαδρομή «Directe Americaine» στη Δυτική της Dru. Η χαρά για το δυναμικό επίτευγμά τους κράτησε ελάχιστα. Μια κατολήσθιση τους στοίχησε τη ζωή και βύθησε σε πένθος όλη την ελληνική ορειβατική κοινότητα.
Για το δεύτερο παράδειγμα παραθέτω κείμενο από το πρώτο τεύχος του «Ανεβαίνοντας» : «Από το καλοκαίρι η Dru προειδοποιούσε. Ασυνήθιστα μεγάλες λιθοπτώσεις έδιωχναν τους ανρριχητές. Το γραφείο των οδηγών του Chamonix απέτρεπε την επανάληψη του πιλιέ Bonatti, καθώς και των γειτονικών δαδρομών στη Δ. όψη. Στις 17/9/1998 η τελευταία σχοινοσυντροφιά που ανέβηκε το πιλιέ, ανέφερε ασυνήθιστες δονήσεις που συνοδεύονταν από υπόκωφους ήχους μέσα από το βράχο. Το ίδιο βράδυ μια τεράστια κατολίσθηση στη δυτική ορθωπλαγιά σάρωσε τα πάντα. Όλες οι εκτιμήσεις μιλούν για έναν όγκο 90μ. ύψος, 30μ. πλάτος και 5μ. πάχος και η ισχύς της δόνησης που προκάλεσε καταγράφηκε μεταξύ 2 και 2,5 βαθμών της κλίμακας Richter. Δύο μέρες αργότερα, μια μικρότερη κατολίσθηση ολοκλήρωσε την καταστροφή«. Θα περάσει πολύς καιρός, έως ότου αναρριχητές αποτολμήσουν μια αναρρίχηση στη Dru.
Τρίτο και εξ ίσου διαφωτιστικό, είναι το εισαγωγικό κείμενο από τον έγκυρο οδηγό για τη περιοχή του Mont Blanc, του Lindsay Griffith, το οποίο αναφέρει τρία σημεία που κάθε σώφρανας αναριχητής πρέπει να αποφεύγει. Δε θυμάμαι τα πρώτα δυο, αλλά είμαι σίγουρος για το τρίτο!
Με λίγα λόγια, αυτή η κατάβαση, είχε «πολύ πλάκα»! Κάθε 15-20 λεπτά, μια βροχή από πέτρες, όλων των διαστάσεων, μας έκοβε την ανάσα και μας έκανε να στριμωχνόμαστε σε κοιλώματα βράχων για προστασία… εάν, βέβαια, υπήρχαν. Κάθε φορά που τα πράγματα ηρεμούσαν, ψάχναμε ο ένας τον άλλο. Σε μια τέτοια φάση ανακωχής, ο Άκης, πρόσεξε ότι το σχοινί μου είχε πάθει ζημιά. Οι εσωτερικές, λευκές ίνες, είχαν πεταχτεί έξω. Ψηλαφώντας όλο το σχοινί, ανακαλύψαμε άλλα τρία κοψίματα. Άχρηστο. Συνέχεια, λοιπόν, με ένα σχοινί. Σύντομα, όμως, συνειδητοποιήσαμε πως με 25 μέτρα μάξιμουμ στο κάθε ραπέλ, θα ξεμέναμε κάποια στιγμή από υλικά. Επιστρατέψαμε, λοιπόν, ξανά, το κομμένο σχοινί, κάνοντας κόμπους στα τέσσερα σημεία. Μ’ αυτό το σύστημα και καθώς οι κόμποι ήταν σχετικά απλωμένοι, είχαμε να διαλέξουμε : Οχτάρι, και χάσιμο χρόνου για αλλαγή σε κάθε κόμπο, μένοντας εκτεθειμένοι στη μέση του ραπέλ, ή γρήγορο κατέβασμα, κρατώντας το σχοινί μόνο με τα χέρια; Κοτσίδα?? What is this?

Κομμάτια!

Στη δεδομένη κατάσταση, η δεύτερη λύση, φαινόταν πολύ καλύτερη. Προϋποθέτοντας, βέβαια, ότι δεν θα προλάβαινε να μας πετύχει καμία πέτρα, γιατί μετά. .. Adios amigos. Μεταξύ δύο λύσεων, η λιγότερο απελπιστική, είναι και η καλύτερη, σωστά; Ευτυχώς που χαμηλά έτρεχαν νερά και μπορούσαμε να πλένουμε τα σχοινιά που ήταν τυλιγμένα στα αργιλικά χώματα, για έλεγχο. Το ελικόπτερο, που για πρώτη φορά, ποθούσαμε πραγματικά τόσο πολύ, δεν μας πρόλαβε. Σιγά-σιγά, μετατρέποντας το φόβο μας σε μια κατάσταση “trance”, πατήσαμε αργά το απόγευμα τον παγετώνα και απομακρυνθήκαμε τρέχοντας από την ορθωπλαγιά. Δεν υπάρχει αμφιβολία, πως εκείνη τη μέρα, είχαμε προετοιμαστεί, πραγματικά, για όλα.

Κι όσο για την ανάβαση; Η αίσθηση ότι σκαρφαλώνεις σ’ αυτή την πανέμορφη βελόνα, με τα κάθετα μπλοκ που από μακριά “Trango-φέρνει”, σε γεμίζει με όρεξη. Ευχάριστη (για τα δεδομένα μεγάλων βόρειων), με καλά σημεία για ρελέ και γερό βράχο. Η τρύπα στο δάχτυλο του Άκη, από πτώση πέτρας, ήταν, μάλλον, μια άτυχη στιγμή. Τα σχισμοδίεδρα επικρατούν και είναι και από γρανίτη! Το βράδυ, σε ένα ευρύχωρο πατάρι, καπνίζαμε, παρατηρώντας τ’ άστρα…

Υ. Γ. Φοβάμαι πως όσο περνάνε τα χρόνια και οι πάγοι συνεχίζουν να λιώνουν, εκεί που σε παλιές περιγραφές βλέπαμε “Ice cheminey”, θα παίρνουμε μαζί μας και φόρμα νεοπρέν. “Opos Cannyoning!”.

Κείμενο-φωτό: Πάυλος Τσιαντός.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Οι εκδόσεις ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ξεκίνησαν την άνοιξη του 98 με την έκδοση του πρώτου ομώνυμου τεύχους. Από τότε έχουν εκδοθεί 73 τεύχη, 8 τίτλοι βιλίων με ανάλογο περιεχόμενο και συνεχίζουμε...