Πέρασαν 20 χρόνια από το χαμό του σημαντικότερου ορειβάτη της δεκαετίας του 90, του Μπάμπη Τσουπρά. Αναδημοσιεύουμε το κείμενο του Παναγιώτη Κοτρωνάρου από το ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ Νο4/1999, το οποίο αναδημοσιεύσαμε και στο επετειακό ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ Νο50.
Ο Μπάμπης Τσουπράς, συμμετείχε στην αποστολή DHAULAGIRI ’98 που διογργάνωσε ο ΕΟΣ Αθηνών, με μέλη, εκτός του Τσουπρά, τους Παύλο Τσιαντό, Παναγιώτη Κοτρωνάρο, Νίκο Χατζή και τον αρχηγό Γιάννη Κατριβάνο.

Ο Μπάμπης Τσουπράς ανεβαίνοντας προς το camp 2. Το διαλυμένο αντίσκηνο, είναι από προηγούμενη αποστολή.

Μια ακόμα ισχυρή ριπή ανέμου ταρακούνησε για τα καλά το μισοθαμμένο αντίσκηνο, στοιβάζοντας επάνω του μπόλικο φρέσκο χιόνι διακόπτοντας παράλληλα έναν ύπνο ανήσυχο. Dhaulagiri. Camp3 7.550 μέτρα, το αίμα πήζει στις φλέβες. Ο καιρός πάει απ’ το κακό στο χειρότερο. Χιονίζει και τα ανεμοσούρια παρασέρνουν καθετί που προσπαθεί να σταθεί όρθιο. Το μικρό αντίσκηνο έχει μετατραπεί σε οχυρό που βάλλεται από παντού. Μεσ’ το θολό μυαλό μου οι παραισθήσεις παίζουν και αυτές το δικό τους παιχνίδι. Στο καταλάγιασμα του ανέμου ακούγονται βήματα πάνω στο χιόνι. Κι όμως δεν υπάρχει ψυχή. Οι ώρες κυλούν βασανιστικά καθώς η νύχτα προχωρεί και ο Μπάμπης είναι ακόμα εκεί έξω δίνοντας μια άνιση μάχη, με το υψόμετρο, την υποθερμία, την εξάντληση, την μοναξιά, τις παραισθήσεις. Για τελευταία φορά εντοπίσθηκε από το τηλεσκόπιο της βάσης γύρω στις 4:00, επιστρέφοντας από την κορυφή. Η τύχη όμως του γύρισε την πλάτη κατάμουτρα. Η ξαφνική χιονοθύελλα που ξέσπασε αργά το απόγευμα, τον πρόλαβε στα 8.000μ.

Η διαβίωση ακόμα και μέσα στο αντίσκηνο έχει γίνει προβληματική. Το θερμόμετρο δείχνει – 10ºC. Το στομάχι αρνείται να δεχθεί οποιαδήποτε τροφή. Το σώμα προσπαθεί να αντεπεξέλθει στις ιδιαίτερες συνθήκες υποξίας και εξάντλησης. Μετράω 80 καρδιακούς παλμούς το λεπτό και 37,1 δέκατα. Κατά περιόδους αισθάνομαι σε ληθαργική κατάσταση, η οποία διακόπτεται από τις συχνές και αγωνιώδεις κλήσεις του ασυρμάτου. Οι φωνές τόσο του Γιάννη από τη Βάση, όσο και του Παύλου και του Νίκου από την Κ2, ακούγονται πλέον αδύνατες, μεταφέροντας ένα ανάμικτο αίσθημα θλίψης, πικρίας και αγωνίας. Προσπαθώ να διώξω τις μαύρες σκέψεις απ’ το μυαλό μου. Ο Τσουπράς, σπεσιαλίστας στα bivouac, θα τα καταφέρει. Θα γυρίσει έστω και αύριο την ύστατη ώρα, έστω και με βαριά κρυοπαγήματα. Μένω εδώ να στηρίξω την επιστροφή του και την κατάβαση χαμηλότερα. Η κλασική κόψη του όρους Dhaulagiri (8.167μ) είναι μια διαδρομή χωρίς τεχνικές δυσκολίες και προβλήματα εύρεσης. Μια ατέλειωτη χιονισμένη ράχη με κλίσεις 30º – 40º που ξεκινά από τα 6.000μ. και εκτείνεται ως τα 7.600μ. περίπου, όπου παρεμβάλλεται η μεγάλη διαγώνιος, η οποία παρακάμπτοντας τα βράχια, οδηγεί στο φαρδύ πλατό κάτω από τα λούκια της κορυφής. Στην κατάβαση, με δεδομένη την εξάντληση και τη μικρή πολλές φορές ορατότητα, αν προχωρήσεις πιο χαμηλά από ότι πρέπει, χάνεις το σημείο εισόδου στην τραβέρσα που σε βγάζει πίσω στην κόψη και οδηγείσαι σε γκρεμούς χιλιάδων μέτρων. Σ’ αυτή την περιοχή έχει χαθεί πολύς κόσμος, ακόμα και τα ιερά τέρατα των Ιμαλάιων. Ο ίδιος ο Messner έπεσε στο χάρο της νότιας πλευράς και σώθηκε από θαύμα κατεβαίνοντας από κει με τις χιονοστιβάδες να σκάνε δίπλα του. Ο Kukuczka κατά την επιστροφή του από την κορφή, υποχρεώθηκε σε bivouac κοντά στα 8.000μ., ενώ ο Lowe το φθινόπωρο του ’90 βρήκε τα αντίσκηνα της Κ3 μάλλον κατά τύχη.

Το base camp. Αριστερά τα αντίσκηνα του ύπνου, δεξιά το μαγειρείο και η τραπεζαρία.

Στις 8/9 το πολύχρωμο καραβάνι μας, ύστερα από ένα πανέμορφο 10ήμερο trekking στους πρόποδες των Ιμαλάιων, έφτασε στα ριζά του βουνού, στην άκρη ενός κατακερματισμένου παγετώνα. Εκεί στα 4.700μ. στήθηκε η κατασκήνωση βάσης. Από τότε η πενταμελής Ορειβατική αποστολή του Ε.Ο.Σ. Αθήνας της οποίας μετέχουμε, πολιορκεί το «Λευκό Βουνό» για μια ακόμη φορά. Ολόκληρο το σχέδιο δράσης έχει συζητηθεί και συμφωνηθεί ομόφωνα απ’ όλους μας και προβλέπει την ανάβαση σε δύο ξεχωριστές σχοινοσυντροφιές. Θα ξεκινούσαμε ο Μπάμπης κι εγώ και θα ακολουθούσαν με μια μέρα διαφορά ο Παύλος Τσιαντός με το Νίκο Χατζή. Μ’ αυτόν τον τρόπο θα είχαμε περισσότερες ευκαιρίες να εκμεταλλευτούμε πιθανή καλοκαιρία, αποφεύγοντας παράλληλα τον συνωστισμό στον περιορισμένο χώρο της Κ3 καθώς και τη μεταφορά περισσότερων φορτίων σ’ αυτή.

Μπάμπης Τσουπράς και σε δεύτερο πλάνο ο Πάυλος Τσιαντός.

Οι δύο high altitude porters της αποστολής Chuldim και Gelung Serpa έδειχναν να μην έχουν και πολύ διάθεση να πάνε για κορφή. Παρ’ όλα αυτά ανέλαβαν να στήσουν την Κ3 το συντομότερο δυνατόν. Ο εγκλιματισμός και η προσαρμογή της ομάδας στο μεγάλο υψόμετρο ήταν πολύ καλύτερος του αναμενόμενου. Ίσως κάποια κατάλοιπα εγκλιματισμού υπήρχαν ακόμα μέσα στα κύτταρά μας από τις πρόσφατες αποστολές της περασμένης άνοιξης (Kusum Kunguru, Kwandge EOOA, Dhaulagiri ΣΕΟ). Με πολύ δουλειά, κουβάλημα και ομαδική προσφορά, οι τρεις προωθημένες κατασκηνώσεις στήνονται και εξοπλίζονται μέσα σε 11 μέρες – 15/9 η Κ1 5.800μ., 18/9 η Κ2 6.600μ. και 26/9 η Κ3 7.550μ. – ανάβοντας παράλληλα το πράσινο φως για την τελική προσπάθεια. Στο βουνό ανεβοκατεβαίνουν ακόμη τρεις Ισπανικές αποστολές, δύο Γιαπωνέζικες με χρήση συσκευών οξυγόνου και μια Ιταλική. Οι serpas συνέβαλαν τα μέγιστα ώστε να τοποθετηθούν αρκετά χιλιόμετρα σταθερό σχοινί που ξεκινούν από τον παγετώνα και συνεχίζουν πάνω από την Κ3 ως τα 7.800μ. Ο καιρός είναι γενικά ασταθής. Την πρωινή ηλιοφάνεια διαδέχεται συνήθως χιονόπτωση και χαμηλές θερμοκρασίες. Αποτέλεσμα, το βουνό να έχει φορτωθεί με πολύ χιόνι, ειδικά από τα 5.500μ. και πάνω, δυσκολεύοντας τη γρήγορη προώθηση.

Στο base camp. Από αριστερά: Νίκος Χατζής, Γιάννης Κατριβάνος και Παύλος Τσιαντός.

Στις 29/9 μαζί με το Μπάμπη αφήνουμε τη βάση και ανηφορίζουμε για την Κ1. περνάμε το εκτεθειμένο σε λιθοπτώσεις τμήμα του παγετώνα και διασχίζουμε ζικ- ζακ τις δεκάδες κρεβάς ως το φαρδύ ΒΑ διάσελο, όπου έχει στηθεί η Κ1 καλύπτοντας 1.100μ. υψομετρική σε 7 ώρες. Τη δεύτερη μέρα (30/9) με πολύ καλή διάθεση ξεκινάμε για την Κ2. Αν και ψιλοχιονίζει σποραδικά, ο καιρός είναι σχετικά καλός. Στα 6.000μ. μπήκαμε σε στρώμα νέφωσης και η ορατότητα περιορίστηκε. Μετά τα 6.300μ. ακολουθούμε τα σταθερά σχοινιά που μας οδηγούν στην Κ2 ύστερα από πεντέμισι ώρες συνολικής προσπάθειας. Ο Γιάννης από τη βάση μας ενημερώνει ότι οι τέσσερις Ιάπωνες με τρεις serpas και χρήση οξυγόνου έφτασαν στην κορφή το μεσημέρι και επιστρέφουν. Το ηλιοβασίλεμα μας βρίσκει στα 6.600μ. να λιώνουμε χιόνι ατενίζοντας τις επιβλητικές κορφές των Ιμαλαΐων. Οι Annapurna (8.091μ.), Nilgiri (7.061μ.) και Tukuche (6.920μ.) ξεπροβάλλουν ολόλαμπρες πάνω από τα σύννεφα και αισιοδοξούμε ότι το Dhaulagiri θα χαμογελάσει και σε μας δύο μέρες αργότερα.
Η τρίτη μέρα (1/10) ήταν καθοριστική για τη συνέχεια. Με σκληρή δουλειά από τις 08:00 το πρωί, βουλιάζοντας σε κάθε βήμα μέχρι το γόνατο, κερδίζουμε ύψος μέτρο- μέτρο. Τα ζουμάρ στομώνουν απ’ τα χιόνια και γλιστρούν. Στα 7.000μ. συναντάμε τους Γιαπωνέζους που επιστρέφουν πανευτυχείς μετά τη χτεσινή τους επιτυχία. Λίγο πιο πάνω, οι serpas κατεβάζουν τα υλικά της Κ3 μέσα σε τεράστια αδιάβροχα κυλινδρικά σακίδια, που σέρνουν πάνω στο χιόνι. Το μεσημέρι το σώμα έχει στραγγίξει εντελώς από υγρά. Η αφυδάτωση είναι κάτι που δύσκολα αντιμετωπίζεται σ’ αυτά τα υψόμετρα και η μείωση της απόδοσης αναπόφευκτη. Μετά από 7 ώρες βγαίνουμε στα 7.300μ. απ’ όπου ομαλή ράχη οδηγεί στην Κ3. Ο Μπάμπης εντοπίζει το σημείο που γλίστρησε ο Ν. Παπανδρέου. Την άνοιξη όλα ήταν παγωμένα. Τώρα το χιόνι υποχωρεί σε κάθε βήμα κάτω από μια επιφανειακή κρούστα. Τα πράγματα είναι δυσκολότερα από ότι είχα υπολογίσει. Πρέπει όμως να συνεχίσω, αυτός είναι και ο λόγος που βρίσκομαι εδώ άλλωστε. Καθώς η νύχτα πλησιάζει, το κρύο και ο δυνατός βοριάς που έχει σηκωθεί μας διαπερνούν ως το κόκαλο. Οι φωνές μας δεν ακούγονται. Ώρα 6 το απόγευμα. Εντελώς εξουθενωμένοι και στα όρια της υποθερμίας χωνόμαστε όπως – όπως με τα κραμπόν στο αντίσκηνο, να σωθούμε απ’ τον αέρα που λυσσομανάει. Με βογκητά εκτονώνουμε την επώδυνη κατάσταση της επαναφοράς της κυκλοφορίας στα άκρα. Οι προοπτικές είναι δυσοίωνες. Δεν μιλάμε πολύ. Προτείνω να περιμένουμε μια μέρα. Πίνουμε υγρά και χωνόμαστε στους υπνόσακους. Επικοινωνούμε με την βάση. Θα αποφασίσουμε για τη συνέχεια τις πρώτες πρωινές ώρες ανάλογα με τις εξελίξεις του καιρού.

Διαβάστε ακόμα:  1978 - 2018. 40 χρόνια Batman. Ένας κάθετος Μύθος
Οι Μπάμπης Τσουπράς και Π. Κοτρωνάρος.

Στις δύο το πρωί (2/10) το ξυπνητήρι χτυπά. Ο αέρας έχει κοπάσει. Ο καιρός είναι ανοικτός. Ενημερώνουμε τη βάση ότι στις 3:00 θα ξεκινήσουμε για κορφή. Λιώνουμε χιόνι και πίνουμε λίγο τσάι. Ο ύπνος μας κλείνει τα βλέφαρα. Η κόπωση από τη χθεσινή προσπάθεια λίγες μόνο ώρες νωρίτερα είναι αισθητή. Στα 7.550μ. το σώμα δεν αναλαμβάνει πλέον σε δυνάμεις και φθίνει συνεχώς. Οι συνομιλίες του Γιάννη από τη βάση με τα παιδιά που από χτες βρίσκονται στην Κ2, μας ξυπνούν ξανά κατά τις 4:00. Πίνουμε μερικά υγρά ακόμη. Ο ύπνος μας παίρνει ξανά κοντά του για δεύτερη φορά.
Οι ανήσυχες κινήσεις του Μπάμπη που προσπαθεί να ετοιμαστεί βιαστικά δίπλα μου, με επαναφέρουν από τον κόσμο των ονείρων στην πραγματικότητα. Η ώρα κοντεύει έξι. Έπρεπε να έχουμε φύγει από τις τρεις, όμως η κούραση μας εμπόδισε. Ο καιρός εδώ πάνω είναι ανοιχτός αλλά υπάρχει πυκνή νέφωση στα 6- 6.500μ. Στις 6 ακριβώς ο Μπάμπης στέκεται όρθιος έξω, έτοιμος να ξεκινήσει.
– Μπάμπη η ώρα πέρασε, είναι αργά για κορυφή.
– Πάμε! Που θα ξαναβρούμε τέτοιο καιρό. Έχω πάρει το αλτίμετρο, εσύ πάρε τον ασύρματο. Προχωράω εγώ.
Η αυτοπεποίθηση του με πείθει ότι υπάρχουν ακόμη ελπίδες για κορυφή.
– Ο.Κ. Προχώρα. Σε λίγο ξεκινώ κι εγώ.
– Ώρα 6:30. Περνώ το ζουμάρ στα σταθερά σχοινιά, λίγα μόνο εκατοστά μακριά από το αντίσκηνο. Ο Μπάμπης βρίσκεται ήδη 50 – 60 μέτρα ψηλότερα πάνω στα βράχια της κόψης και ετοιμάζεται να ξεκινήσει τη χιονισμένη τραβέρσα. Κάνω μερικά πιο γρήγορα βήματα δοκιμάζοντας να καλύψω την απόσταση που μας χωρίζει. Μάταια. Η αναπνευστική ανεπάρκεια μου κόβει την ανάσα. 10-15 αναπνοές για 3-4 βήματα. Το σακίδιο είναι θεόβαρο παρότι ζυγίζει μόνο 6-7 κιλά. Οι συνθήκες του χιονιού δεν βοηθούν. Σε κάθε βήμα γέρνω πάνω στο πιολέ. Απόσταση λίγων μέτρων και μοιάζει με μαραθώνιο. Μετά από δυόμισι ώρες κοπιαστικής ανάβασης, έχω καλύψει λιγότερο από 150μ., υψομετρική. Τα περιθώρια στενεύουν. Το μυαλό μου διψά για οξυγόνο. Η ψυχή φτερουγίζει στην κορφή, πιέζοντας το κορμί να προχωρήσει πέρα απ’ τα όρια. Προσπαθώ να ακούσω τη φωνή της σάρκας που καταρρέει. Προσπαθώ να σκεφτώ να υπολογίσω. Ήταν ελάχιστες οι μέρες που είχαμε καλοκαιρία και το απόγευμα. Στο νου μου έρχονται εικόνες από παλιές αποστολές και οριακές προσπάθειες του παρελθόντος. Τώρα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Είναι ήδη πολύ αργά, μ’ αυτό το ρυθμό δεν έχω καμιά ελπίδα. Ακόμα κι αν ανέβω εκεί πάνω, δεν υπάρχουν τ’ αναγκαία αποθέματα χρόνου και δυνάμεων για την επιστροφή. Ενδεχόμενο bivouac στα 8.000μ. σημαίνει πολύ πιθανόν μερικά δάκτυλα λιγότερα. Ο Μπάμπης αμυδρά βρίσκεται ακόμη στο οπτικό μου πεδίο. Δείχνει σε καλύτερη κατάσταση και συνεχίζει αποφασιστικά, μ’ έναν αργό μεν αλλά σταθερό και επίμονο ρυθμό, αυξάνοντας συνεχώς την απόσταση που μας χωρίζει.

Η τελευταία φωτό. λίγο πριν την υποχώρηση. Φαίνεται το camp 3 με το αντίσκηνο της Ιαπωνικής αποστολής. Το Ελληνικό το κρύβει ο ιμάντας. Για την απόσταση αυτή(300μ.) χρειάστηκαν τρεις ώρες.

7.700μ. Τέλος. Σηκώνω τα χέρια σχηματίζοντας το οπτικό σινιάλο που έχουμε συμφωνήσει, δηλώνοντας ότι είμαι καλά και επιστρέφω. Γύρω στις 12 το μεσημέρι βρίσκομαι πίσω στην Κ3. η ορατότητα είναι καλή και μπορώ να διακρίνω ακόμα τον Μπάμπη να ανηφορίζει τη μεγάλη διαγώνιο, συνεχίζοντας μοναχικά πλέον την ανάβαση προς την κορφή. Μπαίνω στη σκηνή και σωριάζομαι σαν ναρκωμένος. Για αρκετή ώρα παραμένω έτσι. Με αργές κινήσεις λιώνω λίγο χιόνι. Πίνω υγρά και γεμίζω το θερμός με ζεστό τσάι για τον Μπάμπη, περιμένοντας να γυρίσει. Η νύχτα πέρασε μα δε φάνηκε κανείς. Νωρίς το πρωί στις 3/10 κι ενώ η κακοκαιρία δεν έχει ακόμα κοπάσει ο Παύλος με το Νίκο ξεκινούν από την Κ2 (6.600μ) με σκοπό να φτάσουν στην Κ3 (7.550μ). Η χιονοθύελλα τυφλώνει προσωρινά το Νίκο που αναγκάζεται να επιστρέψει στην Κ2. Ο Παύλος συνεχίζει και φτάνει τελικά στο χώρο της Κ3 μετά από 10 ώρες εξαντλητικής προσπάθειας. Την έκτη μέρα (4/10) αποφασίζω να κατέβω χαμηλότερα όσο είναι ακόμη καιρός. Τρεις μέρες εδώ πάνω και το στομάχι μου έχει δεχθεί μισό πακέτο μπισκότα όλα κι όλα. Έχω χάσει αρκετά κιλά και αισθάνομαι αδυναμία. Ο Παύλος θα παραμείνει, αναμένοντας τους Ιταλούς και Ισπανούς, που ανεβαίνουν σήμερα στην Κ3 με σκοπό να δοκιμάσουν για κορφή αύριο. Τα φρέσκα χιόνια των τελευταίων ημερών δυσκολεύουν την κατάβαση. Κατακερματισμένες μάζες χιονιού στοιβάζονται εδώ κι εκεί, αποτέλεσμα της κατάληξης των χιονοστιβάδων. Στην Κ2 συναντώ τον Νίκο και συνεχίζουμε μαζί μέχρι την κατασκήνωση βάσης όπου φτάνουμε αργά το βράδυ. Τραγική ειρωνεία. Ο καιρός είναι ανοιχτός και η πανσέληνος φωτίζει τους παγετώνες ολόγυρα. Στις 5/10 ο Ιταλός S. Modineli, ο Ισπανός Tito και οι δύο Serpas μαζί με τον Παύλο που αρχίζει να υποφέρει από κρυοπαγήματα στο δεξί πόδι, παίρνουν το δρόμο για την κορφή αναζητώντας τα ίχνη του Λιονταριού των βουνών. Στα 7.900μ. εγκαταλείπουν την προσπάθεια λόγω των πολύ άσχημων συνθηκών χιονιού και επιστρέφουν χωρίς να βρουν το παραμικρό ίχνος.

Ο Μπάμπης Τσουπράς στάθηκε μόνο για λίγο στην κορφή του Dhaulagiri. Ύστερα συνέχισε το σκαρφάλωμα στα άδυτα του βαθύ μπλε του ουρανού των Ιμαλάιων.

Κείμενο – φωτό: Παναγιώτης Κοτρωνάρος
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Οι εκδόσεις ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ξεκίνησαν την άνοιξη του 98 με την έκδοση του πρώτου ομώνυμου τεύχους. Από τότε έχουν εκδοθεί 73 τεύχη, 8 τίτλοι βιλίων με ανάλογο περιεχόμενο και συνεχίζουμε...