Beatrice Tomasson, η γυναίκα της Marmolada

0
197

Το 1901 έγινε η πρώτη ανάβαση της νότιας ορθοπλαγιάς της Marmolada (η ψηλότερη κορυφή στους Δολομίτες) και θεωρήθηκε, δικαίως, μία από τις σπουδαιότερες αναρριχήσεις της εποχής. Από πλευράς τεχνικής δυσκολίας μπορεί να υπήρχαν μικρότερες διαδρομές πιο σκληρές, ίσως στο Catinaccio, τη Brenta, ακόμα και στα High Sierra, όμως το μέγεθος και η συνεχόμενη δυσκολία αυτού του εκτεθειμένου τοίχου των 800 μέτρων, δικαιώνουν όσους ισχυρίζονται ότι υπήρξε η σημαντικότερη αναρρίχηση της εποχής της.

Η κινητήριος δύναμη αυτής της ανάβασης ήταν μια γυναίκα, η Beatrice Tomasson. Μαζί με τους έμπειρους οδηγούς Bettega και Zagonel πέτυχαν αυτό που οι καλύτεροι αναρριχητές της εποχής δεν είχαν καταφέρει. Ποιά είναι όμως αυτή η άγνωστη γυναίκα;

H Beatrice Sybil Tomasson γεννήθηκε το καλοκαίρι του 1859 στο Nottinghamshire της Αγγλίας. Δε θα μπορούσαμε να πούμε ότι μεγάλωσε με τον τυπικό τρόπο της βικτωριανής κοινωνίας. Έζησε τα παιδικά και νεανικά της χρόνια σε μια φάρμα στην Ιρλανδία, όπου οι Άγγλοι γαιοκτήμονες δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλείς. Ο πατέρας της μετανάστευσε από το Nottinghamshire για οικονομικούς λόγους και κατάφερε να αγοράσει φτηνή γη. Όλα τα παιδιά της οικογένειας μεγάλωσαν με όπλα και άλογα. Στα 23 της η Beatrice, αφού είχε λάβει σημαντική μόρφωση, πήγε να ζήσει στην Πρωσσία και να δουλέψει για λογαριασμό ενός στρατηγού. Εκεί έγινε γνωστή ως ικανότατη ιππεύτρια και μάλιστα τιθάσευε άλογα που ούτε οι Πρώσσοι αξιωματικοί δε μπορούσαν. Εκτός των άλλων, καταπιάστηκε με τη συγγραφή και μετάφραση λογοτεχνικών βιβλίων.

Όλα αυτά κράτησαν το ενδιαφέρον της μέχρι το 1885, στη συνέχεια μετέφερε τις φιλοδοξίες της στο χώρο των βουνών. Έζησε κάποια χρόνια στο Innsbruck όπου γνώρισε και τον Ε.L. Strutt. Μαζί πραγματοποίησαν πολλές αναρριχήσεις στην περιοχή του Τυρόλου, του Karwendel, καθώς και στις Άλπεις του Otztal και του Stubai. Ο Strutt διετέλεσε αργότερα και πρόεδρος του Alpine Club του Λονδίνου. Από το 1896 η Beatrice άρχισε να συχνάζει στις ορθοπλαγιές των Δολομιτών και η Cortina έγινε το καινούργιο της σπίτι. Τα χρόνια που ακολούθησαν κατάφερε, μεταξύ άλλων, να σκαρφαλώσει για πρώτη φορά τις δύο καλύτερες διαδρομές βράχου και χιονιού της περιοχής: την ανατολική ορθοπλαγιά του Monte Zebru και τη νότια της Marmolada. Η Cortina ήταν τότε το σημείο συνάντησης και εξάσκησης αρκετών φιλόδοξων αναρριχητριών, πράγμα που δυστυχώς τερμάτισε με την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Εκείνη την εποχή ο αλπινισμός περνούσε ένα μεταβατικό στάδιο. Με την πρώτη ανάβαση του Matterhorn, το 1865, έκλεισε ένα κεφάλαιο αφού όλες οι μεγάλες κορυφές τις Ελβετίας είχαν πλέον «κατακτηθεί». Είχαν απομείνει, πια, οι ιδιαίτερα δύσκολες κορυφές, καθώς και οι πρώτες αναβάσεις αναρίθμητων κόψεων και ορθοπλαγιών. Η σύγχρονη μορφή της ορειβασίας εγκαινιάστηκε το 1890 περίπου με την αναζήτηση καινούργιων διαδρομών και δυσκολιών και την εισαγωγή νέου εξοπλισμού.

Διαβάστε ακόμα:  Γυναίκες και βουνό
Έχει καταγραφεί ότι η πρώτη αναρρίχηση της νότιας ορθοπλαγιάς της Marmolada ήταν μια αποστολή δύο εβδομάδων. Η απαραίτητη αναγνώριση της περιοχής και η προετοιμασία είχαν λάβει χώρα τα προηγούμενα χρόνια. Οι τότε καλύτεροι αναρριχητές είχαν ήδη αποτύχει αρκετές φορές στην περιβόητη ορθοπλαγιά. Η ανάβαση των Tomasson, Bettega και Zagonel κράτησε μια ολόκληρη μέρα. Ο εξοπλισμός τους αποτελείτο από σχοινιά, καρφιά και ειδικά αναρριχητικά παπούτσια. Διανυκτέρευσαν την προηγουμένη στη βάση του τοίχου, ώστε να ξεκινήσουν όσο το δυνατόν νωρίτερα το σκαρφάλωμα. Βαστάζοι μετέφεραν μπότες με καρφιά, ζεστά ρούχα και σαμπάνια μέσω της δυτικής κόψης στην κορυφή. Μετά την επιτυχή έκβαση του εγχειρήματος οι δύο οδηγοί ανταμείφθηκαν γενναιόδωρα για τις υπηρεσίες τους, λαμβάνοντας ο καθένας το μισθό μιας ολόκληρης χρονιάς. Φυσικά στον απόηχο μιας τέτοιας επιτυχίας δε θα μπορούσαν να λείψουν οι αμφισβητίες και οι σκεπτικιστές.

Παρότι η Beatrice παρέλειψε να δημοσιεύσει περιγραφή της διαδρομής, στα χρόνια που ακολούθησαν εμφανίστηκαν αρκετά στοιχεία τα οποία επιβεβαίωσαν «του λόγου το ασφαλές». Η διαδρομή Tomasson είναι 500 μέτρα και ακόμα και σήμερα βαθμολογείται ΙV στην κλίμακα της UIAA.

H Βeatrice ήταν ήδη στα 42 όταν σκαρφάλωσε τη Marmolada. Παρέμεινε ανύπαντρη μέχρι τα 61 της, οπότε και παντρεύτηκε τον Chalmers Mackenzie και μετακόμισαν στο Sussex της νότιας Αγγλίας, όπου και έζησαν το υπόλοιπο της ζωής τους. Παρόλο που διέθεταν όλο το απαραίτητο υπηρετικό προσωπικό, συνήθιζε να κόβει τα ξύλα για το τζάκι μέχρι τα 80 της χρόνια. Απεβίωσε το 1947 στην ηλικία των 87 χρόνων. Είναι πραγματικά απορίας άξιον γιατί δεν ασχολήθηκε καθόλου μαζί της η ορειβατική βιβλιογραφία. Μία πιθανή εξήγηση είναι ο ανεξάρτητος και περήφανος χαρακτήρας της, που προκαλούσε την αντιπάθεια και το φθόνο των αντρών.

Όλα αυτά τα χρόνια που περιφερόταν στην Ευρώπη ήταν ο σκηνοθέτης της ζωής της και όχι ένας απλός κομπάρσος. Είχε πάντοτε την οικονομική και πνευματική της ανεξαρτησία. Ακόμα και ο Strutt, με τον οποίο είχε αναρριχηθεί πολλές φορές, δεν είχε την ευαισθησία να αναγνωρίσει τα επιτεύγματά της και αρκέστηκε να πει ότι «δεν είχαμε μέλη γυναίκες στο Alpine club τότε». Η Beatrice βέβαια δεν μπήκε ποτέ στον κόπο να διεκδικήσει την αναγνώριση των σπουδαίων αναρριχήσεων της. Δεν ασχολήθηκε ούτε με το περίφημο Alpine Club, ούτε με την καταγραφή των περιπετειών της στο “Alpine Journal”. Παρόλα αυτά όσοι τη γνώριζαν μιλούσαν για μια πολύ φιλόδοξη, περήφανη και αποφασιστική γυναίκα.
Σύμφωνα με τους γείτονές της στο Sussex, έζησε όσο ήταν εκεί μια ήρεμη και συγκρατημένη ζωή.

Κείμενο: Γιάννης Κωνσταντάκης
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Οι εκδόσεις ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ξεκίνησαν την άνοιξη του 98 με την έκδοση του πρώτου ομώνυμου τεύχους. Από τότε έχουν εκδοθεί 73 τεύχη, 8 τίτλοι βιλίων με ανάλογο περιεχόμενο και συνεχίζουμε...