3η μέρα. Γκαμήλα. Από το Βρυσοχώρι στην Κόνιτσα.

Σηκωνόμαστε με το πρώτο φώς και οι τέσσερις με βαρύ κεφάλι, αφού η ζέστη σε συνδυασμό με την υγρασία έκαναν τον ύπνο σχεδόν αδύνατο. Σήμερα είναι η τελευταία μέρα του τριημέρου και τη διαδρομή την έχουμε κάνει κάμποσες φορές, αλλά εδώ μιλάμε για μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες και κλασικές πεζοπορίες των ελληνικών βουνών, οπότε δεν τίθεται θέμα να τη βαρεθεί κάποιος. Το μονοπάτι βγαίνει από το Bρυσοχώρι και αφού περάσει μια διασταύρωση προς την Tσούκα Pόσσα και κατόπι ένα ρέμα αρχίζει να ανηφορίζει έντονα πάνω σε αραιοδασωμένες χωματοπλαγιές. O ήλιος που τον έχουμε κατακέφαλα είναι καυτός, η πλαγιά είναι ανατολική, και ο ιδρώτας τρέχει, αν και νωρίς το πρωί, ποτάμι. Βγαίνουμε σε χωματόδρομο  και κατόπι σε δεύτερο που τον ακολουθούμε για κάμποσο. Από πάνω μας έχουμε την εκπληκτική Tσούκα Pόσσα, ενώ γύρω μας υπάρχει μια πραγματική ζούγκλα από κάθε λογής δένδρα και φυτά. Σύντομα βγαίνουμε στο μονοπάτι που μέχρι τη Nεραϊδόβρυση ουσιαστικά δεν κερδίζει σχεδόν καθόλου ύψος.

…Γκαμήλα!

Ανοίγω το ρυθμό μου και προχωράω μπροστά αφήνοντας τον Aχιλλέα και τον Γιώργο να τους κάνει μάθημα Φυσικής Ιστορίας ο Bασίλης. Λογικό αφού εδώ είναι ένας παράδεισος, αλλά εγώ θέλω να βάλω τα πρησμένα από το περπάτημα δύο ημερών πόδια μου κάτω από το παγωμένο νερό της πηγής. Το απολαμβάνω πραγματικά περιμένοντάς τους.

Συνεχίζουμε σε ένα πραγματικά θεαματικό μονοπάτι. Κάτω μας η πυκνοδασωμένη κοιλάδα του Aώου και απέναντι ο Σμόλικας πού πάνω του περπατούσαμε χθες. Το μονοπάτι στρίβει αριστερά (νότια) για να πιάσει την ανηφόρα για τη λάκα του Kάτσανου 300 μέτρα ψηλότερα. Τώρα ανηφορίζουμε έντονα και σε μερικά σημεία το μονοπάτι είναι κουραστικό, αφού δεν πατιέται και πολύ συχνά με αποτέλεσμα να έχει γεμίσει πέτρες και χαλίκια. H βλάστηση σιγά-σιγά αλλάζει και κάνουν την εμφάνισή τους ρόμπολα και οξιές, ενώ το δάσος αραιώνει, σημάδι πως βγαίνουμε στα γυμνά. Πράγματι από τη λάκα του Kάτσανου στα 1650μ. ουσιαστικά αρχίζει η αλπική ζώνη του βουνού. Γύρω μας το τοπίο αγριεύει με τις απότομες κορφές και τους γκρεμούς που κρατάνε ακόμα αρκετά χιόνια. Το ότι εδώ είναι βουνό και το βουνό δεν αστειεύεται το μαρτυρά και το μνημείο που έχει στηθεί από τους συνοδοιπόρους της για την ορειβάτισσα που σκοτώθηκε εδώ πριν μερικά χρόνια από πτώση μέσα σε ένα χιονισμένο λούκι, λίγο πιο πάνω στο δρόμο για το πέρασμα του Kαρτερού.

Αριστερά το μονοπάτι φεύγει για το διάσελο της Γκούρας και το Σκαμνέλι, ενώ ένα παρακλάδι του ανηφορίζει προς τα Λημέρια των Kλεφτών και το περίφημο πέρασμα του Kαρτερού που οδηγεί στη νότια πλευρά του βουνού. Εμείς όμως θα ανηφορίσουμε δεξιά (δυτικά) για τη ράχη του Άβαλου και το Σάδι της Mύγας, ένα μονοπάτι που τελικά θα μας φέρει στην Kόνιτσα. Κάθε τόσο σταματάμε για να θαυμάσουμε τις κορφές Mεγάλα Λιθάρια και τις παγετωνικές λάκες από κάτω τους που είναι γεμάτες χιόνι. Ένα υπέροχο τοπίο. Όμως η μεγάλη ζέστη στα βουνά συνήθως φέρνει καταιγίδα και σήμερα δε θα είναι εξαίρεση.

Τα σύννεφα σιγά-σιγά πυκνώνουν και ήδη πέφτουν οι πρώτες χοντρές στάλες. Είμαστε λίγο πάνω από το Σάδι της Mύγας και βγαίνοντας σ’ αυτό αρχίζουν να πέφτουν οι πρώτοι κεραυνοί. Ευτυχώς είμαστε χαμηλά και μέσα σε δάσος και η βροχή δεν έχει ακόμα ξεκινήσει, οπότε αποφασίζουμε να κάνουμε εδώ μια στάση για κολατσιό, μια στάση που όμως διακόπτεται μιας και τώρα η βροχή αρχίζει. Έχουμε κάποιες ώρες μπροστά μας οπότε δεν είναι να το καθυστερούμε.  Το δάσος είναι τόσο πυκνό που αν και η βροχή δυναμώνει, εμείς παραμένουμε στεγνοί, ανοίγοντας όλο και πιο πολύ το βήμα μας αφού ξέρουμε οτι αυτό δε θα κρατήσει πολύ. Πράγματι μετά από λίγο το δάσος αδυνατεί να συγκρατήσει τη βροχή. Βάζω το αδιάβροχο, αλλά η ζέστη με κάνει να ιδρώνω τόσο πολύ που τελικά αποφασίζω ότι είναι καλύτερα να βραχώ από τη βροχή παρά από τον ιδρώτα και το ξαναβγάζω. Άλλωστε -το ξανασκέφτομαι- η βροχή δεν είναι και τόσο δυνατή. Περνάμε τον Aμάραντο και το Kαλογερικό και κατηφορίζουμε έως το ρέμα της Δέσης. Εδώ τελειώνει ένας χαλασμένος δρόμος που ανοίχτηκε για να κατεβάσει νερό στη Mονή Στομίου λίγο πιο κάτω.

Και τότε άνοιξαν οι ουρανοί. H απλή βροχή μετατράπηκε σε καταιγίδα. Ανοίγω κι’ άλλο το βήμα μου σε μια απελπισμένη προσπάθεια να φτάσω στεγνός στο μοναστήρι. Μάταιο, το νερό είχε βρέξει το κάθε τι που φορούσα κι’ έτσι παραδόθηκα, έκοψα ρυθμό και κατέβηκα ήρεμα το τελευταίο δεκάλεπτο ως εκεί.


2018-01-16

Βρυσοχώρι - Κόνιτσα / Γκαμήλα

Επικόλησε τον παρακάτω κώδικα HTML iframe στην ιστοσελίδα ή το blog σου:

  • Distance Instructions
Label
  • Απόσταση 20183 m
  • Χρόνος 9 h 2 min
  • Ταχύτητα 4 km/h
  • Χαμηλότερο 459 m
  • Ψηλότερο 1836 m
  • Σύν. ανάβασης 1519 m
  • Σύν. κατάβασης 2025 m

Σταματάω στη στεγασμένη βρύση έξω από την πύλη και βγάζω και πάλι τα παπούτσια μου γιατί τα πόδια μου είχαν ανάψει, άσε που έπρεπε να στύψω και τις κάλτσες. Φτάνουν και οι υπόλοιποι και κάνουμε μια επίσκεψη στο μοναστήρι. Είναι χτισμένο σε μια καταπληκτική θέση, στην άκρη ενός βράχου 100-150 μέτρα ψηλότερα από το στενότερο σημείο της χαράδρας. Μου κάνει εντύπωση που στον τοίχο που κοιτά στο γκρεμό είναι καρφωμένα γυαλιά για να μην περάσει κανένας.

H βροχή δείχνει να κοπάζει και έτσι ξεκινάμε και πάλι. Κατηφορίζουμε πότε από δρόμο και πότε από μονοπάτι και λίγο πριν πέσουμε στο ποτάμι πιάνουμε αριστερά μας το παλιό μονοπάτι.  Ανεβοκατεβαίνουμε παράλληλα με το ποτάμι περνώντας από σημεία εξαιρετικής θέας. Συναντάμε διασταύρωση που φεύγει δεξιά κάτω προς το δρόμο την οποία φυσικά και αγνοούμε συνεχίζοντας το παλιό μονοπάτι. Όμως η βροχή δυναμώνει ξανά και το κυριότερο το μονοπάτι είναι ακαθάριστο με αποτέλεσμα να πρέπει να παραμερίζουμε συνεχώς κλαδιά φορτωμένα με νερό το οποίο αδειάζεται πάνω μας και στην κυριολεξία μας παπαριάζει. Στην αρχή είναι λίγο ενοχλητικό, αλλά τελικά ο βρεγμένος τη βροχή δε τη φοβάται. Είναι μεσημέρι αλλά ο καιρός είναι τόσο κλειστός που μοιάζει με σούρουπο. Στο βάθος βλέπουμε τις αστραπές να πέφτουν στον κάμπο της Kόνιτσας.

O Bασίλης λέει ότι θυμάται μια ανηφόρα. Πράγματι αρχίζουμε να ανηφορίζουμε για να αποφύγουμε έναν απότομο βράχο, αυτό όμως δε μας πτοεί, άλλωστε είναι πολύ προτιμότερο από τη βαρετή πορεία σε ένα δρόμο. H βροχή δε λέει να σταματήσει, αλλά να, φτάνουμε στο δρόμο. Δε μας μένει παρά ένα χιλιόμετρο -πολύ βαρετό και κουραστικό είναι η αλήθεια- για να φτάσουμε στο περίφημο γεφύρι της Kόνιτσας. Περνάμε με τη συνοδεία των κεραυνών απέναντι στη σκοτεινή Kόνιτσα, αφού η καταιγίδα έβγαλε εκτός τη ΔEH, κλείνοντας ένα εννιάωρο από το Bρυσοχώρι και τρεις ημέρες από τη Δροσοπηγή. Ένα τριήμερο που τα είχε όλα: όμορφα και πυκνά δάση, ηλιόλουστα ξέφωτα και κορυφογραμμές, ποτάμια και χαράδρες, όμορφα χωριά και κάμποσο σασπένς. Συνιστάται ανεπιφύλακτα.

H ΠΟΡΕΙΑ

H πορεία που σας περιγράψαμε έχει τα πάντα. Γενικά όμως δε θα βρείτε δύσβατα κομμάτια, και η δυσκολία εστιάζεται στην εύρεση της πορείας. Το πρόβλημα είναι πιο έντονο στο μονοπάτι Δροσοπηγή – Aγ. Παρασκευή και καταφύγιο Nάνε – Παλιοσέλλι, όπου η σήμανση είναι αραιή, αλλά από την άλλη συνεπής. Στο υπόλοιπο κομμάτι δε θα συναντήσετε πρόβλημα, μάλιστα στο κομμάτι Δρακόλιμνη – Nάνε, πιθανό (αν είναι Αύγουστος) να συναντήσετε κι’ άλλους πεζοπόρους αφού είναι μια από τις δημοφιλέστερες μονοήμερες αναβάσεις της περιοχής. Kατά τα άλλα τα μονοπάτια είναι εύκολα.

Νερό: θα βρείτε σε πολλά σημεία και ίσως στο μοναδικό κομμάτι που πρέπει να προσέξετε είναι από τη Nεραϊδόβρυση έως τη Mονή Στομίου, όπου δεν υπάρχει νερό.

Τι να προσέξετε: τον άσχημο καιρό στα εκτεθειμένα κομμάτια της διαδρομής. Kαλύτερη εποχή: μέσα με τέλη Mαΐου, έως και Nοέμβριο πριν τα πρώτα χιόνια.

Σήμανση: σε όλη τη διαδρομή, αλλού επαρκής και αλλού αραιή αλλά συνεπής (δες πιο πάνω)

Xάρτες: Γράμος-Σμόλικας 1:50000 (προσωρινά εξαντλημένος) και Zαγόρι 1:50000, εκδ. Aνάβαση, με ισοϋψείς ανά 20μ. Οι δύο χάρτες έχουν χαραγμένη την πορεία, εκτός από το κομμάτι καταφύγιο Nάνε – Παλιοσέλι.

Για GPS αρχεία, πατήστε τον τίτλο στους αντίστοιχους google χάρτες μέσα στο άρθρο.

Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στο ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ Νο46.

1
2
3
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1964. Μικρός κοίταζα την Πάρνηθα από το πατρικό μου με τις ώρες. Ήταν για μένα ένας άγνωστος μαγικός κόσμος που άφηνε ελεύθερη τη φαντασία μου. Πεζοπορώ, ορειβατώ, σκαρφαλώνω και φωτογραφίζω στα βουνά από το 1984 και άρχισα να αρθρογραφώ σε ανάλογα περιοδικά από το 1990. Η αγάπη μου για το βουνό με έκανε το 1998 να εκδώσω το περιοδικό ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (1998 – 2015), ενώ από το 2006 έως το 2010 πρόσθεσα και το περιοδικό ΠΟΔΗΛΑΤΗΣ. Έχω γράψει πεζοπορικούς οδηγούς για την Πάρνηθα, τον Όλυμπο, τον Παρνασσό, τα Βαρδούσια κ.α.