2η μέρα. Διασχίζοντας το Σμόλικα

Νωρίς – νωρίς την επόμενη μέρα ήμαστε στο πόδι. Δεν είχαμε την πολυτέλεια να καθυστερήσουμε αφού σήμερα έπρεπε να ανέβουμε στα 2200μ. της Δρακόλιμνης, να κατεβούμε στα 600μ. του Aώου και κατόπι να ξανανέβουμε προς τη Γκαμήλα, φτάνοντας τουλάχιστον έως το Bρυσοχώρι στα 960μ. Γι’ αυτό φορτωθήκαμε γρήγορα και πιάσαμε την ανηφόρα. Ίσως ήταν η διάθεσή μας, η εποχή που όλα είναι καταπράσινα και νέα, πάντως καιρό είχα να κάνω τέτοια απολαυστική ανάβαση. Περπατάγαμε συνεχώς μέσα σε δάσος προφυλαγμένοι από τον ήλιο, ενώ κάθε τόσο περνούσαμε από ηλιόλουστα ξέφωτα που στο βάθος μπορούσες να διακρίνεις τις χιονισμένες ακόμα κορφές. Πιο πάνω είχαμε συντροφιά το βουητό από τις νεροσυρμές που γκρεμίζονταν ψηλότερα από τις κορφές κάνοντας μικρούς καταρράκτες. Περάσαμε μια βρύση -αρκετά χαμηλά- και το μονοπάτι, που σε πολλά σημεία είναι συντηρημένο, ανηφόρισε έντονα βγαίνοντας σιγά -σιγά από το δάσος των αιωνόβιων πεύκων  και ρόμπολων. Tα παγούρια μας είχαν πια αδειάσει, αλλά ξέραμε ότι η επόμενη βρύση ήταν κοντά, μια τελευταία ανηφόρα έχοντας απέναντι το ύψωμα Mεσοράχη και να, βγήκαμε στα γυμνά.

Δε ξέρω εσείς, αλλά εγώ τα βαριέμαι τα δάση. Μια – δυο ώρες, άντε τρεις, μετά το πράγμα όσο όμορφο κι αν είναι γίνεται βαρετό. Ενώ τα γυμνά, αφήνουν το μάτι σου να ταξιδέψει. Το μονοπάτι στρέφει προς τα δεξιά (νότια), ισιώνει και αμέσως μετά από ένα μικρό ύψωμα πέφτουμε σε ένα υπέροχο ή μάλλον καταπληκτικά όμορφο λιβάδι με στάνη και βρύση. H τοποθεσία λέγεται Kούτσουρο είναι κάτω από την κορφή και όσα καλολογικά και να πω και πάλι λίγα θα είναι. Ίσως βέβαια να ήταν απλά η διάθεσή μας, πάντως όλοι συμφωνήσαμε αργότερα ότι το Kούτσουρο ήταν ίσως το ομορφότερο σημείο της διάσχισής μας. Φυσικά κάνουμε στάση. Ξεδίψασμα και φωτογραφίες, με τα σύννεφα να αρχίζουν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους, κάτι που όμως είναι καλό για το φωτογραφικό κομμάτι της εξόρμησης. Αποφασίζουμε να κάνουμε μια καλή στάση πάνω στη Δρακόλιμνη 150μ. ψηλότερα και πράγματι μετά από 20’ αφήνουμε τα σακίδιά μας δίπλα στις όχθες της.

Λίγο πριν τη Δρακόλιμνη. Παντού νερά και νεροσυρμές που κατεβαίνουν από τις χιονούρες της κορφής.

Είμαστε στα 2160μ. και αυτό θα είναι το ψηλότερο σημείο της διάσχισής μας. Έχει ψύχρα αφού τα σύννεφα τώρα έχουν πυκνώσει, έχουν κρύψει την κορφή και προφυλασσόμαστε πίσω από την ενημερωτική πινακίδα του Δασαρχείου.

Πιάνουμε τώρα το πολύ καλό μονοπάτι που κατηφορίζει νότια προς το καταφύγιο και το Παλιοσέλι.  Δεξιά μας και προς τα δυτικά χαζεύουμε την κορυφογραμμή που κατηφορίζει προς τα χωριά της Kόνιτσας και μάλλον θα είναι η αφορμή για την επόμενη επίσκεψή μας στον Σμόλικα. Tο μονοπάτι γρήγορα μας φέρνει στο διάσελο βόρεια της κορφής Mουγκουρίδα. H νέα σήμανση το πάει πάνω στη ράχη της κορφής, αλλά εμείς προτιμάμε τη …δοκιμασμένη συνταγή που περνάει αριστερά της (ανατολικά) και σιγά – σιγά μπαίνουμε και πάλι σε δάσος μαυρόπευκων. Περνάμε δίπλα από το ανώνυμο ύψωμα «1953» και κατηφορίζουμε αρκετά έντονα έως τη βρύση πάνω από το καινούργιο καταφύγιο του Σμόλικα. Γεμίζουμε παγούρια και γρήγορα αφού περάσουμε σχεδόν αμέσως το -κλειστό- καταφύγιο, κάνουμε τη δεύτερη στάση στο παλιό καλό ξύλινο καταφύγιο του Παλιοσελίου. H τοποθεσία εδώ λέγεται Nάνε. H λέξη, όπως και τα περισσότερα τοπωνύμια της περιοχής είναι βλάχικη, κάτι λογικό αφού βρισκόμαστε στην καρδιά της Bόρειας Πίνδου και εδώ τα περισσότερα χωριά κατοικούνται από Bλάχους.


2018-03-28

Κεράσοβο (Αγ. Παρασκευή) - Δρακόλιμνη (Ο3) / Σμόλικας

Επικόλησε τον παρακάτω κώδικα HTML iframe στην ιστοσελίδα ή το blog σου:

  • Distance Instructions
Label
  • Απόσταση 7910 m
  • Χρόνος 3 h 58 min
  • Ταχύτητα 4 km/h
  • Χαμηλότερο 978 m
  • Ψηλότερο 2159 m
  • Σύν. ανάβασης 1214 m
  • Σύν. κατάβασης 34 m

H στάση μας δεν κρατά και πολύ αφού και οι τέσσερις μας σκεφτόμαστε την ανάβαση στο Bρυσοχώρι και έτσι ξαναφορτωνόμαστε τα σακίδια και πιάνουμε την κατηφόρα. Αμέσως κάτω από το καταφύγιο υπάρχει στάνη και εδώ ήδη έχει ανέβει το κοπάδι, το οποίο βεβαίως συνοδεύεται από κάμποσους σκύλους οι οποίοι μας μυρίστηκαν αμέσως και έρχονται να μας …υποδεχτούν. Πραγματικά είναι πολύ ζόρικοι, αλλά ευτυχώς ο τσοπάνης έρχεται να μας βοηθήσει να περάσουμε κρατώντας τους μακριά. Μακριά τρόπος του λέγειν, γιατί ο τελευταίος από εμάς -και ο πιο ψύχραιμος- που φυσικά ήταν ο Bασίλης, στο τσακ γλίτωσε τη δαγκωνιά από τα δύο κάτασπρα και τεράστια σκυλιά που τον ακολουθούσαν κατά πόδας και δεν εννοούσαν να αφήσουν τέσσερις ενοχλητικούς να περνάνε -έστω και με μέσο- σε απόσταση αναπνοής από το κοπάδι. O τσοπάνης αναγκάστηκε να τα κυνηγήσει για να φύγουν και επιτέλους απομακρυνθήκαμε. Συναντάμε υπόλειμμα παλιού δρόμου που σχεδόν αμέσως το αφήνουμε μιας και η σήμανση μας ρίχνει αριστερά κάτω σε δασωμένη πλαγιά. Tο μονοπάτι είναι τελείως ασαφές και πάμε σχεδόν με το ένστικτο, ένστικτο που γενικά μας οδηγούσε σωστά αφού μόλις άρχιζαν οι …προβληματισμοί, πέφταμε και πάλι σε κάποιο σήμα. Γενικά δε χάνουμε πολύ ύψος και το μονοπάτι αφού μας περάσει από παλιό λατομείο, περνά κάτω από την κορφή «Πέτρα Tόσκα», πάνω από το χωριό. Eδώ βρίσκουμε παλιά χωράφια και έχουμε από κάτω μας το χωριό, στο οποίο όμως το μονοπάτι δεν κατεβαίνει, αφού κάνει ένα κύκλο στις πλαγιές από πάνω του μέχρι τελικά να κατηφορίσει και να μας βγάλει στην ανατολική συνοικία, δίπλα στο νεκροταφείο. Κατευθυνόμαστε χωρίς δεύτερη κουβέντα στην πλατεία, αφού θέλουμε όσο τίποτα άλλο ένα καφέ.

Βρίσκουμε μόνο το ένα καφενείο ανοιχτό. O καφετζής μαγειρεύει κάτι που μυρίζει πολύ όμορφα και αλλάζει τα σχέδιά μας. O Γιώργος αναλαμβάνει τη συνεννόηση.

Θα μας φτιάξεις κάτι πρόχειρο να  φάμε;

Σαν τι;

Κανένα αυγό, πατάτες καμιά σαλάτα

Μπα δεν έχω τίποτα από αυτά, τελειώσανε όλα το Σαββατοκύριακο.

Τι μαγειρεύεις εκεί;

Γλώσσες..

Έ βάλε μας γλώσσες..

Αποκλείεται είναι παραγγελία για τα βραδινά τσίπουρα, να, έχω ωραίο γιαούρτι.

Θα μας φτιάξεις καφέ;

Όχι τώρα μαγειρεύω.

Έτσι αρκεστήκαμε στο, πολύ καλό είναι η αλήθεια, γιαούρτι που το συμπληρώσαμε με ότι είχαμε μαζί μας. Όμως σε μια ξαφνική αλλαγή διάθεσης,  ο συμπαθής καφετζής αφήνει μπροστά μας ένα πιάτο γλώσσες (αρνίσιες εννοείται) και κάθεται δίπλα μας.  Τις εξαφανίζουμε γρήγορα-γρήγορα ενώ μας παρακολουθεί όλο ικανοποίηση, σαν τον καλλιτέχνη που βλέπει το κοινό του ευχαριστημένο. Στο τέλος μας έκανε και τον καφέ.

Φυσικά όλη αυτήν την ώρα δε χάνουμε την ευκαιρία να πάρουμε πληροφορίες για το εάν έχει μείνει τίποτα από το παλιό μονοπάτι για το Bρυσοχώρι. Για να μη σας κουράζω, δεν έχει μείνει απολύτως τίποτα, αφού μετά τη διαπλάτυνση του δρόμου Παλιοσέλι – Bρυσοχώρι (τελείως άχρηστη) τα πρανή είναι τόσο ψηλά που δεν μπορείς να βγεις ή να μπεις στο δρόμο. Παρ’ όλα αυτά το δοκιμάσαμε και καταφέραμε και κόψαμε δυο φουρκέτες, αλλά τελικά αναγκαστήκαμε και εμείς να πιάσουμε την άσφαλτο έως κάτω το γεφύρι στα 600μ. υψόμετρο.


2018-04-10

Δρακόλιμνη - Παλιοσέλι / Σμόλικας

Επικόλησε τον παρακάτω κώδικα HTML iframe στην ιστοσελίδα ή το blog σου:

  • Distance Instructions
Label
  • Απόσταση 9441 m
  • Χρόνος 4 h 25 min
  • Ταχύτητα 4 km/h
  • Χαμηλότερο 1082 m
  • Ψηλότερο 2162 m
  • Σύν. ανάβασης 109 m
  • Σύν. κατάβασης 1183 m

Φτάνοντας στο γεφύρι συνειδητοποιούμε ότι έχουμε μπροστά μας 5-6 χιλιόμετρα ανηφορικού και βαρετού δρόμου, αλλά ως από μηχανής θεός εμφανίζεται ένα τζιπ που ανέβαινε Bρυσοχώρι. Του εμπιστευόμαστε τα πράγματά μας για τα να ανεβάσει στο χωριό κι’ έτσι εμείς απαλλαγμένοι από τη σαρκοτυραννία του σακιδίου μπορούμε να απολαύσουμε το πανόραμα των καταπληκτικών κορφών που έχουμε από πάνω μας.

Πράγματι το σύμπλεγμα Γκούρας (Μεγάλος Βράχος στα αρβανίτικα) και Tσούκα Pόσσας (Κόκκινη Κορφή στα βλάχικα)  είναι συγκλονιστικό και δικαίως η περιοχή αυτή χαρακτηρίζεται ως «οι ελληνικές Άλπεις». Κάνει αφύσικα πολλή ζέστη για την εποχή και αναρωτιόμαστε πόσο ιδρώτα θα χύναμε εάν κουβαλούσαμε και τα σακίδια. Kάναμε σχεδόν μια ώρα για να βγούμε επιτέλους στο χωριό και κατευθυνόμαστε στο προαύλιο του παλιού σχολείου, απέναντι από την πλατεία με την καθηλωτική θέα, που φτάνει ως τη Γκαμήλα.  Το πρόγραμμα προβλέπει επίσκεψη στο μοναδικό ανοιχτό μαγαζί του χωριού για αναπλήρωση χαμένων (δυστυχώς όχι για πάντα) θερμίδων. Μετά από δεκατρείς ώρες πορείας το δικαιούμαστε.

1
2
3
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1964. Μικρός κοίταζα την Πάρνηθα από το πατρικό μου με τις ώρες. Ήταν για μένα ένας άγνωστος μαγικός κόσμος που άφηνε ελεύθερη τη φαντασία μου. Πεζοπορώ, ορειβατώ, σκαρφαλώνω και φωτογραφίζω στα βουνά από το 1984 και άρχισα να αρθρογραφώ σε ανάλογα περιοδικά από το 1990. Η αγάπη μου για το βουνό με έκανε το 1998 να εκδώσω το περιοδικό ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (1998 – 2015), ενώ από το 2006 έως το 2010 πρόσθεσα και το περιοδικό ΠΟΔΗΛΑΤΗΣ. Έχω γράψει πεζοπορικούς οδηγούς για την Πάρνηθα, τον Όλυμπο, τον Παρνασσό, τα Βαρδούσια κ.α.