Αναζητώντας το χαμένο χρόνο

0
1378

Μου φαίνεται σαν να ‘ναι χτες μα πάνε τόσα χρόνια, που τρέχαμε στους αγρούς και κυλιόμαστε στα χορτάρια παίζοντας σαν τα ερίφια στον απριλιάτικο ήλιο. Πέρασε πια πάνω απ’ την πλάτη μας ο οδοστρωτήρας χρόνος, και τίποτα δεν είναι όπως παλιά. Μένει όμως ακόμα ένα πείσμα που δεν είναι συνήθεια μονάχα.

Ήταν Μάρτης του 1994, όταν γυρνώντας την Ελλάδα με οτοστόπ, σαν καλός φοιτητής, μπήκα εκτός ωραρίου (παράνομα δηλαδή) στον αρχαιολογικό χώρο των Δελφών. Μια βαριά καταχνιά σκέπαζε τα πάντα και απορροφούσε κάθε ήχο εκτός από την ίδια μου την ανάσα. Περπάτησα τυλιγμένος σε ένα αρχαίο μάλλινο παλτό με επωμίδες, φουμάροντας Gitanes. Ύστερα, μέσα στην παχιά ομίχλη, ξάπλωσα στο κρύο μάρμαρο του ομφαλού της γης και χαλάρωσα μουδιάζοντας από την παγωνιά, τόσο που ο χρόνος ράγισε και πέρασα. Θα πρέπει να αποκοιμήθηκα, γιατί είδα κάτι σαν όνειρο… ανέβαινα μια ανηφόρα και στο τέρμα της έστεκε ένας γιγάντιος τοίχος που έφτανε ως τον ουρανό. Με ξύπνησαν κάτι σκυλιά που αλυχτούσαν στο σκοτάδι και πήγα να πιω ένα κρασί στην ταβέρνα μονάχος.

Την επόμενη μέρα, όταν για πρώτη φορά αντίκρισα τη μεγαλειώδη ορθοπλαγιά, με διαπέρασε μια ανατριχίλα. Έκατσα στην άσφαλτο και κοιτούσα για ώρα. Στο χωριό (Συκιά) μου είπαν ότι αυτή την ορθοπλαγιά την πρωτοσκαρφάλωσε τη δεκαετία του ‘50 με σκοινιά κάποιος Μιχαηλίδης. Το μεσημέρι πήρα το μονοπάτι μέχρι τις λάκκες του Λαζορέματος και κολάτσισα κοιτάζοντας τις χιονοστιβάδες της άνοιξης. Ήταν υποβλητικό θέαμα. Εκείνο το καλοκαίρι έκανα το πρώτο μου παράλογο σόλο. Δεν ξέρω τι με ώθησε σε αυτό, πάντως λειτούργησε εθιστικά. Συνέβη στο φαράγγι της Σαμαριάς, όπως κατηφόριζα για Γαύδο, σε έναν όρθιο τοίχο στα δεξιά, ακολουθώντας κάτι καρφιά για καμιά εικοσαριά μέτρα… ύστερα το απόλυτο αδιέξοδο, με πόδια που έτρεμαν και χέρια που γράπωναν το βράχο όπως ο πνιγμένος τα μαλλιά του… Πώς κατέβηκα! Είδα τoν πολυμήχανο Οδυσσέα και τον Χριστό φαντάρο να παίζουνε πεντόβολα…

Η ενδοφλέβια δόση αδρεναλίνης άφησε ένα μούδιασμα στα μέλη μου, όμως ξαναπατώντας στη γη είχα μια ψευδαίσθηση αγγελικής ελαφρότητας, κάτι που δεν μπορώ να το περιγράψω καλύτερα από τον Rebuffat που έγραψε: “Ζωή, η πολυτέλεια να υπάρχεις”. Το επόμενο καλοκαίρι (1995) στον Όλυμπο, ακολούθησα χωρίς να ξέρω κάτι κόκκινα σημάδια, κι έκανα ανάποδα το πέρασμα του Νάτση. Ύστερα πρωτοπήγα στην Ήπειρο (1996) και με περίσσεια παρορμητικότητα χώθηκα στο Μεγάλο Σχίσμα φορώντας αρβύλες του ελληνικού στρατού. Ήταν λάθος, αλλά όταν το συνειδητοποίησα δεν μπορούσα πια να κατέβω, και σίγουρα δε θα έβαζα τις φωνές καλώντας “βοήθεια”. Εκείνο το καλοκαίρι νομίζω σκαρφάλωσα για πρώτη φορά και την Comici−Escher στο Στεφάνι, χωρίς παπούτσια, φορώντας μονάχα κάτι μάλλινες κάλτσες. Τι άλλο ευτράπελο θα ακούσετε; Προσπαθούσα να μάθω αναρρίχηση από το βιβλίο του Παρασκευαΐδη, άλλο καλύτερο δεν κυκλοφορούσε. Κάποια στιγμή, επιτέλους, το 1998, στα μέσα της στρατιωτικής μου θητείας, μπήκα δειλά στα γραφεία του ΕΟΣ Αθηνών. Μόλις είχε χαθεί ο Μπάμπης στο Daulagiri και η ατμόσφαιρα στο σύλλογο ήταν βαριά. Κανείς δε με ρώτησε τι ψάχνω, και έτσι πήγα και ξαναπήγα προτού πάρω το θάρρος να αρθρώσω κάτι για “σχολή αναρρίχησης” σε τόνο ερωτηματικό. Παρακολούθησα τη σχολή αρχαρίων ενώ υπηρετούσα ως ΔΕΑ στο ΓΕΣ. Αμέσως μετά έκανα και τη μέσου επιπέδου, με δάσκαλο τον Γ. Βουτυρόπουλο.

Η παρθενική μου χειμερινή ήταν οι Επαγγελματίες, ωστόσο παρέμεινα αγιάτρευτος ερασιτέχνης. Περιμένοντας ανυπόμονα το χειμερινό κομμάτι της σχολής, είχα φτιάξει ένα αυτοσχέδιο πιολέ τροποποιώντας ένα παλιό σκεπάρνι, καθώς και κάτι αυτοσχέδια κραμπόν με σιδηρόλαμα 15 χιλ. Πρώτη φορά τότε χρησιμοποιούσα ηλεκτροκόλληση και προσπαθώντας να τελειοποιήσω τα κραμπόν κόλλησα τελικά τα μάτια μου. Ο Κουνιάκης, που ήταν εκπαιδευτής στη σχολή, έβαλε τα γέλια όταν είδε τις εμπνευσμένες αυτές ιδιοκατασκευές. Έτσι αναγκάστηκα με τα λιγοστά μου χρήματα να αγοράσω τα πρώτα μου πιολέ, μεταχειρισμένα από το Μοναστηράκι. Εκείνες τις μέρες —περιμένοντας το millennium και τη συντέλεια του κόσμου— είδαμε με τον Άκη μια αγγελία “πωλείται ορειβατικός εξοπλισμός” και κάναμε ένα εσπευσμένο γιουρούσι στα βόρεια προάστια. Είχαμε χτυπήσει φλέβα! Εκείνο το χειμώνα, μια με το Marbella και μια με το Visa, τα Σαββατοκύριακα πηγαίναμε και κάναμε συντροφιά του Γεροντόβραχου. Όταν λιώσανε τα χιόνια, σκαρφαλώσαμε κάμποσες βουνίσιες κλασικές με τον Καραπετάκο και τον Αλιφέρη. Με τον Τσιαντό και τον Γ. Βουτυρόπουλο μπήκαμε σε μερικές ακόμα (Αισθήσεων, Μποτίνη-Σπανούδη, Νεροσυρμή, Τριεστίνων) και έμαθα κάπως να σέρνω τα πόδια μου στο βράχο. Την ίδια περίοδο έκανα και μερικές on-sight σολαρίες, όπως το Τσεκούρι στην Γκαμήλα, την Preuss στο Crozzon di Brenta στους Δολομίτες, την κόψη Hornli στο Matterhorn, μια ανάβαση στο Mont Blanc, το Αγριοκάτσικο στην Τσούκα Ρόσσα, το Τόξο στη Βαράσοβα, το Ξερολάκι και τη Lipovzek-Pipan στο Σχολιό (χάθηκα δεξιά της σε κάτι σεμινέ με βρύα… χάρος σου λέω, Μάης μήνας και μόνος στο βουνό).

Διαβάστε ακόμα:  Που χτυπά η καρδιά της Ελληνικής Ορειβασίας;

orthp[;agia sykias
Η ορθοπλαγιά της Συκιάς.
Μπορεί να επέζησα από τις λωλάδες εκείνων των χρόνων, όμως η ίδια μούρλα με ακολουθεί σαν πιστό σκυλί. Μεσολάβησαν πολλά από τότε (αποστολή στις Άνδεις, σπουδές στο εξωτερικό, σκαρφαλώματα στις Άλπεις, στα Βugaboos, στο Yosemite κ.ά.). Μέχρι που πέρυσι, διαβάζοντας κάπου για τη μοναχική ανάβαση της κλασικής στην Πλάκα της Συκιάς από τον Γ. Θεοχαρόπουλο τον Αύγουστο του 1991, μου μπήκε η ιδέα για μια free solo ανάβαση της διαδρομής. Επιπλέον, όταν έμαθα ότι η διαδρομή είχε σκαρφαλωθεί ολόκληρη σε 5.5 ώρες από μια σκοινοσυντροφιά φίλων, μου άνοιξε κι εμένα η όρεξη για μια γρήγορη ανάβαση. Την πρώτη φορά που σκαρφαλώσαμε τη διαδρομή με τον Άκη, το 1999, είχα για bivy sack μια μεγάλη σακούλα σκουπιδιών που μου είχαν παραχωρήσει ευγενικά οι καθαρίστριες της φοιτητικής εστίας. Τουρτούρισμα και δίψα… περασμένα μεγαλεία.

Έτσι, περίμενα πώς και πώς να λιώσουν τα χιόνια την άνοιξη για να χιμήξω. Πρώτα έζεψα έναν καλό μου φίλο (Γ. Κωνσταντάκη) και του δώσαμε μια και το κάναμε σε 5:23. Η ταυτόχρονη κίνηση ήταν αναμφίβολα πολύ ωραία αίσθηση, αλλά εξίσου έντονη ήταν και η πεποίθηση ότι η διαδρομή μπορεί να γίνει ακόμα πιο γρήγορα. Έτσι, ευκαιρίας δοθείσης, ξαναπήγα με έναν άλλο φίλο (Α. Ασημακόπουλο) και σκαρφαλώνοντας όλη τη διαδρομή παράλληλα κάναμε 4:08. Όμως πάλι υπήρχαν ορατότατα περιθώρια βελτίωσης, κυρίως στα εύκολα κομμάτια και στο μεταξύ μας συγχρονισμό. Με το πες-πες ψήθηκε τελικά ο Γ. Βουτυρόπουλος να πάμε παρέα, και του δώσαμε να καταλάβει. Με μικρές εκπτώσεις στην ασφάλεια και χάρη στην εμπειρία του Γιώργου, που κατάφερε ενώ σκαρφάλωνε γρήγορα ταυτόχρονα να με ασφαλίζει χωρίς να με κόβει, το κατεβάσαμε στο 2:32. Αυτός ήταν ένας εντελώς ανέλπιστος χρόνος που αντάμειψε με το παραπάνω την κούρασή μας. Εξαρχής όμως είχα ένα σχέδιο…

Κάποια στιγμή αποφάσισα να απαλλαγώ από όλα τα συμπράγκαλα που βάραιναν το μποντριέ μου σαν καρναβαλικές κουδούνες όταν σκαρφάλωνα με τους συντρόφους, να απαλλαγώ από τις αγριοφωνάρες που απαιτούσε η μεταξύ μας επικοινωνία, να απαλλαγώ από το βασανιστικό τράβηγμα του σκοινιού για τόσες εκατοντάδες μέτρα, και τέλος να απαλλαγώ -για λίγο έστω- από καθετί που βαραίνει τη θνητή μου ύπαρξη και να βιώσω καλύτερα αυτό που κάτι φορές ένιωσα πως είμαι: ένας ελεύθερος μοναχικός αίγαγρος. Με ανακούφιση άφησα στο σπίτι τα περισσότερα από τα παραπάνω αναρριχητικά συμπράγκαλα, ενώ λίγα από αυτά τα παράτησα μετά από σκέψη στη βάση της ορθοπλαγιάς. Φόρεσα τη μαγνησία και τα παπούτσια μου, αλλά αντί να ξεκινήσω αμέσως το σκαρφάλωμα έκατσα κάτω και έκλεισα τα μάτια μου. Σκέφτηκα τους έντονους έρωτες, τις καλές φιλίες και όλα τα ωραία που έχω χαρεί στο δρόμο της ζωής. Και σκέφτηκα ακόμα -όσο και αν ήθελα να καταπιέσω αυτήν τη σκέψη- ότι αν κάτι πήγαινε στραβά, όλα θα τελείωναν για πάντα. Κι όμως είναι μια βαθιά, δυσεξήγητη ανάγκη που με ωθούσε πάντα σε αυτήν την αναμέτρηση με τους φόβους μου. Το ζύγισα: θέλω πραγματικά να πάρω το ρίσκο; ΝΑΙ. Θέλω σίγουρα να επιζήσω από αυτήν τη δοκιμασία; NAI. Έχω την αυτοπεποίθηση που θα χρειαστεί εκεί πάνω στα δύσκολα περάσματα; ΝΑΙ. Τότε πια, έχοντας πάρει την απόφαση, χαλάρωσα και συγκεντρώθηκα σε όλες τις δύσκολες κινήσεις που θυμόμουν, επαναλαμβάνοντάς τες νοητά σαν την κατσίκα που μηρυκάζει το χόρτο. Σιγά σιγά το μυαλό μου άρχισε να μουδιάζει, η αναπνοή μου να βαραίνει. Έκλεισα τα μάτια μου και φαντάστηκα τη διαδρομή σαν μια φλέβα που επιστρέφει στην καρδιά της ύπαρξης, εκεί που πάλλεται διάφανο το νόημα της ζωής. Φαντάστηκα το βουνό σαν ένα ζωντανό οργανισμό που ανέπνεε το δροσερό αέρα του πρωινού μειδιώντας.

Σηκώθηκα παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, σαν για να χορέψω ένα ζεϊμπέκικο του Μάρκου. Κατούρησα ακούγοντας τα τροκάνια από τα εξημερωμένα αδέρφια μου και τράνταξα την πλάτη μου σαν κάτι νά ’θελα να αποτινάξω από πάνω μου. Μετά φόρεσα στα αυτιά τον μπάρμπα Τάσο, πάτησα το χρονόμετρό μου και πήδηξα στο ηρακλείτειο ποτάμι του ζεν. Δε θυμάμαι τίποτα άλλο που να μπορεί να επικοινωνηθεί. Θαρρείς κι όλα συνέβησαν μόνα τους, χωρίς προσπάθεια. Στην έξοδο της διαδρομής, με το που πρόβαλλα στη ράμπα, ένα αγριοκάτσικο που έβοσκε αμέριμνα με κοίταξε σαστισμένο και φταρνίστηκε. Kenshο! Η απόλυτη συγκέντρωση πέταξε και αμέσως σταμάτησα το χρονόμετρο. Μια μεγάλη κραυγή την κράτησα μέσα μου για να με συντροφεύει στη μία και μόνη αφορολόγητη πολυτέλεια που μας έχει απομείνει.

Κείμενο: Πάνος Αθανασιάδης

Το κείμενο αυτό, αναδημοσιεύεται από το ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ Νο69/2012. Γράφτηκε με αφορμή τη μοναχική και χωρίς σχοινί και μπωντριέ, επανάληψη στις 4/7/2011, της κλασικής Μιχαηλίδη-Γεωργιάδη (TD+, 900μ.) στην ορθοπλαγιά της Συκιάς, σε 1:53′:34″, από τον Πάνο Αθανασιάδη.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Οι εκδόσεις ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ξεκίνησαν την άνοιξη του 98 με την έκδοση του πρώτου ομώνυμου τεύχους. Από τότε έχουν εκδοθεί 73 τεύχη, 8 τίτλοι βιλίων με ανάλογο περιεχόμενο και συνεχίζουμε...