Που πας παλικάρι ωραίος σαν μύθος, κι ολόισια στο θάνατο προχωράς… Διονύσης Σαββόπουλος

Πρόθεση μου δεν είναι η παρουσίαση μιας ακόμα χειμερινής διαδρομής στις Γαλλικές Άλπεις, ούτε η εξιστόρηση της προσωπικής μου περιπέτειας και του μάλλον άσχημου τραυματισμού μου, που εδώ κι ένα χρόνο κοντά, με ταλανίζει και μου στερεί το βουνό. Πρόθεσή μου είναι να μπορέσω να σας μεταφέρω μια συγκλονιστική εμπειρία που έζησα με τον σχοινοσύντροφό μου τον Νίκο Βουτυρόπουλο σε μια απ’ τις «κλασικές» βόρειες ορθοπλαγιές της Ευρώπης, της οποίας η πραγματοποίηση μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε – στο πετσί μας στην κυριολεξία- ότι όσο πιο κοντά φτάσεις στο θάνατο τόσο πιο πολύ αντιλαμβάνεσαι το πως και το γιατί της ύπαρξής σου.

Επαναλαμβάνοντας τη γνωστή ιστορία, που θέλει ως πρωταγωνιστές αυτούς, «που το λέει το φυλλοκάρδι τους» να σκαρφαλώνουν χειμώνα στις Άλπεις μικτά και μαύρα παγάκια, βρεθήκαμε το Φεβρουάριο του ’98 στο Chamonix οι : Ν. Βουτυρόπουλος, Μ. Ζέρβας, Π. Κοτρωνάρος και ο υπογράφων ελπίζοντας σε κάποιες μέρες με καλό καιρό και καλή ποιότητα πάγου ώστε να σκαρφαλώσουμε αυτό που λέμε «real thing» για την απόκτηση τεχνικής πείρας. Προσκαλεσμένοι της Γαλλικής Ομοσπονδίας Ορειβασίας και Αναρρίχησης ήταν ήδη εκεί – με έξοδα της ΕΟΟΑ μάλιστα – οι Δ. Μπακάλης, Γ. Βουτυρόπουλος, Δ. Μπουραζάνης από τον ΕΟΣ Αθήνας όπως και Δ. Κάλλος – αυτός με δικά του έξοδα – από τον ΕΟΣ Ιωαννίνων, στα πλαίσια ενός διεθνούς σεμιναρίου αλπινισμού. Ανεξάρτητοι μεμονωμένοι βρίσκονταν στο ίδιο μέρος οι Κ. Τσούλκας και Κ. Γαβριήλ. Σύνολο ουδόλως ευκαταφρόνητο, δέκα άτομα. Καλά να είμαστε.

Μετά από ταξίδι – προσέξτε – τριών ωρών από Αθήνα για Πάτρα, δεκαοκτώ ωρών Πάτρα – Αγκόνα και δέκα βάλε Αγκόνα – Chamonix φτάσαμε με τον «Τσέχο», χαϊδευτικό του «Scoda Forman», ώρα 4:30 πρωινή στο πάρκιν του τελεφερίκ για Aiquille de Midi. Το προσέξτε πιο πριν, πάει στο ότι από δω και πέρα αρχίζει το παιχνίδι με το χρόνο και θα καταλάβετε στο τέλος τι εννοώ. Αφού κοιμόμαστε όπως – όπως τρεις ώρες εντός και επί τα αυτά του οχήματος, επισκεπτόμαστε τους τρεις Αθηναίους, ο Δ. Κάλλος έχει επιστρέψει, στα κτίρια της ENSA – όρα Γαλλική Σχολή Ορειβασίας και Σκι – απ’ τους οποίους και μαθαίνουμε ότι το προηγούμενο δεκαήμερο έχει επικρατήσει μοναδική στα χρονικά καλοκαιρία στην περιοχή, στη διάρκεια της οποίας «σάρωσαν» ότι περνούσε απ’ το χέρι τους σε αναρριχήσεις και διαδρομές, τις οποίες έχετε διαβάσει σε προηγούμενο τεύχος του περιοδικού που κρατάτε.

Και συνεχίζουμε. Έχουν επαναλάβει και οι τέσσερις την βόρεια των Droites – οι Μπουραζάνης – Κάλλος παρ’ ολίγον εις διπλούν, αφού του τελευταίου του έπεσε η μπότα απ’ το bivouac στον παγετώνα το πρώτο βράδυ γύρω στα εξακόσια μ ‘ εφτακόσια μέτρα, έτσι ώστε την επόμενη να περιμένουν διάσωση αφού ήταν αδύνατον να συνεχίσουν, η οποία και ήρθε την μεθεπόμενη, τους πήρε, τους βρήκε τη μπότα, τους πήγε στο καταφύγιο – είδατε service; – όπου αφού ξεκουράστηκαν κι έχοντας το πλεονέκτημα του «παίζω και μαθαίνω» την ολοκλήρωσαν σε μια μέρα. Αφού μας κατατοπίζουν για το πόσο «κούκλα» είναι η διαδρομή, συμβουλεύουν να μην πάρουμε πολλά υλικά μαζί μας – βλέπε υπνόσακους, τρόφιμα κ.ο.κ – για να ολοκληρώσουμε κι εμείς σε μια μέρα, πράγμα εφικτό με λίγο βάρος και σβέλτη κίνηση στο κάτω μέρος της διαδρομής, που είναι μάλλον εύκολος πάγος- μέση κλίση 60-70ο με σημεία 80ο πλην όμως εξαιρετικής ποιότητας, σε αντιδιαστολή με την αναρρίχηση με μαρτώ πιολέ και κραμπόν, σε κομμάτια βράχου και verglase που είναι το πάνω μέρος της διαδρομής για τα τελευταία τετρακόσια μέτρα. Απλούστατο!

Τι κι αν ο αναρριχητικός οδηγός επιμένει ότι είναι απαραίτητες τριάντα ώρες για την ολοκλήρωση της διαδρομής. εμείς αλεπουδάκια είμαστε, απ’ την Ελλάδα ερχόμαστε, μια τέτοια «κούρσα» δεν μπορούμε να φέρουμε βόλτα;(sic). Εφεξής για το ότι πάθαμε, ήταν το πιο «τυχερό μας» και πάλι καλά που ζούμε και τα μαθαίνετε πρώτο χέρι. Με τρεις ώρες ύπνου, δύο σάντουιτς ο καθένας, μερικούς ξηρούς καρπούς, κάποιες σοκολάτες, φακελάκια καφέ και τσάι, παίρνουμε το τελεφερίκ της Aiquille Verte ακολουθούμενοι από τους Μ. Ζέρβα και Π. Κοτρωνάρο – οι οποίοι θα πήγαιναν στην Courtes – και το μεσημέρι προς το απόγευμα μας βρίσκει να ψάχνουμε το δρόμο μας ανάμεσα στις κρεβάς του παγετώνα του Argentiete, στου οποίου το ομώνυμο καταφύγιο κοιμόμαστε απ’ τις οκτώ το βράδυ ως τις δώδεκα τη νύχτα.

Και τώρα καθίστε αναπαυτικά κυρίες και κύριοι γιατί αρχίζει το «πανηγύρι». Την ώρα, που βγαίνουν τα φαντάσματα λοιπόν, ξυπνάμε φτιάχνουμε café ole- αντί au lait που λένε οι Γαλάτες – τρώμε το ένα εκ των δύο σάντουιτς, φοράμε κραμπόνς, πιολέ, φακούς κεφαλής – εγώ έβγαλα και τους επαφής καλού – κακού, δενόμαστε μεταξύ μας και σε μια ώρα περίπου βρισκόμαστε στη βάση της διαδρομής και μάλιστα πρώτοι απ’ όλους, ούτε ένας φακός δεν φαίνεται να έρχεται απ’ το καταφύγιο απέναντι, κάτω απ’ την τεράστια μονοκόμματη μαύρη ορθοπλαγιά με ανάπτυγμα χιλίων μέτρων. Μπροστά μας χάσκει μια κρέβας με άνοιγμα ενάμιση μέτρο και βάθος άπειρο και μετά ένας άσπρος τοίχος πάγου 90ο με αρνητικό στο τέλος του, είκοσι με τριάντα μέτρα πιο πάνω. Δεξιά μας η κοίτη της κρεβάς ανεβαίνει ομαλά, ενώνεται στα μισά περίπου με τον τοίχο και κάνει μια φουρκέτα αριστερά συνεχίζοντας πάνω απ’ το αρνητικό απ’ όπου φαίνεται ότι μάλλον την περπατάει κανείς αφήνοντας από κάτω του την καθετίλα.

Εμείς σκεφτόμενοι «λογικά» ότι από εδώ ξεκινάει η διαδρομή, δρασκελίζουμε την κρεβάς, καρφώνουμε τα μαρτώ πιολέ μας στον πάγο και μετά από μιάμιση ώρα, ιδρωμένοι ολόκληροι και με γόνατα να τρέμουνε, ανακαλύπτουμε εαυτούς, από πρώτους τελευταίους, αφού μας έχουν περάσει τρεις ή τέσσερις σχοινοσυντροφιές από εκείνη τη δεξιά γεφυρούλα χιονιού που λέγαμε, η οποία περνούσε πάνω απ’ τον τοίχο, όντως περπατώντας. Με οδηγούς – πελάτες και ομάδες σχοινοσυντρόφων να είναι δύο – τρεις  σχοινιές πιο πάνω από μας, αρχίζουμε δειλά – δειλά να σκαρφαλώνουμε για να ανακαλύψουμε κατά τις τέσσερις και μισή τα ξημερώματα ότι ούτε γρήγορα πάμε ούτε αργά για τα δεδομένα της εμπειρίας που διαθέτουμε, τα οποία όπως προκύπτει, για τον πάγο χρειάζονται αναθεώρηση.

Κάπου εκεί τελειώνει η μπαταρία του φακού του Νίκου και ψάχνοντας στο σακίδιό του βρίσκει ω του θαύματος μια εφεδρική, που τη φύλαγε δύο χρόνια απ’ όταν είχε πάει στα Παμίρ η οποία και φυσικά είχε λήξει. Εγώ δε. ως μέγας έξυπνος, δεν είχα πάρει εφεδρική μπαταρία, σκεπτόμενος τη μείωση του βάρους, την οποία και πέτυχα βάζοντας μια ολοκαίνουρια μπαταρία στο φακό μου ξεκινώντας απ’ το καταφύγιο και υπολογίζοντας ότι θα μου φτάσει για ένα το πολύ δύο bivouac μαζί με την νυχτερινή αναρρίχηση που ήδη κάναμε. Αμ πως! Αφού λοιπόν εκλιπαρούμε – σαν το κοριτσάκι με τα σπίρτα μια σχοινοσυντροφιά Γερμανών η οποία μας προσπερνάει, μήπως τους βρίσκεται καμία μπαταρία, συνεχίζουμε μ’ εμένα να οδηγώ και το Νίκο να σκαρφαλώνει στα τυφλά στον πάγο. Μετά από κάμποσες σχοινιές, τη νύχτα διαδέχεται το πρώτο ημίφως και με αρκετό  κρύο, πλην όμως καθαρό καιρό, συνεχίζουμε στη σκιά πάντα, μιας και η διαδρομή είναι ότι πιο βορινό και ανήλιαγο υπάρχει ιδίως το χειμώνα.

Κάπου στα πεντακόσια μέτρα ενώ έχω βάλει και τη δεύτερη παγόβιδα στις 65 με 70ο  και ετοιμάζομαι να ασφαλίσω το Νίκο, για να ξεκινήσει, ακουμπάω το κεφάλι μου στον κάθετο πάγο για να πάρω μια ανάσα. Την ώρα που φωνάζω «έλα» και τραβιέμαι, βλέπω το κράνος μου, που είχε λυθεί απ’ το σαγόνι με το έτσι θέλω, με το φακό κεφαλής στερεωμένο πάνω του να μένει για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου πάνω στη γυάλινη επιφάνεια πριν αποφασίσει να μην τα βάλει με το νόμο της βαρύτητας. Μάλιστα! Ούτε που διανοήθηκα να κάνω κάποια κίνηση για να το πιάσω, αφ’ ενός λόγω του ξαφνιάσματος, αφ’ ετέρου γιατί όταν στέκεσαι σε τρία με τέσσερα σημεία που εισχωρούν από τέσσερα ως δέκα χιλιοστά σε πάγο, το μόνο που δεν τολμάς να κάνεις είναι απότομες κινήσεις. Αφού το παρακολούθησα να εξαφανίζεται στα ασπρόγκριζα ερέβη, διαπιστώνω με φρίκη ότι, ότι και να συμβαίνει γύρω μου πια αγγίζει τα όρια της φαντασίας, τυχαίνει σε κάποιον άλλο όχι σ’ εμένα και μόλις περάσει η πρώτη απογοήτευση δε και νιώσεις ότι παραμένεις αρτιμελής, το μόνο που σε απασχολεί από δω και πέρα είναι να βγεις από δω μέσα, χωρίς πανικούς όμως και βιασύνες, αντιθέτως, με μια αίσθηση στωικότητας και περιέργειας σαν να βλέπεις τον εαυτό σου από ασφαλή απόσταση, ο άνθρωπος στη γυάλα, που τον βλέπει ο άλλος άνθρωπος στη γυάλα και ούτω καθεξής.

Μόλις έρχεται κι ο σχοινοσύντροφος στο ρελε καταστρώνουμε πολεμικό συμβούλιο. Μπαταρία, φακός ένα- ένα, άρα αποκλεισμός στην ερχόμενη αγωνιστική και υποβιβασμός κατηγορίας. Με οκτώ παγόβιδες ακόμα και αν εμπιστεύεσαι μια ανά ρελέ, σου λείπουν εκατόν πενήντα με διακόσια μέτρα για να φτάσεις σώος στον παγετώνα απ’ τα πεντακόσια τόσα μέτρα που βρισκόμαστε τώρα. Ακόμα και με ασφάλιση να κατεβείς καταρριχητικά τον, εξήντα μ’ εβδομήντα μοίρες- σημειακά κι ογδόντα, πάγο it’ s too risky and too long and too risky for that long man. Να μένει! Το Ελληνικό μεγαλείο διαπρέπει για άλλη μια φορά κι αφού διάσωση δεν φαίνεται – το μεγαλείο που λέγαμε- αποφασίζουμε να διανυκτερεύσουμε κάτω απ’ τα μικτά που ήδη κρέμονται από πάνω μας και με το πρώτο φως της επόμενης να ξεκινήσουμε την αναρρίχηση στο βράχο, το dry- tooling που λέγαμε.

Πρέπει να βρούμε ένα κατάλληλο σημείο για bivouac, γιατί ποιος διανοείται να περάσει δεκατέσσερις ώρες κρεμασμένος μόνο σε παγοβίδες! Σκαρφαλώνουμε καμιά εκατοστή μέτρα ακόμη και βρίσκουμε κάτι μικρά κομμάτια βράχου να εξέχουν από τον πάγο, εκ των οποίων το ένα έχει μπηγμένο κι ένα καρφί. Magic! Βρίσκουμε και δύο χαραμάδες και με τη βοήθεια του μαρτώ – βλέπε κοπάνημα – βάζουμε δυο μικρά καρυδάκια και για εφεδρεία βιδώνουμε και ότι παγόβιδες βρίσκονται. Έτοιμο το bivouac. Από ασφάλεια, γιατί από άνεση σας παραπέμπω σε περαιτέρω μεταφυσική διερεύνηση.

Όπου και να χτυπήσεις τον πάγο για να φτιάξεις ένα στοιχειώδες παταράκι, θρυμματίζεται σαν βιτρίνα εν Εξαρχείω κι απομένουμε, ο Νίκος δέκα μέτρα πιο κάτω αριστερά να ισορροπεί σ’ ένα βραχάκι τριάντα επί είκοσι εκατοστά με καθετίλα δεξιά κι αριστερά, εγώ να προσπαθώ μισή ώρα να μπω σε μια αιώρα που με συμπιέζει σ’ εμβρυακή στάση- αφού δεν ανοίγει άλλο – με το μάτι συνέχεια στα καρυδάκια και το καρφί. Ως εδώ. Να’ χαμε και κανέναν υπνόσακο καλά θα ήταν, το μόνο που μας έχει μείνει πλέον είναι μισό λίτρο νερό του καθενός και μια χούφτα ξηροί καρποί. Νύχτα είναι θα περάσει, σκέφτομαι και θυμάμαι το Μάρτιο του ’97 με τον Δημήτρη Μπουραζάνη αγκαλιά στην κορφή του Mont- Blanc du Tacul στα 4000 μέτρα μ’ εμένα να τρέμω σύγκορμος και να μην μπορώ να ελέγξω το σώμα μου κι εκείνον να με αποτρέπει απ’ το να κοιμηθώ, πάλι χωρίς νερό, χωρίς φαΐ κι εννοείται χωρίς sleeping bag. Που θα πήγαινε κάπου θα με πετύχαιναν οι Άλπεις, όλο τουρίστας στη συνοριακή γραμμή το παιζα.

Κάτι μου λέει ότι όλοι έχετε περάσει αξημέρωτες νύχτες στη ζωή σας. Τέτοια ήταν κι αυτή. Με μέλη πονεμένα, πόδια μουδιασμένα και ηθικό ράκος, ξυπνάμε και σκεφτόμαστε ότι σήμερα πρέπει να βγούμε απ’ αυτό το σιρκουί γιατί οι δυνάμεις μας δεν θα κρατήσουν για πολύ ακόμα. Με το Νίκο επικεφαλής, καλύπτουμε γρήγορα τα τελευταία εκατόν πενήντα μέτρα μέχρι τα μικτά και μπαίνουμε στο ψητό. Τι πιολέ να μπήγονται απεγνωσμένα σε μικρές χαραμάδες βράχου, τι κραμπόν να πατάνε σε πατήματα γρανίτη ένα επί δύο εκατοστά, τι καρφί να εμφανίζεται αραιά και που σαν μακρινή ανάμνηση, πανηγύρι ολόκληρο σας λέω.

Διαβάστε ακόμα:  Dru - Επική κατάβαση

Η προσοχή στο έπακρο, ο εφιάλτης από άσπρος και παγωμένος γίνεται καφεγκρίζος και σαγρέ, λάθη δεν χωρούν, οι ρυθμοί πέφτουν, η εξάντληση και η υπερκόπωση εμφανίζονται και τα ρελέ διαδέχονται το ένα το άλλο. Κάνω μια σχοινιά επικεφαλής, πάω αργά, ο Νίκος απελπίζετε. Βιάζετε να τελειώνουμε, ξαναμπαίνει μπροστά, ακολουθώ ανίκανος να σκεφτώ άλλα πράγματα πέρα απ’ το που θα πάει, πρέπει να βγαίνουμε όπου να’ ναι, ο βράχος κι ο πάγος ξαναγεννιούνται όμως από πάνω μας κι όλο ψηλώνουν, όλο ψηλώνουν προς τον ουρανό. Αλίμονο, η μέρα τελειώνει πρέπει να βρούμε κι άλλο bivouac για να περάσουμε και δεύτερο βράδυ έξω, είμαστε ήδη σαράντα ώρες σχεδόν άυπνοι πάνω στην ορθοπλαγιά, τι άλλο να κάνουμε, είμαστε ακόμα ζωντανοί.

Οι τρεις παγόβιδες απ’ τις οκτώ, έχουν στραβώσει στη μύτη από το κάρφωμα και δεν μπαίνουν. Βάζουμε τις τέσσερις, ο Νίκος κρεμιέται σ’ ένα καρυδάκι κι εγώ περνάω ένα ιμάντα σ’ ένα μυτίκι με μέγεθος γροθιάς κι αφήνομαι αργά στο μπωντριέ. Μετά από μισή ώρα μουδιάζω απ’ τη μέση και κάτω, χτυπάω με μανία τα κραμπόν σ’ ότι πάγο έχει μείνει μήπως στηριχτώ πουθενά, τίποτα δε γίνεται. Εγκαταλείπω και εγκαταλείπομαι προσπαθώντας να σκεφτώ απλά πράγματα, καθημερινά, ένα μπάνιο σε ζεστό νερό, κρεβάτι, ύπνο. Τα πέλματά μου ξύλα, με πιάνει οργή και φόβος μετά από πολύ καιρό, είμαστε δύσκολα εδώ πάνω, το νοιώθω, ας γύριζε κάποιος το κανάλι να βρισκόμαστε αλλού, ο Νίκος δεν μιλάει – δεν μίλαγε και πολύ ποτέ – στενοχωριέται κι αυτός όμως. Τον καταλαβαίνω, μας ζόρισε το βουνό, δεν ήρθαμε προετοιμασμένοι, είχαμε και τις ατυχίες μας, είμαστε όμως ακόμα καλά και μαζί σ’ αυτή τη δυσκολία γράφουμε την προσωπική ιστορία μας σαν σύντροφοι. Τουλάχιστον κι αυτό μετράει με τον τρόπο του. Ίσως γιατί μπορεί να κάνω και λάθος. Ποτέ μη λες ποτέ όμως. Τι στο διάολο, πόσο να’ χει μείνει ακόμα ας είχαμε φακούς και σου λέω εγώ, αύριο θα το φάμε και το βράδυ θα πίνουμε μπύρες στο χωριό, είναι η τελευταία σκέψη μου πριν με ξαναδώ μέσα τη γυάλα κι απομακρυνθώ.

Το πρωί μας βρίσκει να κοιτιόμαστε με το Νίκο ψύχραιμοι κι αποφασισμένοι μ’ ότι δυνάμεις μας απόμειναν και με τη μέγιστη προσοχή να τελειώνουμε απ’ αυτό το δαίδαλο χαραμάδων, διέδρων και πλακών. Ξεκινάμε πολύ αργά κι αντιλαμβανόμαστε κάποιες σχοινοσυντροφιές να έρχονται από κάτω μας γρήγορα και σταθερά. Χωρίς να βιαζόμαστε – σάμπως μπορούμε κι άλλωστε – προχωράμε και κατά τις έντεκα και μισή φτάνουμε σ’ ένα πέρασμα βράχου μ’ έξι μέτρα ύψος, το οποίο φοράει για σκούφο μια κόψη με κλίση 50 μοιρών που μετά από καμιά εκατονπενηνταριά μέτρα μας βγάζει στην κορφή. Κοντοστεκόμαστε να ξεκουραστούμε και χαζεύουμε τις σχοινοσυντροφιές από κάτω μας, εκατό κι εκατόν πενήντα μέτρα αντίστοιχα. Οι πιο κοντινοί μας, έχουν προσπεράσει τους πιο κάτω και δείχνουν ότι τίποτα δεν τους σταματάει να βγουν μαζί με μας στην κορφή. Χαρά στο κουράγιο τους και την αντοχή τους! Ο Νίκος ξεκινάει την αναρρίχηση σφηνώνοντας την μπότα του μέσα στη σχισμή από πάνω μου και μετά από τρία μέτρα μου λέει να’ χω το νου μου γιατί μικρά μπλοκ βράχου είναι ξεκολλημένα. Κοιτάζω πάνω κι ενστικτωδώς κοιτάζω και κάτω δεξιά μου τους δύο Γάλλους που έχουν πλησιάσει σχεδόν μια σχοινιά από μας, όταν ο πρώτος φωνάζει ένα κοφτό «attention» και γλιστράει σ’ ένα παγωμένο κομμάτι προς τα κάτω. Στην πορεία του καταλήγει στον σύντροφό του που ασφαλίζει και ξαφνικά σαν να ξετυλίγεται μπροστά μας ταινία, τους βλέπουμε να ξεκολλάνε απ’ την πλαγιά προσπαθώντας να γαντζωθούν μ’ ότι έχουν και δεν έχουν, να βγαίνουν στο κενό, κάνοντας ένα γκελ μερικά μέτρα πάνω απ’ την χαμηλότερη σχοινοσυντροφιά και μετά να εξαφανίζονται απ’ το οπτικό μας πεδίο, αφήνοντας μόνο τους κρότους από υλικά που χτυπιούνται πάνω στους βράχους και μετά στον πάγο μαζί με πέτρες που σπάνε και δημιουργούν μια ηχώ στον παγετώνα που όλο και χάνεται μέχρι που σβήνει.

Μετά σιωπή. Μια άλλη σιωπή, αυτή που βιώνεις ελάχιστες φορές στη ζωή σου και δεν ξέρεις, αν προέρχεται από το περιβάλλοντα χώρο ή από μέσα σου. Αδυνατώ να πιστέψω αυτό που μόλις έγινε και κοιτάω το Νίκο ζητώντας μια κατάφαση στο απίστευτο. Βλέπουμε την άλλη σχοινοσυντροφιά, που έχει μείνει ακίνητη στη θέση της εκατόν πενήντα μέρα πιο κάτω, ενώ χίλια μέτρα χαμηλότερα δύο κουκίδες έχουν αλλάξει το σκηνικό του παγετώνα και της ζωής μας. Σαν σε αργό πλάνο ο Νίκος ξαναπιάνει να σκαρφαλώνει, η μια κίνηση να διαδέχεται την άλλη, βγαίνει στο χιόνι, ανοίγει βήματα, με φωνάζει στο ρελέ κι όταν φτάνω, ούτε κι εγώ δεν ξέρω πως, με προτρέπει να φύγω πάνω μ’ ότι δύναμη έχω και δεν έχω.

Ένα ελικόπτερο έχει εμφανιστεί, πρώτα ο γδούπος του στην κοιλάδα του παγετώνα, μετά το σχήμα του κάνει δύο τρεις κύκλους πάνω από τα δύο άψυχα σώματα κι αρχίζει να σαρώνει την πλαγιά προς τα πάνω για να δει τι άλλο μπορεί να έχει συμβεί. Απηυδισμένος πια, σκεφτόμενος ότι τα όριά μου είναι εδώ και τώρα και δεν χρειάζεται άλλο ρίσκο, σηκώνω τα χέρια μου σε σχήμα Ύψιλον, που σημαίνει πως χρειάζομαι να με πάρουν από εδώ, ενώ ο Νίκος μου λέει να κόψω τις βλακείες και να περπατήσω τα τελευταία εκατό μέτρα ως την κορφή. Το ελικόπτερο φτάνει στο ύψος μας, ανεβαίνει λίγο ακόμα, με βλέπει, είμαι σίγουρος, επιμένω να σηκώνω τα χέρια, τώρα θα βγει ο power – ranger να μας τραβήξει επάνω σκέφτομαι, Ελλαδάρα σου έρχομαι, στο κάτω – κάτω την τελείωσα αυτή την «κούκλα» διαδρομή, έκλεισα για φέτος, εκπτώσεις τέλος κι άλλα τινά και να που το ελικόπτερο… γεια σας, κάνει μια μεγαλοπρεπέστατη μεταβολή και ξανακατεβαίνει στο καταφύγιο απέναντι στον παγετώνα, απ’ όπου προφανώς κι έχει ειδοποιηθεί για το ατύχημα. Αλλού το όνειρο ψιθυρίζω και σέρνομαι τα τελευταία μέτρα ως την κορφή για να δω απ’ τη πίσω μεριά της όλο το πανόραμα της Mer de Glace, τη Midi ως το Mont Blanc με τις μεσημεριανές ακτίνες του ηλίου να μας λούζουν μετά από δυο μέρες στη σκοτεινή πλευρά του κόσμου.

Τα πόδια μου μουδιασμένα, καμιά τενοντίτιδα θα’ χω αρπάξει απ’ το ότι στηρίζομαι συνέχεια στις γάμπες με τα κραμπόν στις μύτες σκέφτομαι. Αρχίζουμε τα ραπελ – που είναι στημένα όπως μόνο στις Άλπεις τα στήνουν, μπερδεμένα, κορδολέτα ένα συνοθύλευμα από ιμάντες, που μάλλον καταλήγουν σε κάποιο καρφί. Ύστερα από δώδεκα ραπέλ και πεντακόσια μέτρα πιο κάτω με το πρώτο σκοτάδι να μας αγκαλιάζει, πηδάμε μ’ ότι έχει απομείνει μέσα μας, πάνω από μια κρεβάς με δυόμισι μέτρα πλάτος, για να μπούμε απ’ την ορθοπλαγιά στο πλατώ που οδηγεί στο καταφύγιο του Courvecle μετά από δύο ώρες πορείας, άντε τρεις υπό κανονικές συνθήκες.

Κάθε πενήντα μέτρα σταματάμε, καθόμαστε στο χιόνι κανένα πεντάλεπτο τουλάχιστον, αφυδατωμένοι και εξασθενημένοι όπως είμαστε, που θα πάει κοντά είναι θα φτάσουμε, λέμε. Το σκοτάδι πυκνώνει, τ’ αστέρια κάνουν ένα φαντασμαγορικό πανόραμα από πάνω μας μ’ όλες τις κορφές να δεσπόζουν γύρω μας, λουσμένες σ’ ασημένιο φως. Ο Νίκος απομακρύνεται σιγά – σιγά, εγώ μένω πίσω ανήμπορος να τον ακολουθήσω, όσο βλέπω την σιλουέτα του στο βάθος είμαστε εντάξει σκέφτομαι, φωνάζει κάθε τόσο για να αντιληφθώ προς τα που πάμε, στο τέλος μάλλον μαντεύω που βρίσκεται παρά ξέρω, θέλω τόσο πολύ να κοιμηθώ έστω μισή ώρα, να εδώ, δεν κάνει κρύο πια, δεν κρέμομαι στο χάος, θα ξαπλώσω πάνω στο σακίδιό μου να κλέψω λίγο ύπνο, έφτασα, κάπου εδώ είναι κι αν κοιμηθώ, θα’ έρθει να με βρει ο Νίκος, θα μου φέρει λίγο τσάι απ’ το καταφυγιάκι ανάγκης, που θα’ χει φτάσει μέχρι τώρα. Όχι μην κοιμάσαι μια φωνή μέσα μου, σκέψου, κάνε κάτι, κουνήσου, δεν αντέχω, λειώσε λίγο χιόνι και πιες, μάσα παγάκια, τελείωνε και βρες το καταφύγιο.

Κατηφόριζα μέσα στη νύχτα, ούτε κι εγώ ξέρω πόσες ώρες είχαν περάσει, δεν με παίρνει να κοιμηθώ πάλι έξω, τελείωσα έλεγα έτσι και μείνω πάλι έξω, μα που είναι αυτό το καταφύγιο, έχω ξανάρθει πριν από τρία χρόνια, έτσι νύχτα πάλι, ήταν όμως καλοκαίρι, πόσο αλλάζει το τοπίο, τότε είχα δει τα φώτα απ’ το κανονικό καταφύγιο δύο λεπτά πριν σβήσουν και είχα βρει το δρόμο μου, το χειμώνα όμως δεν τον λειτουργούν, κάπου εδώ είναι, συγκεντρώσου βλάκα, να, κοίτα έφτασες στην βάση του παγετώνα του Lechaux, ακούγεται νερό κάτω απ’ αυτά τα βράχια. Άρχισα να σκάβω σε παράκρουση πια, μάταιο, ήταν δεκάδες μέτρα πιο βαθιά, έπρεπε όμως να πιω νερό, είχα να βρέξω τα χείλη μου τριάντα ώρες, έβγαλα το γκαζιεράκι μου κι άρχισα να λιώνω πάγο, πως δεν το’ χα σκεφτεί νωρίτερα, αργεί πολύ να λιώσει, η φιάλη ξεψυχάει, δεν γίνεται, πίνω τρεις γουλιές νερό με παγάκια, τώρα τρέχουμε φωνάζω στον εαυτό μου, περπατάω καμιά δεκαριά μέτρα μην ξέροντας που να πάω, αλίμονο, πρέπει να το βρω, μια φωνή ακούγεται μες τη νύχτα, εεοοο!εεοοο!

Πάνω μου και δεξιά καμιά εκατοστή μέτρα, ένας φακός αχνοφαίνεται, ήμουν από κάτω τόση ώρα, πως θα ανέβω εκεί πάνω, αρχίζω να φωνάζω κι εγώ για να με οδηγήσουν και να μην τον χάσω. Ο Νίκος θα’ ναι και τον τρόμαξα, ας είναι, σε λίγη ώρα θ’ αγκαλιαζόμαστε πριν κοιμηθούμε. Προσπαθώ ν’ ανέβω, η πλαγιά απότομη έχει χιόνι τόπους – τόπους ως τη μέση, πως θα βγω, βοήθεια ρε παιδιά, ελάτε να με μαζέψετε, δεν αντέχω άλλο, δώσ’ του φωνάζει ο φακός «και σου’ χω τσάι και μπύρες», να έρχομαι τώρα αλλά δεν, ο φακός επιμένει «έλα τράβα λίγο ακόμα», μέχρι σήμερα δεν έχω καταλάβει πως έφτασα στην πόρτα του καταφυγίου, ο φακός αποκαλύπτεται ότι είναι ο Παναγιώτης Κοτρωνάρος, ο οποίος έχει ολοκληρώσει και κατέβει στο ίδιο καταφυγιάκι με τον Κ. Γαβριήλ από τη διαδρομή των Courtes.

Μπύρα δεν υπήρχε, φαΐ μας δανείσανε ο Ιρλανδοί που είδαν το χάρο με τα μάτια τους όταν περάσανε πέφτοντας δίπλα τους οι δύο Γάλλοι οδηγοί, οι οποίοι Ιρλανδοί και φτάσανε στο καταφύγιο – κατά τις τέσσερις η ώρα τα ξημερώματα, αφού κι αυτοί έκαναν σήμα στη διάσωση κι αυτούς δεν τους συλλέξανε εφόσον δεν τους είδαν να έχουν πρόβλημα και κατά την γνώμη του ελικοπτέρου μπορούσαν να συνεχίσουν τη διαδρομή, όπως και έκαναν.

Η συνέχεια είναι λίγο – πολύ γνωστή. Μετά από μια μέρα εγκλωβισμού στο καταφυγιάκι ανάγκης λόγω κακοκαιρίας, ο υποφαινόμενος μπόρεσε και πήρε τη διάσωση – επιτέλους – με κρυοπαγήματα δεύτερου βαθμού – δεκαπενθήμερη νοσηλεία και αγωγή στο νοσοκομείο του Chamonix – και με κουσούρι – σωματικό και ψυχικό – που προστέθηκε στο ήδη βεβαρημένο ιστορικό.

Υ.Γ. 1: ο Νίκος Βουτυρόπουλος – ναι αυτός πάλι!- μου πρότεινε φέτος τα Χριστούγεννα να προπονηθούμε – όντας και οι δύο «ανάπηροι» πλέον – για ένα καλοκαιρινό project της βόρειας του Eiger με φουλ υλικά κι εξοπλισμό για δέκα bivouac (κανονικά έχει δύο με τρία)

Υ.Γ.2: Ακόμα το σκέφτομαι……

Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ τ.2/1998.
Κείμενο: Σταύρος Μωραϊτίνης
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Οι εκδόσεις ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ξεκίνησαν την άνοιξη του 98 με την έκδοση του πρώτου ομώνυμου τεύχους. Από τότε έχουν εκδοθεί 73 τεύχη, 8 τίτλοι βιλίων με ανάλογο περιεχόμενο και συνεχίζουμε...