1978 – 2018. 40 χρόνια Batman. Ένας κάθετος Μύθος

0
1113
Ο Χρήστος Τσούτσιας, στη δεύτερη σχοινιά της Batmam. "Παραμένει ακόμα απαιτητική".

Φανταστείτε έναν κόσμο όπου ο έβδομος βαθμός είναι ανύπαρκτος ή σχεδόν ανύπαρκτος. Ξεκινάτε για να περάσετε την Κυριακή σας στη Βαράσοβα (το Σάββατο είναι εργάσιμη) και η δυσκολότερη διαδρομή που έχετε στη διάθεσή σας είναι η «Αφρικάνα» (χωρίς βέβαια μόνιμα ρελέ και γκολό).

Και για να μπορέσετε να επαναλάβετε μία διαδρομή σαν κι αυτή, θα πρέπει να προσπαθήσετε κάποια χρόνια και ακόμα, να έχετε τη τύχη να σας βοηθήσει κάποιος ήδη φτασμένος αναρριχητής. Τότε η επανάληψή σας θα είναι μία από τις δυο, άντε τρεις το πολύ, επαναλήψεις της χρονιάς και θα δημοσιευτεί στο δελτίο του συλλόγου σας μερικούς μήνες μετά (αν βέβαια ο σύλλογος σας τυπώνει δελτίο).

Συγχαρητήρια, είστε πλέον στην αναρριχητική ελίτ….και εκεί που απολαμβάνετε το καρπό των προσπαθειών σας κάτω από τον ανοιξιάτικο ήλιο, πίνοντας την παγωμένη μπύρα σας στο «Μπράτσο»,  σκάνε μύτη δύο Γερμανοί και φουριόζικα, δίπλα ακριβώς στο δρόμο, ανοίγουν μια γραμμή που ανατρέπει όλα αυτά που ήταν έως τώρα για εσάς δεδομένα.

Ο Νεκτάτιος πάνω από τη σπηλιά, αγνοώντας το «βέβηλο» βύσμα.

Τα παραπάνω θα μπορούσε να ήταν ένα αναρριχητικό μυθιστόρημα εάν δεν ήταν η ελληνική πραγματικότητα του 1978. Οι δύο Γερμανοί δεν είναι άλλοι από τους N. Mailander και E. Schillinger και η διαδρομή που άνοιξαν δεν ήταν όποια κι όποια, αλλά η μία διαδρομή που έγινε και παρέμεινε για χρόνια ένας μύθος: η Batman. Μόλις 40 μέτρα σε δύο σχοινιές, αλλά τι μέτρα!

Ο Χριστόφορος Αγνόγλου, στη σπηλιά.

Οι Γερμανοί έφυγαν, αφήνοντας πίσω τους μερικές λανιέρες και λίγα καρφιά που έδειχναν το δρόμο για τον αναρριχητικό παράδεισο. Ένα παράδεισο που φαινόταν άπιαστος όμως.
Η διαδρομή τάραξε τα νερά της ελληνικής, μικρής, αναρριχητικής μας σκηνής και κάποιοι άρχισαν τις προσπάθειες για την επανάληψή της. Ελεύθερα; προς το παρόν φάνταζε κάτι πολύ μακρινό, η δυσκολία της γραμμής ξέφευγε απ’ οτιδήποτε υπήρχε έως τότε.

Δεν πρόλαβε να περάσει ένας χρόνος και επισκέπτεται την Ελλάδα ο Pete Livessey ένα από τα πρώτα ονόματα της τότε Βρετανικής σκηνής. Έρχεται στη Βαράσοβα και φυσικά στέκεται κάτω από τη Batman. Είκοσι λεπτά αργότερα, ο Livessey είχε φτάσει επάνω τελείως ελεύθερα, με μία άνεση που σόκαρε. Πίσω του άφησε τους καλύτερους έλληνες αναρριχητές προβληματισμένους. Χρειάζονταν ακόμα πολύ προπόνηση, πολλές ώρες στα βράχια, για να μπορέσουν να κάνουν ελεύθερα αυτά τα σαράντα μέτρα.

Τα χρόνια περνούν και «τα προκλητικά λανιέρ της πρώτης σχοινιάς, μόλις μερικά μέτρα από το δρόμο και η παράλογα λογική της εξέλιξη, είχαν κάνει αυτή τη διαδρομή ένα μικρό ή μεγάλο όνειρο για όσους πέρασαν, την είδαν ή και συχνά προσπάθησαν τα πρώτα μέτρα της, στα πλαίσια κάποιας διασκεδαστικής αθλοπαιδειάς» έγραφε ο Δ. Κορρές, ένας απ’ αυτούς που ονειρεύονταν τη Batman.

Ο Δ. Τιτόπουλος (Τίτο), στην πρώτη σχοινιά, φορώντας ολόσωμο μπωντριέ τελευταίας τεχνολογίας.
Η διαδρομή όπως είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό Ανάβαση τη δεκαετία του 80.

Εκεί στις αρχές του ’80 δύο νέοι αναρριχητές μπαίνουν στο προσκήνιο. Οι Χρ. Αγνόγλου και Δ. Τιτόπουλος, ήταν από τους πολλά υποσχόμενους. Οι δύο τους δούλευαν πολύ, ήταν επίμονοι, είχαν πάθος, θέληση και φιλοδοξίες. Αν και ήταν φίλοι και σχοινοσύντροφοι, πολλές φορές η φιλία τους μετατρεπόταν σε ανταγωνισμό, έναν ανταγωνισμό που τους βοηθούσε να βελτιώνονται όλο και περισσότερο αναρριχητικά. Και ήταν συνηθισμένο να περνάνε κάμποσο καιρό απομακρυσμένοι ο ένας από τον άλλο, έχοντας πάντα κοινά όνειρα. Και το μεγαλύτερο όνειρό τους εκείνο το φθινόπωρο του ’84, ήταν η ελεύθερη επανάληψη της Batman. Μόνο που εκείνο το φθινόπωρο, οι δύο φίλοι περνούσαν μια από τις περιόδους «ψύχρας».

Μέσα σε αυτό το κλίμα, φιλίας και ανταγωνισμού μαζί, το απόγευμα της Παρασκευής 9/11/84 φτάνουν στη Βαράσοβα ο Δ. Τιτόπουλος παρέα με το Γ. Μπουγιούκο, με σκοπό την πολυπόθητη επανάληψη. Αλλά ο Αγνόγλου κάτι έχει ψιλιαστεί και λίγο μετά «σκάει» με το Δ. Κορρέ και το περίφημο Ντεσεβώ του. Όλοι για τη Batman. Μπροστά στον κοινό σκοπό η προσπάθεια θα είναι κοινή. Οι δύο φίλοι (Τιτόπουλος και Αγνόγλου) προσπαθούν σκληρά. Βήμα – βήμα – «πάτα εδώ, πιάσε εκεί» – κατορθώνουν και βγαίνουν στη σπηλιά όπου κάνουν ρελέ. Ως εδώ έχουν κάνει το δυσκολότερο κομμάτι, όμως η έξοδος από τη σπηλιά έχει τη πιο μεγάλη «ψυχολογική» δυσκολία. Ο Αγνόγλου σχεδόν στα τυφλά, πετάει ένα καρύδι που πιάνει καλά στη σχισμή από πάνω, όμως κανείς από τους δυο τους δεν έχει το κουράγιο να συνεχίσει.

Διαβάστε ακόμα:  Ο κεντρικός Πυλώνας του Freney
Ο Τίτο, ζουμάροντας τη δεύτερη μέρα για το πρώτο ρελέ όπου τον περιμένει ήδη ο Αγνόγλου. Σε πρώτο πλάνο το …ιστορικό 2cv του Κορρέ.

Ως εδώ έχουν κάνει ούτε λίγο ούτε πολύ πέντε ώρες. Παράλογοι χρόνοι για έναν αναρριχητή του 2018 ε; Σκεφτείτε το όμως αλλιώς. Πόσες ώρες θα χρειαζόσασταν για να κάνετε 20μ. 8c; Ακόμα σκεφτείτε τα υλικά τους: ολόσωμα μπωντριέ, καρύδια εποχής simond – αυτά χωρίς κούρμπα – που έμπαιναν δύσκολα και παπούτσια που εξωτερικά μοιάζαν κάπως με τα σημερινά, αλλά απείχαν πολύ από αυτό που ονομάζουμε σήμερα «αναρριχητικό παπούτσι». Ο Τιτόπουλος (Τίτο) χρησιμοποιούσε ένα ζευγάρι γαλλικά, μια εταιρία που δεν υπάρχει σήμερα. Η πατέντα τους ήταν η… λάμα στο μπροστινό κομμάτι της σόλας. Δεν καταλάβαινες ούτε που πάταγες ούτε πως.

Ο Τίτι «παλεύει» στη δεύτερη σχοινιά.

Έτσι οι δύο φίλοι κατεβαίνουν αφήνοντας το σχοινί φιξαρισμένο στη σπηλιά. Το πρώτο βήμα είχε γίνει. Το επόμενο πρωί ήταν η σειρά του έμπειρου Κορρέ. Αφού πρώτα προσπάθησε να βγει από τη σπηλιά ο Αγνόγλου χωρίς επιτυχία, ξεκινά ο Κορρές. Μια – δυο κινήσεις, βγαίνει από τη σπηλιά, φτάνει το καρύδι του Αγνόγλου, αυτό κράταγε καλά και κάπως πιο χαλαρά τώρα βγαίνει από πάνω. Στη σπηλιά οι δύο φίλοι αδημονούν, ο κόσμος από κάτω χειροκροτεί. Ο Κορρές φτάνει στο καρφί. Θέλει να φύγει αριστερά. Ο Τίτο δεν τον αφήνει: «ή επάνω ή κατέβα». Ο Κορρές κατεβαίνει. «Χριστόφορε η σειρά σου». Ο Αγνόγλου δεν ξεκινά, αφήνει το Τίτο. Ο Τίτο χωρίς να τραβήξει το σχοινί κάτω, δένεται και εύκολα βγαίνει επάνω, στο σημερινό πρώτο ρελέ. Μένουν άλλα είκοσι μέτρα. Δύσκολα μέτρα, με δύσκολη ασφάλιση, αφού δε χρησιμοποίησε καρφιά, μόνο τα δύο των Γερμανών. Οι κινήσεις αγχώδεις και οριακές, ο Αγνόγλου να πιέζει, πιο πολύ γιατί αυτός δεν μπορούσε να δει, ο κόσμος από κάτω προσπαθούσε να τον σπρώξει προς τα επάνω. Τέσσερις ώρες μετά το ξεκίνημά τους από τη σπηλιά, ο Τίτο εν μέσω επευφημιών βγαίνει στο ρελέ. Η πολυπόθητη επανάληψη έγινε. Οι δύο φίλοι κατεβαίνουν. Είναι και οι δυο, ειδικά ο Τίτο, ράκη σωματικά. Όμως η επανάληψη έγινε. Ο δρόμος για τον αναρριχητικό τους παράδεισο έχει ένα σκαλί λιγότερο πια.

Είκοσι χρόνια μετά….

Οι Χρ. Τσούτσιας (δεξιά) και Νεκ. Σακελαρίου, στο πρώτο ρελέ.

Χρηστάκης: στη Βαράσοβα πήγαινα από μικρός και η Batman ήταν για μένα διαδρομή μύθος. Ήξερα τα πάντα: κινήσεις, rest, δυσκολία, είχα διαβάσει τα πάντα και ότι Φωτό είχε δημοσιευτεί. Έτσι πριν δέκα χρόνια, μαθητής γυμνασίου κατόρθωσα και την επανέλαβα μόνο όμως τη πρώτη σχοινιά – μετά από δύο τρεις μέρες προσπάθεια. Για τη δεύτερη σχοινιά χρειάστηκε να φτάσει το 2000 για να διαπιστώσω ότι και αυτή είναι εξίσου δύσκολη και απαιτητική όσο και η πρώτη. Τώρα πια βέβαια με τα βύσματα έχει χάσει το παλιό της χαρακτήρα – ιδίως η πρώτη σχοινιά – και η άποψή μου είναι ότι τέτοιες ιστορικές διαδρομές πρέπει να παραμένουν αναλλοίωτες και να μην χάνουν το χαρακτήρα τους.

Νεκ: τα πρώιμα αναρριχητικά χρόνια η Batman ήταν ένας στόχος που φάνταζε μάλλον δύσκολος. Φυσικά με το πέρασμα του χρόνου, όπως γίνεται με το σύνολο των πραγμάτων, ειδικά με τον έρωτα, όλα απομυθοποιούνται. Παρόλα αυτά η αισθητική άξια της Batman διατηρείται και πράγματι κάθε φορά που την επαναλαμβάνει κάποιος γίνεται μάρτυρας του γεγονότος αυτού καθώς κοιτώντας με πίκρα και απαξίωση το γκολο που τοποθετήθηκε τα μετέπειτα χρόνια στη στέγη , χρησιμοποιεί το καρυδάκι για να κάνει το πέρασμα και αναδεικνύει έτσι την ομορφιά και τη φήμη της διαδρομής. Απομυθοποίηση αλλά όχι ισοπέδωση.

Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στο ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ Νο36. Χρειάστηκε να επισκευθούμε τη Βαράσοβα για μια επανάληψη και φωτογράφιση στη Batman, με το Χρ. Τσούτσια και Νεκ. Σακελαρίου (μάλιστα είναι η τελευταία φωτογράφιση άρθρου του ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ με αναλογική φωτογραφική μηχανή). Το άρθρο βασίστηκε σε προσωπικές συζητήσεις με τους Δημ. Τιτόπουλο και Δημ. Κορρέ, που πρόσφεραν και τις φωτό αρχείου. Αναδημοσιεύεται εδώ με ελάχιστες αλλαγές.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Μικρός χάζευα την Πάρνηθα από το πατρικό μου με τις ώρες. Ήταν για μένα ένας άγνωστος μαγικός κόσμος που άφηνε ελεύθερη τη φαντασία μου. Μετά από πολλά χρόνια ξεκίνησα το ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ. Κάποιες φορές το μετανοιώνω.