Σκάλες ως τον Ουρανό. Η γέννηση της αναρρίχησης.

0
393
Το Mt Aiguille.

Είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε πότε ακριβώς ξεκίνησε η αναρρίχηση. Ο προϊστορικός άνθρωπος σίγουρα προσπάθησε να σκαρφαλώσει μέχρι ένα βαθμό για να φτάσει μια ιερή κορυφή ή ένα σημείο πλεονεκτικό για το κυνήγι. Και γνωρίζουμε ότι το 128 μ.Χ. ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός ανέβηκε στην κορυφή της Αίτνας, του ηφαιστείου της Σικελίας με την ήπια κλίση και υψόμετρο 3.330 μ., το 14ο αιώνα αρκετοί άνθρωποι (μεταξύ αυτών ο ποιητής Πετράρχης) σκαρφάλωσαν το ήπιο Mont Ventoux στη Γαλλία, με υψόμετρο 1.912 μ., και το 1358 ο Bonifacius Rotarius σκαρφάλωσε το ιταλικό Rocciamelone, με υψόμετρο 3.538 μ. Κανένα από αυτά όμως δεν απαιτούσε ειδικό εξοπλισμό, εύρεση της διαδρομής ή φαινόταν να εμπερικλείει τον κίνδυνο μιας μοιραίας πτώσης.

Στην πραγματικότητα η τεχνική αναρρίχηση ξεκίνησε το 1492, τη χρονιά που ο Κολόμβος έπεσε τυχαία πάνω στην Αμερική. Η εν λόγω ανάβαση αφορούσε ένα φυσικό οχυρό από ασβεστόλιθο στη νοτιοανατολική Γαλλία –το Mont Aiguille (2.085 μ.)– και ήταν ευγενική προσφορά του θαρραλέου Antoine de Ville. Ο de Ville υπηρέτησε ως σύμβουλος και αρχιθαλαμηπόλος του βασιλιά Λουδοβίκου ΙΑ´ και του γιου του βασιλιά, Καρόλου Η´, από το 1479 ως το 1498. Η αναρριχητική διαδρομή του de Ville έμεινε ανεπανάληπτη για 342 χρόνια.

Το Aiguille (η γαλλική λέξη για τη «βελόνα») είναι ένα όμορφο, απομονωμένο βουνό ανάμεσα στις οροσειρές Chartreuse, Vercors και Belledonne, γύρω στα 36 μίλια νότια της Grenoble. Το Aiguille και ο γείτονάς του το Vercors είναι κυρίως ασβεστόλιθος, ένας συμπαγής, εντυπωσιακός βράχος. Καθώς υψώνεται πάνω από τους γεμάτους λεβάντα αγρούς του Chichillianee, το Aiguille είναι επίσης έντονα απόκρημνο – από το Μεσαίωνα έχει το λατινικό όνομα Supereminet Inviu, που σημαίνει «στέκεται απροσπέλαστο». Αυτό άλλαξε αργότερα σε Mont Inaccessible (Απροσπέλαστο Όρος), ένα κατάλληλο παρωνύμιο για μια κορφή που θεωρείται ευρέως η «καρδιά» των γαλλικών Άλπεων.

Το Aiguille, ακριβώς στη διασταύρωση δύο τεκτονικών ρηγμάτων, υποφέρει επίσης από περιστασιακές γεωλογικές εξάρσεις: το 18ο αιώνα μια κατολίσθηση έσβησε σχεδόν από το βουνό τη γραμμή που είχε σκαρφαλώσει ο de Ville το 1492, κι ύστερα λεγόταν ότι έμοιαζε με «αναποδογυρισμένη πυραμίδα». Σήμερα το Aiguille είναι ένα κλασικό butte témoin, με μια σχεδόν τέλεια ορθογώνια κορυφή. Από αναρριχητικής άποψης προσφέρει επιλογές, με σχισμές, καμινάδες, πλάκες και τραβέρσες. Το Aiguille έχει μεγάλη επισκεψιμότητα, που φτάνει και τους 100 αναρριχητές την ημέρα το καλοκαίρι.

Ο DE VILLE ΞΕΚΙΝΗΣΕ τη στρατιωτική του καριέρα ως δεσποτικός σημαιοφόρος στρατιωτικής μονάδας το 1477 στη μάχη του Νανσί, την τελική μάχη των Βουργουνδιανών Πολέμων. Σ’ αυτήν ο Δούκας της Λορένης παρατήρησε κι επιβράβευσε τον ηρωισμό του de Ville χαρίζοντάς του τη γη του Saint Nabord-Longuet στη Λορένη. Τον έστειλε επίσης να εργαστεί για το βασιλιά Λουδοβίκο ΙΑ´, στη διάρκεια της βασιλείας του οποίου ο de Ville καθιερώθηκε ως ένας από τους ισχυρότερους ηγέτες του γαλλικού στρατού. Ο Λουδοβίκος ΙΑ´ με τη σειρά του τον διόρισε σύμβουλο και ηγέτη του κάστρου του Montélimar (μια μικρή πόλη στην περιοχή Rhone-Alps), τίτλοι τους οποίους διατήρησε ως τη βασιλεία του Καρόλου Η´.

Τα περισσότερα βιβλία ιστορίας παραλείπουν τη γαλλική αντιβασιλεία του 15ου αιώνα (η αντιπολίτευση είναι ο Χριστόφορος Κολόμβος και ο Ιωάννης Γουτεμβέργιος). Όμως η βασιλεία του Καρόλου Η´ είναι ιδιαίτερα σημαντική για την ιστορία της αναρρίχησης: ενώ διερχόταν από την Grenoble το 1490, εντόπισε το Inaccessible και, πραγματικά εντυπωσιασμένος, ζήτησε από τον de Ville να ανέβει στην κορυφή του, με πρόθεση πιθανόν να περιφράξει με αυτό το βασίλειό του (αφού το «Inaccessible» δεν είχε διεκδικηθεί ακόμα ως τμήμα της Γαλλίας). Ως πρεσβύτερο μέλος της αυλής του Καρόλου, ο de Ville ανέλαβε εξ ολοκλήρου το σχεδιασμό της ανάβασης. Οι ιστορικοί της ορειβασίας αμφιβάλλουν για το αν ζητήθηκε από τον de Ville να φτάσει στην κορυφή ή απλώς διατάχτηκε να το κάνει. Η κοινή συναίνεση, που διατυπώθηκε πρώτη φορά από τον M. Renaudie στο άρθρο του «Mont Aiguille in the Dauphnine», το οποίο δημοσιεύτηκε στο La Pensee Universelle, είναι ότι ο de Ville ανέλαβε το εγχείρημα οικειοθελώς. Αυτό υποστηρίζεται από τη λογοτεχνία, όπου συγκεκριμένα ο de Ville φέρεται να δηλώνει αυτοπροσώπως ότι ήταν «επιθυμία του ηγεμόνα» να κάνει την κορυφή και όχι «μια διαταγή του ηγεμόνα».

Το πρώτο κώλυμα του de Ville ήταν ότι δεν υπήρχε ακόμα αναρριχητικός εξοπλισμός. Είναι αλήθεια ότι οι ενδείξεις για χρήση σκαλών και σχοινιού (για έλξη και ύφανση) χρονολογούνται πίσω στη Μεσολιθική Εποχή. Οι Ρωμαίοι κατασκεύασαν κραμπόν και πολύ πιθανόν εξειδικευμένες μπότες για τη διάσχιση παγετωνικών πεδίων ήδη από το 200 μ.Χ. Και οι προϊστορικοί ιθαγενείς της Αμερικής έσκαβαν τρύπες για στύλους και σκάλιζαν σκαλοπάτια για να φτάσουν στις επίπεδες κορυφές των νοτιοδυτικών ΗΠΑ και στις κατοικίες τους σε απόκρημνες πλαγιές ήδη από το 1300. Όμως ο de Ville δεν κατείχε πιθανόν τέτοιες τεχνικές. Εκείνος και η ομάδα του έπρεπε να στηριχτούν, αντ’ αυτού, στην επινοητικότητα και τα εργαλεία της εποχής – δηλαδή τις σκάλες και το στήσιμο σκαλωσιών.

O βασιλιάς Κάρολος Η´, ο οποίος ανέθεσε στον de Ville να αξιώσει το «Απροσπέλαστο όρος» για τη Γαλλία.

Σύμφωνα με την Ακαδημία του Στανισλάς, μια οργάνωση αφοσιωμένη στην προώθηση του γαλλικού πνεύματος, ένα από τα μέλη της ομάδας ήταν ο Pierre Arnaud, σπουδαίος ξυλουργός του Montélimar, τον οποίο επέλεξε ο de Ville για να κατασκευάσει τα πάντα, από τα καταλύματα μέχρι τα θρησκευτικά σύμβολα πάνω στην κορφή (που θα σηματοδοτούσαν την ανάβαση). Ο Arnaud θα ήταν επίσης ιδιαίτερα χρήσιμος στην κατασκευή σκαλών οι οποίες θα περιλαμβάνονταν στη «διαδρομή» συνδέοντας το ένα πατάρι με το επόμενο. Επειδή αυτό το σύστημα ήταν στις δόξες του εκείνη την εποχή στην πολιορκία των κάστρων και οι κατασκευαστές σκαλών ήταν αξιοσέβαστοι τεχνίτες, ο de Ville πρόσθεσε στην ομάδα και τον «σκαλοποιό» του βασιλιά, Reynaud Jubie.

Πρόσθεσε επίσης το δεξί του χέρι, Guillaume Sauvage, και τουλάχιστον τρία μέλη του κλήρου: τον Sebastien de Carrecte, καθηγητή της θεολογίας και ιεροκήρυκα, τον Cathelin Server, λιθοδόμο της εκκλησίας του Saint Croix, και τον Francois de Bosco, ένα διαχειριστή πόρων που προορίζονταν για φιλανθρωπικούς σκοπούς. (Οι ντόπιοι μιλούσαν για οπτασίες στην κορυφή και οι ιερείς βρίσκονταν εκεί για να αποτρέπουν τις υπερφυσικές παρεμβολές.) Αναφέρεται ένα ακόμα μέλος της ομάδας, ο Jean Lobret, όμως δεν γνωρίζουμε το δικό του επάγγελμα. Στις 28 Ιουνίου 1492, την ημέρα κορυφής, τουλάχιστον 10 άτομα συνόδευαν τον de Ville, πολύ πιθανόν άντρες που τελούσαν υπό τις στρατιωτικές του διαταγές και χρησιμοποιούνταν ως μεταφορείς.

Ο σχεδιασμός της ανάβασης διήρκεσε γύρω στον ενάμιση χρόνο, στη διάρκεια του οποίου ο De Ville ταξίδεψε αρκετές φορές τα 86 μίλια μεταξύ Grenoble και Montélimar. Στις 26 Ιουνίου 1492 η ομάδα ξεκίνησε την ανάβασή της – κατά τα λεγόμενα του de Ville «η πιο φρικτή και τρομακτική διαδρομή που είχαν δει ποτέ εκείνος και τα μέλη της ομάδας του». Μόνο με την επιστράτευση «περίπλοκων κι έξυπνων μέσων και μηχανισμών» κατάφερναν να προχωρούν.
Μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε όσον αφορά τα «περίπλοκα κι έξυπνα μέσα και μηχανισμούς», αν και η πιο ισχυρή υπόθεση είναι οι πολιορκητικοί κριοί (εξειδικευμένες μεσαιωνικές κατασκευές, οι πολιορκητικοί κριοί προστάτευαν τους επιτιθέμενους στο εσωτερικοί τους καθώς προσέγγιζαν το κάστρο του εχθρού και λειτουργούσαν ως σκαλωσιά μέσω της οποίας σκαρφάλωναν πάνω στα τείχη). Ο de Ville πραγματοποιούσε μάλλον τη διαδρομή του λίγο-πολύ όπως το κάνουμε σήμερα – με στάσεις, ξεκουράσεις κι εκτιμήσεις. Το Aiguille ήταν σχετικά κάθετο, με σφηνωμένους βράχους, πλάκες και καμινάδες να διανθίζουν το πιο απότομο τμήμα του. Ο de Ville μπορεί να έβρισκε ένα πατάρι στο οποίο ανέβαινε ίσως με εύκολη αναρρίχηση ή στήνοντας μια σκάλα. Η ομάδα μπορεί να τραβέρσαρε επίσης αρκετά, αναζητώντας ένα σημείο που να ενώνεται με κάποιο επόμενο πατάρι και/ή υποχωρώντας από τα αδιέξοδα.

Αναρριχητές στη Voie Normale (5.8) κινούμενοι σε σαθρό πεδίο δυσκολίας III/IV, όπως ίσως το βρήκε ο de Ville.

Σύμφωνα με τον de Ville, η ομάδα σκαρφάλωνε «μισή λίγκα μέσω σκάλας και μισή με κάποιον άλλο τρόπο» (οι ιστορικοί εκτιμούν ότι μια λίγκα του 15ου αιώνα είναι 2,5 περίπου μίλια). Τη μια μέρα κατασκεύαζαν σκάλες που κάλυπταν τη μισή απόσταση, είτε φιξάροντάς τες με άγκιστρα είτε εισχωρώντας τα άγκιστρα μέσα στο βράχο, περίπου σαν καρφιά (ίσως και τα πρώτα υλικά που χρησιμοποιούνταν ως καρφιά από κει και στο εξής). Ύστερα από ένα bivouac η ομάδα περνούσε την επόμενη μέρα κατασκευάζοντας και τοποθετώντας σκάλες και στο υπόλοιπο τμήμα της διαδρομής. Εκείνη την ημέρα προχωρούσε ολόκληρη η ομάδα, εκτός από έναν: τον Sauvage, o οποίος παρέμενε στο τέλος της πρώτης σχοινιάς για να τηλεγραφήσει την επιτυχία τους στους θεατές από κάτω. Το μόνο ερώτημα που απομένει είναι πώς οι αναρριχητές σήκωναν τις βαριές/προκατασκευασμένες σκάλες. Το πιο λογικό είναι ότι χρησιμοποιούσαν τροχαλίες, οι οποίες υπήρχαν εδώ και περίπου 3.000 χρόνια.
Στις 27 Ιουνίου 1492 η ομάδα κορυφής, σύμφωνα με τον de Ville, ανακάλυψε ένα κοπάδι αγριόγιδα που ζούσαν στο λιβάδι ενός πλατό διαστάσεων περίπου «μία λίγκα σε περίμετρο, ένα τέταρτο της λίγκας σε μήκος και περίπου 200 γιάρδες σε πλάτος». Στην κορυφή ανέγειραν τρεις ογκώδεις σταυρούς κι ένα μικρό καταφύγιο. Στο μεταξύ ο de Ville ονόμασε το βουνό Aiguille, το ευλόγησε και το αφιέρωσε στο «le peuple du pays» – στο λαό της υπαίθρου.

Διαβάστε ακόμα:  Μετέωρα, διαδρομή Αρχιμήδης. Η σκοτεινή σχισμή του πόθου.

Τώρα ο de Ville και οι άλλοι έπρεπε να μείνουν στην κορυφή μέχρι να επιβεβαιωθεί η ανάβασή τους. Έτσι ο Sauvage διαβίβασε ένα μήνυμα στη βουλή της Grenoble, ζητώντας να επικυρωθεί από μάρτυρες η ανάβαση από την ομάδα «στο πιο όμορφο μέρος» που είχε επισκεφτεί ποτέ ο de Ville. Προειδοποίησε τον πρόεδρο της βουλής για τον τρόμο που βίωσαν κατά την ανάβαση και, υποψιαζόμενος ότι οι εθελοντές θα ήταν ελάχιστοι, εξασφάλισε πλούσια βασιλική ανταμοιβή.

Στις 29 Ιουνίου 1492 ο Yve Levy, κλητήρας της Βουλής, στάλθηκε στο Inaccessible, όπου επιβεβαίωσε την ύπαρξη σκαλών πάνω στο βράχο «από τις οποίες μπορούσε κανείς να ξεκινήσει μια ανάβαση», τις σκάλες και την ομάδα του de Ville πάνω στην κορυφή. Ο Levy επέστρεψε τα ευρήματά του στις 5 Ιουλίου χωρίς να έχει σκαρφαλώσει το «ακατόρθωτο» βουνό. Οι ορειβάτες παρέμειναν στο Inaccessible για 8 μέρες, στη διάρκεια των οποίων ένας χωρικός ανέβηκε το σύστημα των σκαλών για να τους προσφέρει αρκετούς λευκούς, μαύρους και γκρίζους λαγούς. Ένας άλλος επισκέπτης της κορυφής ήταν ο φροντιστής του κάστρου Clelles, ο Guigues de la Tour, συνοδευόμενος από τουλάχιστον δύο άλλους.
Ο Pierre Liotard, ένας άλλος αξιωματικός, και οκτώ από τους άντρες του ανέβηκαν επίσης στην κορυφή κι επιβεβαίωσαν την παρουσία του de Ville. Ο de Bosco ενίσχυσε την αξιοπιστία καταγράφοντας ακόμα περισσότερες λεπτομέρειες: το κτίσμα που είχε ανεγερθεί, την πληθώρα λαγών και τους τεράστιους σταυρούς που ήταν ορατοί από την πλησιέστερη πόλη. Στην πανίδα της κορυφής ανήκαν μεταξύ άλλων κόκκινα, γκρίζα και μαύρα γεράκια, παρατήρησε ο de Bosco, καθώς και κοράκια με κόκκινα πόδια. Η χλωρίδα περιλάμβανε κρινάκια και άλλα λουλούδια με έξοχα χρώματα και αρώματα. O de Bosco διατύπωσε την άποψη ότι το βουνό θα ήταν «πιο τρομερό κατά την κατάβαση παρά κατά την ανάβαση» κι έκλεισε την επιστολή του επιβεβαιώνοντας ότι όλοι ήταν «παρόντες όταν έλαβαν χώρα τα προαναφερθέντα γεγονότα, ότι τους είδαν και τους άκουσαν και ότι έτρωγαν, έπιναν και κοιμούνταν στο βουνό».

Η αντίδραση του βασιλιά Καρόλου Η´ παραμένει άγνωστη. Δεκαοκτώ μήνες αργότερα έγιναν οι Ιταλικοί Πόλεμοι, κι ο de Ville ήταν ένας από τους πιο ισχυρούς αξιωματικούς του Καρόλου. Πράγματι, η μάχη της Romagna τον βρήκε να πολεμά υπό τις διαταγές του Καρόλου Η´ για την ενίσχυση του Δούκα του Μιλάνου, Ludovico Sforza.

Το Mont Aiguille (2.085 μ.). Διακρίνεται το πλατώ της κορυφής, όπου ο De Ville έμεινε οκτώ ημέρες.

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΑΝΑΒΑΣΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΩΣ ήταν η ανάβαση από τον Conrad Gessner στο Pilatus (Ελβετία) το 1555. Ωστόσο δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι ο Gessner γνώριζε αναρριχητικές τεχνικές κι εξοπλισμό, πόσο μάλλον για την κατάκτηση του Aiguille – αν και παράξενο, εφόσον η δική του ανάβαση έγινε μόλις 250 μίλια από κει.
Το ίδιο ίσχυε και για τους ακούραστους Jacques Balmat, Michel Paccard και Horace Benedict de Saussure. Μεταξύ 1783 και 1787 το τρίο πραγματοποίησε πολλαπλές απόπειρες και τελικά κατάφερε να ανέβει στην κορυφή του Mont Blanc (o Pacard έκανε κορφή το 1786 και ο de Saussure το 1787). Σύμφωνα με το Du glacier du mont-blanc au glacier des bossons, του Christian Mollier, ο ομάδα κορυφής εξοπλίστηκε με ορειβατικά ραβδιά, παγόσφηνες, σόλες με καρφιά και γκέτες. Ωστόσο δεν υπάρχει ένδειξη ότι έμαθαν γι’ αυτές τις τεχνικές από παλαιότερους ορειβάτες. Πράγματι, παρά τις αναβάσεις στο Aiguille και το Mont Blanc, η χρήση ορειβατικού εξοπλισμού χάνεται στο σκοτάδι μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, όταν ένα πλήθος από τεχνικούς αναρριχητές ξεπήδησε από την ξυλουργική: άνθρωποι όπως ο William Coolidge εξερεύνησαν σχεδόν 1700 κορφές των Άλπεων, ο Aleister Crowley άρχισε να πηγαίνει ως οδηγός στο Κ2 και ο Edward Whymper εξερεύνησε το Matterhorn, τη Γροιλανδία και τη Νότια Αμερική.

Το 18ο αιώνα μια κατολίσθηση εξαφάνισε εντελώς το τμήμα του βουνού που η Ομοσπονδία των Γαλλικών Ορειβατικών Συνδέσμων πιστεύει ότι ήταν η αρχή της διαδρομής του de Ville. Ωστόσο αξίζει να κάνει κανείς υποθέσεις για τη μορφή του βουνού το 1492. Παρόλο που ο de Ville υπέθετε ότι τα αγριόγιδα δεν θα μπορούσαν ποτέ να ξεφύγουν από την κορυφή, αυτή ήταν πιο εύκολα προσβάσιμη από ό,τι αναφερόταν, αφού αυτά τα ενδημικά των Άλπεων ζώα μάλλον ανεβοκατέβαιναν. Ο συγγραφέας της Αναγέννησης Francois Rabelais περιέγραψε το βουνό (και την ανάβαση του de Ville) στο βιβλίο του Le Quart Livre το 1552 χρησιμοποιώντας τη λέξη potiron, από τα αρχαία γαλλικά, που σημαίνει μανιτάρι. (Το 1701 η εικόνα ενός μανιταρόσχημου βράχου εμφανίστηκε ξανά στην έκδοση «The Seven Wonders of Dauphine» του Ιησουιτικού Κολεγίου της Grenoble, η οποία περιέγραφε το Mont Aiguille ως αναποδογυρισμένη πυραμίδα.)

Στα μέσα του 19ου αιώνα το δημοσιευμένο σχήμα του Aiguille μεταβλήθηκε και το 1840 (πιθανόν μετά από κατολισθήσεις) το Musee des Familles, μια διάσημη διετής έκδοση, απεικόνιζε το βουνό ως έκκεντρο κύπελλο με μακρύ πόδι. Με βάση αυτές τις περιγραφές, αυτό που σκαρφάλωσε ο de Ville το 1492 μπορεί να έμοιαζε με έναν αρνητικό βράχινο πυλώνα με κλίση 45 μοιρών, τουλάχιστον από μια γωνία. Και παρόλο που μπορεί να μοιάζει τραβηγμένη η άποψη ότι οι σκάλες αρκούσαν για να ξεπεράσουν τέτοια αρνητικά, ίσως ο de Ville και η ομάδα του να τις χρησιμοποίησαν για να παρακάμψουν τα χαμηλότερα τμήματα της ορθοπλαγιάς και να φτάσουν ευκολότερα παραπάνω.

Κανείς δεν αποτόλμησε τις ορθοπλαγιές του Aiguille για 342 χρόνια μετά το θάνατο του de Ville. Ύστερα, το 1834, ο Jean Liotard (δεν είναι γνωστό αν σχετιζόταν με τον Pierre) έφτασε στην κορφή από τη βόρεια πλευρά του –είχε αποπειραθεί αρχικά να σκαρφαλώσει τη δυτική πλευρά της κορφής– χρησιμοποιώντας σχοινιά, σκάλες, σφυρί, παπούτσια με καρφιά (τα οποία εγκατέλειψε λίγο μετά το ξεκίνημα) και το γιλέκο του για να πιάνει κοφτερούς βράχους. Όταν έκανε κορυφή, ο Liotard βρήκε τα συντρίμμια ενός παλιού πέτρινου τοίχου και «τα σημάδια ενός σφυριού, σαν να είχε γίνει κάποιο… πελέκημα του βράχου», πιθανόν έργο του λιθοδόμου του de Ville. Ωστόσο δεν υπήρχαν αγριόγιδα. Για επιβεβαίωση ο Liotard άρχισε να πετά κάτω πέτρες μέχρι που τον αναγνώρισαν οι χωρικοί της περιοχής.

Τα τεκμήρια που σώζονται από τις αναβάσεις των de Ville και Liotard παραμένουν στην Grenoble. Το 1878 το French Alpine Club ασφάλισε ό,τι απέμενε από τη διαδρομή που θεωρείται ότι έκανε ο de Ville με συρματόσχοινο και καρφιά και την ανανέωσε το 1930 (οι κατολισθήσεις έχουν έκτοτε καταστρέψει ένα μέρος των συρματόσχοινων). Το 1933 τοποθέτησε στο Aiguille μια μπρούντζινη πλακέτα στην οποία αναγραφόταν στα λατινικά: «Το έτος MCDXCII o Antoine de Ville, ηγέτης του Montélimar, εγκαινίασε τη σύγχρονη ορειβασία με επτά συντρόφους κατά παραγγελία του Βασιλιά Καρόλου Η´, την πρώτη ανάβαση του βουνού που ήταν γνωστό τότε ως Απροσπέλαστο».

Τα λουλούδια που περιέγραψε ο Bosco στολίζουν ακόμα την κορυφή, ανάμεσά τους κίτρινες τουλίπες, ορχιδέες κι εκείνα τα κρινάκια. Και τον Ιούνιο-Ιούλιο του 1992 η περιοχή της Dauphine μνημόνευσε την 500ή ανάβαση του de Ville με έναν πίνακα δεοντολογίας, μια νέα διαδρομή –την 500ή– και μια ξεχωριστή διαδρομή για άτομα με σωματικές αναπηρίες.

Mont Aiguille

Πρόσβαση: Από την Grenoble κατευθυνθείτε νότια στον Α480 ως τον Α51 με κατεύθυνση το Sisteron. Παίρνετε τον Ε712 προς Clelles, βγαίνετε στο D7 προς Chichillianne, κι ύστερα στρίβετε δεξιά μετά από περίπου 2,5 χιλιόμετρα στα Richardiere και Donniere. Κατευθυνθείτε δυτικά μέχρι να φτάσετε στο τέλος του δρόμου και στην εξοχή του Richardière – την αρχή του μονοπατιού. (Οι τοπικές αρχές δεν επιτρέπουν εδώ την κατασκήνωση, καθώς ακριβώς εκεί ρέει το πόσιμο νερό της περιοχής. Πρόστιμα αναμένουν όσουν δεν συμμορφωθούν.)

Σύγχρονες διαδρομές: Αυτό το σημείο πρόσβασης οδηγεί σε 12 διαδρομές του Secteur Richardière, με δυσκολία που ποικίλλει από 5.8 (Voie Normale) ως 5.12d (Etat d’áme).
Σας προτείνουμε πέντε:

  1. Voie Normale (V+): Συνδυάζοντας καμινάδες, πλάκες και συνεχές συρματόσχοινο, είναι η πιο δημοφιλής (πιο πολυσύχναστη) διαδρομή του Mont Aiguille.
  2. Pilier Sur (6a): Μια κλασική του Aiguille, η οποία σκαρφαλώθηκε πρώτα από τον Serge A. Cornaz Coupe τον Ιούνιο του 1952. Ακολουθεί κάποιες πλάκες που κλίνουν προς τα δεξιά ως ένα μικρό αρνητικό και μερικά μικρά τμήματα με πλάκες που ελίσσονται δεξιά-αριστερά, τελειώνοντας με ένα μικρό δίεδρο και αρνητικό.
  3. Voie des Etudiants (6b+): Ξεκινώντας με ένα απειλητικό δίεδρο, αυτή η αγαπημένη των ντόπιων διαδρομή κλιμακώνεται σε μια σχισμή και καμινάδα πριν από το μικρό αρνητικό και την εύκολη κορφή
  4. Voie du 500 ème anniversaire (η 500ή, 6b+/6c): Ο διάσημος Γάλλος οδηγός βουνού Alain Rebreyend άνοιξε αυτή τη διαδρομή, η οποία ξεκινά με διεδρικές σχισμές που ακολουθούνται από αρνητικό τοίχο και χορταριασμένες πλάκες.
  5. Etat d’âme (7b): Η πιο δύσκολη διαδρομή του Aiguille, που ξεκινά με ένα ελαφρύ αρνητικό. Από πάνω, μια σχισμή που φαρδαίνει σταδιακά οδηγεί σε απαιτητικές καμινάδες και σαθρό βράχο.

Οι συντεταγμένες του Aiguille στο GPS:
Γεωγραφικό Μήκος – 5° 33´ 11.7´´ Α
Γεωγραφικό Πλάτος – 44° 50´ 31.27´´ Β

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Οι εκδόσεις ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ξεκίνησαν την άνοιξη του 98 με την έκδοση του πρώτου ομώνυμου τεύχους. Από τότε έχουν εκδοθεί 73 τεύχη, 8 τίτλοι βιλίων με ανάλογο περιεχόμενο και συνεχίζουμε...