Εργασία στο Ανεβαίνοντας|Σύνδεση|Επικοινωνία|Όροι Χρήσης|RSSrss
Greek English
K2: Η μεγαλύτερη αποτυχία του Walter Bonatti
Σάββατο 23/01/16 12:28
open1Ο Walter Bonatti προσπάθησε πριν μισό αιώνα να ανέβει το Κ2. Απέτυχε, αλλά τα γεγονότα που συνέβησαν έμειναν βαθιά χαραγμένα στην ψυχή του. Μέχρι σήμερα αγωνίζεται να αλλάξει την ιστορία*. 

50 ολόκληρα χρόνια έχουν περάσει από την πρώτη επιτυχημένη ανάβαση στην κορυφή του Κ2. Μέσα σ’ αυτό το διάστημα, το φοβερό βουνό έγινε μάρτυρας δεκάδων  προσπαθειών, πολύ συχνά όμως με τραγικό τέλος. Φέτος, αρκετές αποστολές συνωστίζονται στην κατασκήνωση βάσης του, με την ευκαιρία της επετείου και διεκδικούν λίγα λεπτά στην πολυπόθητη κορυφή. Τρεις Κορεάτες ήδη αγνοούνται….
  

30 Απριλίου 1954. Ένας μικρός στρατός από 500 βαστάζους Balti, 13 βαστάζους υψομέτρου Hunza και 12 Ιταλούς αναρριχητές, φεύγει από την πακιστανική πόλη Skardu, κουβαλώντας πάνω από 14 τόνους εξοπλισμού και προμηθειών. Τη φιλόδοξη αυτή αποστολή υποστηρίζει η ιταλική ομοσπονδία, η γνωστή C.A.I., και τη διευθύνει ένας καθηγητής γεωλογίας ονόματι Ardito Desio. Την προηγούμενη χρονιά, ο ίδιος και ο Riccardo Cassin, είχαν επισκεφθεί την περιοχή για αναγνώριση και είχαν φτάσει μέχρι την αρχή της κόψης Abruzzi. Είναι η εποχή που όλες οι μεγάλες δυνάμεις του αλπινισμού ανταγωνίζονται για την κατάκτηση των ψηλότερων κορυφών των Ιμαλαΐων. Οι Γάλλοι έχουν ήδη πατήσει την πρώτη «οχτάρα», με την ανάβασή τους το 1950 στην Annapurna, ενώ το Everest πέφτει το ’53 στους Βρετανούς και οι Γερμανοί, επίσης την ίδια χρονιά, γεύονται την πύρρειο νίκη τους στο Nanga Parbat. Για την Ιταλία, που ακόμα μαζεύει τα κομμάτια της από την καταστροφή του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να ανακτήσει την εθνική της υπερηφάνεια.    

Η ατυχία χτυπάει νωρίς την ιταλική ομάδα όταν ο Mario Puchoz, από το Courmayeur, παθαίνει αρχικά λαρυγγίτιδα και ο βήχας υψομέτρου εξελίσσεται γρήγορα σε πνευμονία. Παρά την ισχυρή αντιβίωση ο θάνατός του δεν αργεί να έρθει. Ήταν ο έκτος άνθρωπος που πέθαινε στο Κ2. Παρόλα αυτά οι Ιταλοί αποφασίζουν να συνεχίσουν την προσπάθειά τους και μετά από αρκετές ημέρες πάνω στο βουνό, φτάνουν αρκετά κοντά στο στόχο τους. Στις 30 Ιουλίου ολόκληρη η αποστολή κρέμεται από μια κλωστή. Εφτά ορειβάτες βρίσκονται στο Camp 8, στα 7.600 μέτρα, μα μόνο οι τέσσερις από αυτούς είναι σε θέση να συνεχίσουν. Ο Desio, μέσω ασυρμάτου, επιλέγει μια ομάδα κορυφής αποτελούμενη από τους Achille Compagnoni (40), και Lino Lacedelli (29) και αποφασίζει το στήσιμο μιας τελευταίας κατασκήνωσης στα 7.900 μ., μόλις 700 μέτρα κάτω από την κορυφή. Στο μεταξύ, το νεότερο μέλος της αποστολής, ο 24χρονος Walter Bonatti και ο Hunza ονόματι Mahdi (40), έπρεπε να κατέβουν μέχρι το Camp 7, να πάρουν δύο συσκευές οξυγόνου και να τις κουβαλήσουν μέχρι το Camp 9, όπου θα ήταν οι Compagnoni και Lacedelli. Οι συσκευές τότε ήταν ιδιαίτερα βαριές, αλλά ο Desio πίστευε ότι ήταν απαραίτητες για την επιτυχία της αποστολής.

Το ίδιο βράδυ, ο Bonatti και ο Mahdi φτάνουν στο προβλεπόμενο για το Camp 9 σημείο, αλλά οι δύο συνορειβάτες τους είναι άφαντοι. Ξαφνικά ακούν την ήρεμη φωνή του Lacedelli, που τους προτρέπει να ακολουθήσουν τα βήματα προς τα πάνω. Έτσι, αρχίζουν να ανηφορίζουν μέσα στο σκοτάδι που έπεφτε. Μερικές ώρες αργότερα το ηθικό του Mahdi κάμπτεται σιγά σιγά. Σύντομα αρχίζει να λέει ασυναρτησίες και το βήμα του γίνεται ασταθές. Φοβούμενος ότι ο Mahdi μπορεί να γλιστρήσει και να φύγει στο κενό, ο νεαρός Walter καλεί σε βοήθεια, ελπίζοντας ότι η σκηνή των συντρόφων του είναι κοντά.

Το τι πραγματικά έγινε στη συνέχεια είναι ακόμα και σήμερα θέμα έντονης διαφωνίας. «Ο Mahdi κι εγώ μείναμε σε μια απότομη παγωμένη πλαγιά, περίπου 100 μέτρα μακριά από τους δύο συντρόφους μας, τους οποίους δε μπορούσαμε να δούμε και το μόνο που έκαναν ήταν να μας φωνάζουν: “Αφήστε τις φιάλες εκεί και κατεβείτε κάτω!”», θα γράψει ο Bonatti αργότερα. Οι Compagnoni και Lacedelli λένε ότι μέσα στο σκοτάδι και τη σύγχυση κατάλαβαν ότι οι δυο συνορειβάτες τους είχαν κατέβει. «Ήταν μια παρεξήγηση, ο βόρειος άνεμος έπαιρνε μακριά τα λόγια τους», είπε ο Compagnoni.

Έτσι, ο Walter και ο τρομοκρατημένος Hunza αναγκάζονται σε ένα από τα ψηλότερα ανοιχτά μπίβουακ που είχαν επιχειρηθεί μέχρι τότε, σε ένα πατάρι ενός μέτρου στα 8.100 και με χιονοθύελλα κατά τη διάρκεια της νύχτας. Μισοπαγωμένοι και εξαντλημένοι, οι δύο άντρες ξεκινούν την κατάβαση με το πρώτο φως, αφήνοντας πίσω τους τις φιάλες οξυγόνου. Ο Mahdi, που ήταν ο ίδιος βαστάζος υψομέτρου ο οποίος κουβάλησε τον λαβωμένο από κρυοπαγήματα Hermann Buhl, ένα χρόνο πριν στο Nanga Parbat, έχασε τελικά αρκετά δάχτυλα στα χέρια και τα μισά από κάθε πόδι, και δε σκαρφάλωσε ποτέ ξανά. Ως εκ θαύματος ο Bonatti γύρισε σώος και αβλαβής, σωματικά τουλάχιστον.

italiaK2 aΤην επομένη, στις 6 μ.μ., οι Compagnoni και Lacedelli καρφώνουν τελικά την ιταλική σημαία στα 8.611 μ., στην κορυφή του Κ2. Κατά τα λεγόμενά τους, δύο ώρες νωρίτερα τους είχε τελειώσει το οξυγόνο και ήταν έτοιμοι να εγκαταλείψουν την προσπάθεια, αλλά επιστρατεύοντας τις τελευταίες του δυνάμεις συνέχισαν, μια στιγμή που αποτυπώνεται στην Ιταλία ως η πλέον ηρωική ολόκληρης της αποστολής. Όταν επιστρέφουν στο Camp 8, ο Bonatti απλώς συμμετέχει στους πανηγυρισμούς των υπόλοιπων ορειβατών. «Εκείνη τη στιγμή και μόνο για εκείνη, ανάγκασα τον εαυτό μου να ξεχάσει όλη την υπόλοιπη πραγματικότητα.», θα γράψει εφτά χρόνια αργότερα. «Αλλά το να σβήσω μια εμπειρία όπως αυτή, εντελώς από το μυαλό μου, θα ήταν άδικο. Πράγματι, τέτοια γεγονότα αφήνουν ανεξίτηλα τα σημάδια τους στο μυαλό ενός νέου και δυστυχώς παίζουν καταστροφικό ρόλο στις αδιαμόρφωτες, ακόμα, ηθικές του αξίες.»

Ο Βonatti δεν το ήξερε, αλλά η εμπειρία που είχε στο Κ2 μόλις ξεκινούσε. Το τραυματικό μπίβουακ ή όπως ο ίδιος το αποκάλεσε αργότερα η «αποτυχημένη ανθρωποκτονία», ήταν απλώς ο πρόλογος της Οδύσσειας που τον περίμενε στη συνέχεια και θα διαμόρφωνε όχι μόνο τον ίδιο, αλλά πιθανόν και το σύγχρονο αλπινισμό.

Τα παιδικά χρόνια του Bonatti δεν ήταν ότι καλύτερο. Η επιχείρηση του πατέρα του έπεσε έξω τη δεκαετία του ’30, όταν αυτός αρνήθηκε να γίνει μέλος στο φασιστικό κόμμα. Από τότε η οικονομική δυσπραγία έκανε τη ζωή της οικογένειας αρκετά δύσκολη και τα εφηβικά χρόνια του Walter χαρακτηρίστηκαν από φτώχεια, πείνα και όλες τις άλλες τραγικές συνέπειες του πολέμου. Στα 15 του (το 1945 δηλαδή), είχε να αντιμετωπίσει τη ζωή σε μια κατεστραμμένη χώρα, χωρίς αξίες και προοπτικές. Όταν αργότερα έγινε οδηγός βουνού στο Courmayeur (στα 22), είχε να αντιμετωπίσει την αντιπάθεια και πολλές φορές εχθρότητα της κλειστής τοπικής κοινωνίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της αντιμετώπισης που είχε είναι όταν, σ’ ένα πάρτυ που έκανε για να γιορτάσει μια πρώτη του ανάβαση, βρήκε και τα τέσσερα λάστιχα του αυτοκινήτου του σκασμένα. Τίποτα δεν ερχόταν εύκολα για το Bonatti, πάντα έπρεπε να έρχεται αντιμέτωπος με το κατεστημένο.

Ένα μέλος της ιταλικής αποστολής του ’58 στο Gasherbrum IV, o Fosco Maraini, έγραφε για τον Bonatti: «Κλειστό βιβλίο και ταυτόχρονα περίπλοκο…Μπορεί να ήσουν ο σύντροφός του για βδομάδες. Είχες ένα φίλο που η συμπεριφορά του ήταν πάντα καλή κι ευγενική. Και ξαφνικά, ένα ατσάλινο τείχος έμπαινε ανάμεσα σ’ αυτόν και τον υπόλοιπο κόσμο. Ίσως η ζωή να ήταν σκληρή για το Walter κάποια περίοδο αρκετά χρόνια πριν.». Μελετώντας κάποιος τα βιβλία του Bonatti, βγάζει το συμπέρασμα ότι, όντως, η ζωή ήταν κάποια στιγμή σκληρή μαζί του. Δεν έχει σχέση, όμως, ούτε με τα παιδικά του χρόνια, ούτε με τη ζωή στο Courmayeur. Είναι η πρώτη του αποστολή που τον σημάδεψε τόσο έντονα, αυτή στο Κ2.

Τον Ιούλιο του 1964, ένας συγγραφέας ονόματι Νino Giglio έγραψε ένα άρθρο σε μια εφημερίδα του Τορίνο, με τίτλο: «Μετά από 10 χρόνια η αλήθεια για το Κ2. Πώς ο Bonatti προσπάθησε να προσπεράσει τους Compagnoni και Lacedelli.». Με βασική πηγή του τον Compagnoni, ισχυρίστηκε ότι, πρώτον, ο Bonatti σχεδίαζε με τον Mahdi να φτάσουν στην κορυφή πριν την επιλεγμένη από τον αρχηγό ομάδα, και δεύτερον, όταν το σχέδιό του απέτυχε, χρησιμοποίησε τις φιάλες οξυγόνου για να αποφύγει τα κρυοπαγήματα κατά τη διάρκεια του μπίβουακ. Με αυτό τον τρόπο εξηγείται, κατά τον Giglio, και το γεγονός ότι το οξυγόνο τελείωσε πριν οι Compagnoni και Lacedelli καταφέρουν να φτάσουν στην κορυφή. Αν και ο Bonatti δεν είχε ιδέα, οι φήμες αυτές κυκλοφορούσαν στην Ιταλία ήδη 10 χρόνια. Τότε άρχισε να συνειδητοποιεί γιατί η καριέρα του είχε πάρει παράξενη τροπή από το Κ2 και μετά. Γυρνώντας από το Πακιστάν, το 1954, ο Walter άρχισε να νιώθει αποξενωμένος από τους συντρόφους του. Ο Compagnoni και ο Lacedelli δεν του μίλησαν ποτέ για εκείνη τη φοβερή νύχτα που πέρασε στα 8.100 μ. ή για τον κρίσιμο ρόλο που έπαιξε αυτός και ο Mahdi  στην τελική έκβαση της αποστολής. Όταν εκδόθηκε το βιβλίο του Desio, «Η Κατάκτηση του Κ2», που ήταν και η επίσημη παρουσίαση της αποστολής, το συγκεκριμένο επεισόδιο μόλις που αναφερόταν. Επιπλέον, παρ’ ότι ο Bonatti είχε γίνει, ήδη, ένας από τους πιο φτασμένους σολίστες στον κόσμο, ποτέ του δεν ένιωσε αποδεκτός από το αναρριχητικό κατεστημένο της πατρίδας του. Το 1961, για παράδειγμα, μετά από μια επική απόπειρα στο κεντρικό πιλιέ του Freney, στο Mont Blanc, παρουσιάστηκε από τον ιταλικό τύπο ως ιδιαίτερα ριψοκίνδυνος και φιλόδοξος, με συνέπεια το θάνατο τεσσάρων ανθρώπων. Η ειρωνεία είναι ότι η γαλλική κυβέρνηση του απένειμε το Μετάλλιο της Λεγεώνας της Τιμής.

Για τον Bonatti, το άρθρο του Giglio ήταν ένα φρικτό ψέμα. Αναμφισβήτητα έγιναν αδικίες στην αποστολή του Κ2, αλλά πίστευε ότι αυτός ήταν το θύμα και όχι ο θύτης. Όσον αφορά στην «κλοπή» του οξυγόνου, τα όσα παρουσιάζονται στο δημοσίευμα απλά δε στέκουν, διότι ο Bonatti και o Mahdi κουβαλούσαν μόνο τις φιάλες, ενώ τις μάσκες και τους ρυθμιστές που είναι απαραίτητα για τη χρήση της συσκευής, τα είχαν μαζί τους ο Lacedelli και ο Compagnoni. Ο Walter έκανε μήνυση κατά της εφημερίδας και του αρθρογράφου και μετά από δύο χρόνια δικαστικού αγώνα, απέσπασε αποζημίωση, την οποία δώρισε σε ορφανοτροφείο και ανάγκασε την εφημερίδα να τυπώσει διόρθωση του παλιού άρθρου.

Η υπόθεση θα είχε κλείσει εκεί, αν δεν ερχόταν σειρά βιβλίων και τηλεοπτικών εκπομπών, όπου οι σύντροφοι του Bonatti στο Κ2 αφήνουν σαφείς αιχμές εναντίον του. Τα επιχειρήματα του Bonatti, όμως, είναι πολύ λογικά. Αφού το οξυγόνο τους είχε τελειώσει πολύ νωρίτερα, γιατί οι δύο ορειβάτες δεν είχαν ξεφορτωθεί τις ιδιαίτερα βαριές συσκευές; «Είμαστε σε μια πολύ απότομη πλαγιά και για να ξεφορτωθούμε το οξυγόνο έπρεπε να κάτσουμε στο χιόνι. Πολύ επικίνδυνο. Εξάλλου, η κορυφή φαινόταν πολύ κοντά. Άσχετα αν τελικά ήταν τρεις ώρες μακριά.», θα πει ο Compagnoni σε μια συνέντευξη. «Δεν υπήρχε περίπτωση να βγάλουμε τους ιμάντες από τους ώμους μας, γιατί τα δάχτυλα είχαν σκληρύνει από τα κρυοπαγήματα.», υποστήριξε ο Lacedelli. Το αποκορύφωμα είναι μια φωτογραφία που απεικονίζει τον Compagnoni στην κορυφή, φορώντας ακόμα τη μάσκα του οξυγόνου, η οποία παραμένει συνδεδεμένη με την υπόλοιπη συσκευή. Στη 40η επέτειο της ανάβασης στο Κ2, το περιοδικό Alp δημοσίευσε τις φωτογραφίες της κορυφής, συνοδευόμενες από το σχολιασμό του Robert Marshall, ο οποίος είχε ερευνήσει το θέμα εξονυχιστικά. Ο ιταλικός τύπος έδωσε μεγάλο βάρος στην ιστορία και φρόντισε να τονίσει την υποκρισία των εθνικών ηρώων. Ο Desio αρνήθηκε να σχολιάσει οτιδήποτε. Ο Lacedelli έκανε τη συμβιβαστική δήλωση: «Κατά τη γνώμη μου είναι σαν να ήταν και ο Walter στην κορυφή.». Και ο Compagnoni, όμως, είχε τη δική του εκδοχή: έβαλε ξανά τη μάσκα του στην κορυφή για να κρατήσει το πρόσωπό του ζεστό. Το C.A.I. παρ’ ότι δεν καταδίκασε τους Compagnoni και Lacedelli, συμφώνησε να δημοσιεύσει την αναφορά του Bonatti για την ανάβαση.

Ο Bonatti, όμως, δε φαίνεται να ικανοποιείται. Όπως είχε δηλώσει, ετοιμάζει, ήδη, για την 50η επέτειο της ανάβασης (φέτος δηλαδή) καινούργια έκδοση του βιβλίου του, συνεντεύξεις τύπου και άλλες τέτοιες ενέργειες. Αν μη τι άλλο, η αποστολή στο Κ2 και τα επακόλουθά της, άλλαξαν τον Bonatti ως άνθρωπο και ως αλπινιστή. Τον έκαναν πιο μοναχικό, πιο προβληματισμένο, αλλά συγχρόνως και πιο προσκολλημένο στις αρχές του και αποφασισμένο να επιτυγχάνει με τους δικούς του όρους. «Το μόνο θετικό από όλη αυτή την ιστορία, είναι ότι έπρεπε να αγωνιστώ για να υπερασπίσω τον εαυτό μου. Αυτό με θωράκισε και μ’ έκανε να μεγαλώσω. Αλλά αυτό ήταν και το μόνο καλό.»

Κείμενο-επιμέλεια Γ. Κωνσταντάκης

*Το κείμενο αυτό, μαζί με πλούσιο φωτογραφικό υλικό, δημοσιεύτηκε το 2004 στο Ανεβαίνοντας τ.27, όταν ακόμα ο Bonatti ζούσε. Παρ' όλα αυτά, δε θεωρήσαμε σκόπιμο να αλλάξουμε τη ροή του κειμένου.              

(1 ψήφος, μέση τιμή 5.00 στα 5)
   Miltos Zervas