Εργασία στο Ανεβαίνοντας|Σύνδεση|Επικοινωνία|Όροι Χρήσης|RSSrss
Greek English
Annapurna South 85
Σάββατο 19/10/13 00:00

ANNAPUR openΙμάλαια. Μια λέξη φετίχ για κάθε ορειβάτη. Μια απλή λέξη που αμέσως φέρνει στο νου μας βουνά και απρόσιτες κορφές, κορφές που ξέρουν καλά την τέχνη του κρύπτεσθαι και από την άλλη ανθρώπους, σαν εμένα κι εσένα που στην προσπάθειά τους να πατήσουν αυτές τις κορφές, διεκδίκησαν αυτό το κάτι παραπάνω, το βαθιά ανθρώπινο.

.

Ανθρώπους που οι περιπέτειες που έζησαν πάνω σ’ αυτά τα βουνά κάνουν τους νεώτερους και ονειρεύονται.
Η αποστολή στην Annapurna South ήταν αναμφίβολα μια τέτοια περιπέτεια. Είχε από όλα: ίντριγκες, μίση, πάθη, ψυχολογικές εντάσεις, κίνδυνο, θάνατο, αλλά πάνω απ‘ όλα θέληση. Τη θέληση των δώδεκα ορειβατών να κατακτήσουν την Annapurna των ονείρων τους. Την άπιαστη τελικά Annapurna.

Ήταν μεσημέρι, στις 22/10/85 γύρω στις 11. Ψηλά στις πλαγιές της Annapurna Sud στο camp III στα 6400μ., τέσσερις Έλληνες και τέσσερις Γερμανοί είναι ένα βήμα πριν την κατάκτηση της κορφής. Ο καιρός είναι ηλιόλουστος, το ηθικό των δύο ομάδων υψηλό, όλοι τους περιμένουν τη μεγάλη  μέρα. Δύο από τους πιο ξεκούραστους οι Δημήτρης Μπουντόλας και Robert (Rufus) Wohlschlager αποφασίζουν να εξοπλίσουν ένα απότομο πέρασμα λίγων μέτρων πάνω ακριβώς από την κατασκήνωση. Εύκολα το ξεπερνούν και μπήγουν αλουμινογωνιές για να φιξάρουν σχοινί.

Οι Μιχάλης Τσουκιάς, Κλήμης Τσατσαράγκος και Χρήστος Λάμπρης ξεκουράζονται απολαμβάνοντας τον όμορφο καιρό ενώ οι τρεις Γερμανοί προσπαθούν να βρουν ένα καλό σημείο λίγα μέτρα μακρύτερα για να στήσουν την κατασκήνωσή τους. Λίγα λεπτά πριν τις 12 το βουνό χτύπησε. Μια πλάκα χιονιού που πάνω της πάταγαν οι δύο ορειβάτες ξεκόλησε, ρίχνοντάς τους κάτω στην κατασκήνωση, παρασέρνοντας και τους άλλους τρεις Έλληνες ενώ οι Γερμανοί, λίγα μέτρα πιο δίπλα έμειναν άθικτοι. Ο Κλήμης Τσατσαράγκος σκοτώνεται ακαριαία, ο Rufus Wohlschlager τραυματίζεται βαριά και ξεψυχά λίγη ώρα αργότερα, ο Μιχάλης Τσουκιάς προλαβαίνει και πετάγεται ξυπόλητος από το αντίσκηνο σταματώντας άθικτος λίγα δεκάδες μέτρα χαμηλότερα, ενώ ο Δημήτρης Μπουντόλας και Χρήστος Λάμπρης παρασέρνονται και τραυματίζονται αλλά όχι θανάσιμα.

Είναι σίγουρα η κορυφαία και πιο συγκλονιστική στιγμή της πρώτης ελληνικής Αποστολής στα Ιμαλάια. Μια αποστολή που είχε αρχίσει μήνες ή μάλλον χρόνια πριν όταν οι φιλοδοξίες των νέων – τότε – αναρριχητών του ΕΟΣ Αθηνών άρχισαν να ξεπερνούν τις έστω και δύσκολες διαδρομές του Αυγούστου στις Άλπεις και να στρέφονται στο φυσικό επακόλουθό τους: τα Ιμαλάια. Τα Ιμαλάια που τότε ήταν ακόμα «άγνωστα». Οι ορειβάτες και οι trekkers ήταν κλάσμα των σημερινών, οι ανέσεις πολύ λιγότερες, οι επικοινωνίες πρωτόγονες, οι γνώσεις για τα βουνά – ακόμα και για τις οχτάρες – ελάχιστες, οι καιρικές προγνώσεις γίνονταν επιτόπου από τους ορειβάτες, ούτε internet, ούτε δορυφορικά τηλέφωνα. Έτσι ο ΕΟΣ Αθηνών ξεκινά ένα πρόγραμμα για αποστολές ψηλού βουνού και αποφασίζει να πάρει «άδεια» για ένα βουνό λίγο πάνω από τα 7000μ. που όμως να έχει τεχνικές δυσκολίες. Εκείνη την εποχή δινόταν μόνο μια άδεια από τη νεπαλέζικη κυβέρνηση για κάθε διαδρομή και αυτή που ήταν ανοιχτή για το φθινόπωρο του ’85 ήταν η Annapurna Sud ή Annapurna Dakshin στα 7219μ. από την ανατολική όψη της.

Κι αν η επιλογή του βουνού δεν δημιούργησε κανένα πρόβλημα η επιλογή των μελών της ομάδας σύντομα θα δημιουργούσε πολλά. Πρόεδρος του Συλλόγου ήταν ο Μιχάλης Τσουκιάς 28 μόλις χρόνων στο τιμόνι του πλέον ιστορικού ορειβατικού συλλόγου. Ο Τσουκιάς ήταν άνθρωπος με αναμφισβήτητες οργανωτικές αλλά και αρχηγικές ικανότητες. Τι πιο φυσικό, να είναι αυτός ο αρχηγός της αποστολής. Ο Τσουκιάς σίγουρα δε δυσκολεύτηκε να επιλέξει τους συντρόφους του. Οι Δημήτρης Καραγιάννης, Δημήτρης Σωτηράκης, Κλήμης Τσατσαράγκος, Χρήστος Λάμπρης, Νίκος Μπρόκος, Άκης Λελεδάκης και Τ. Καβαλιεράτος από τους καλύτερους αναρριχητές. Μαζί τους και ο Πάνος Χλωροκώστας που εκτελούσε και χρέη γιατρού, ενώ αργότερα προστέθηκε και ο Γιάννης Κατριβάνος παίρνοντας τη θέση του Άκη Λελεδάκη και του Τ. Καβαλιεράτου που αποχώρησαν.

Το πρώτο όνομα όμως της εποχής ήταν ο Τάκης Μπουντόλας. Παλιότερο μέλος του ΣΕΟ (καμία σχέση με το σημερινό ΣΕΟ Θεσ/κης) ο Μπουντόλας ήταν τώρα μέλος του ΕΟΣ Θεσ/κης, ενός συλλόγου που του έδινε περισσότερες δυνατότητες. Ο ΣΕΟ ένας «αριστερός» σύλλογος με πενιχρά οικονομικά μέσα είχε εκείνη την εποχή σχεδόν διαλυθεί και πολλά μέλη του εντάχθηκαν στους κατά τόπους ΕΟΣ. Ο πληθωρικός, ταλαντούχος και δοσμένος «ψυχή τε και σώματι» στο βουνό Μπουντόλας βρήκε στην πρόταση του Τσουκιά ένα στόχο αντάξιο των δυνατοτήτων του. Μια κίνηση που δεν αντιμετωπίστηκε καθόλου ευνοϊκά από τους συντρόφους του. Μαζί του έφερε κι έναν ταλαντούχο αναρριχητή, τον βενιαμίν της αποστολής τον Λουκά Γιαννακούλη. Τέλος στην ομάδα προστέθηκε και ο Αλέκος Τσιλογιώργης από τον ΕΟΣ Καβάλας. Σίγουρα πολλοί ακόμα θα ήθελαν να είναι μέλη της αποστολής. Τι πιο φυσικό άλλωστε.

Υπήρχαν όμως δύο οι οποίοι δεν εννοούσαν να αποδεχθούν τον «αποκλεισμό» τους. Οι Στράτος Παρασκευαΐδης και Κώστας Τσιβελέκας με τον «αέρα» της ανάβασής τους στα 7495μ. των Παμίο το ’83 απαίτησαν την ένταξή τους στην ομάδα. Το σκεπτικό ήταν απλό: «είμαστε οι μόνοι που έχουμε ξεπεράσει τα 7000μ., οι μόνοι που έχουμε εμπειρία ψηλού βουνού». Για κάποιον που δεν ξέρει και πολλά από βουνό είναι ένα πράγματι πειστικό επιχείρημα. Μόνο που η ομάδα ήξερε και παραπάνω. Έτσι αφού δεν μπορούσαν να πάρουν μέρος στην αποστολή, αποφάσισαν – απλά – να τη διαλύσουν. Συνέταξαν ένα – πραγματικά κακόβουλο – κείμενο, έπεισαν μερικές δεκάδες μέλη του Συλλόγου να το υπογράψουν και το προώθησαν από τη Γ.Γ.Α. έως την εφημερίδα Αυριανή. Το πανελλήνιο διάβαζε ότι μία κλίκα μέσα στον Ορειβατικό ετοιμαζόταν να πάει για τουρισμό στο Νεπάλ με λεφτά του ελληνικού δημοσίου ενώ κίνησαν νομικές διαδικασίες για διορισμό προσωρινής διοίκησης. Όλα αυτά, τα λίγο απίστευτα σήμερα είχαν ένα και μοναδικό αποτέλεσμα. Την απίστευτη πόλωση. Οι έντεκα ορειβάτες δεν πήγαιναν απλώς μία αποστολή στην οποία μπορούσαν να πετύχουν ή να αποτύχουν• έπρεπε να αποδείξουν ότι δεν ήταν αυτό που τους κατηγορούσαν όσο για τους κατηγόρους τους αυτοί δε χρειαζόταν να κάνουν τίποτα περισσότερο από το να περιμένουν.
Ένα όχι και τόσο καλό ξεκίνημα.


Αυτή είναι η μία όψη του νομίσματος. Υπήρχε όμως και η άλλη η ευχάριστη. Δεκάδες άνθρωποι και όχι μόνο του ΕΟΣ, στήριξαν αφιλοκερδώς την προσπάθεια, προσφέροντας από εργασία έως χρήματα. Τον τελευταίο μήνα πριν την αναχώρηση τα γραφεία του ορειβατικού ήταν ένα πραγματικό εργοτάξιο με «υπεύθυνο» τον Κλήμη Τσατσαράγκο που παραιτήθηκε από τη δουλειά του προκειμένου να ασχολείται αποκλειστικά με την αποστολή. Το μεγάλο και πρωτόγνωρο εγχείρημα κατόρθωσε να κινητοποιήσει πολύ – πολύ περισσότερους από τους έντεκα.
Έτσι στις 8/9/85 η ομάδα φεύγει επιτέλους από το Ελληνικό για το πολυπόθητο Νεπάλ. Τρεις ημέρες στην Κατμαντού ήταν αρκετές για τις προμήθειες και τη γραφειοκρατία και στις 13/9 ένα καραβάνι από 119 άτομα, ορειβάτες, βοηθητικό προσωπικό και αχθοφόρους ξεκινούν από την Ποκάρα την πεζοπορία για το Base camp. Έλειπαν βέβαια οι sherpa. Μπορεί η αποστολή να ήταν – ειδικά με τα σημερινά δεδομένα – βαριά, αλλά όλη η δουλειά από το Base camp και πάνω θα γινόταν αποκλειστικά από τους 11. Το  καραβάνι μπαίνει στην υγρή ζούγκλα με άσχημο καιρό. Βροχή, χαμηλή συννεφιά, λάσπη – πολύ λάσπη – και βδέλες, βδέλες που τρύπωναν από παντού «ακόμα και από τις τρύπες των κορδονιών μας».

Σίγουρα το ηθικό και η διάθεση δεν ήταν στο κατακόρυφο, όλοι ελπίζαν σε κάτι καλύτερο, κάτι καλύτερο που όμως αργούσε να έρθει. Τελευταία μέρα του trekking και ο Δημήτρης Σωτηράκης χτυπάει τη μέση του πέφτοντας σε ένα απότομο σημείο του μονοπατιού. Λίγες μέρες μετά το ελικόπτερο τον κατέβασε στην Κατμαντού. Η ομάδα όμως συνέχισε κανονικά και στις 18/9 όλοι έφτασαν στο Base camp στα 4100μ. σε ένα μεγάλο κοίλωμα της μοραίνας του παγετώνα, κάτω από την κορφή. Η τοποθεσία αυτή είχε προεπιλεγεί από τον Μ. Τσουκιά και τον Α. Λελεδάκη όταν το καλοκαίρι είχαν φτάσει έως εδώ κάνοντας ένα αναγνωριστικό trekking. Η διαδρομή που θα ακολουθούσαν είχε ήδη χαραχτεί. Από το B.C. ανέβαινε ψηλότερα στη μοραίνα έως τα 4200μ. έφτανε δίπλα στο παγετώνα της Annapurna κατέβαινε απότομα σ’ αυτό, πέρναγε απέναντι και μέσα από ένα επικίνδυνο λούκι που κατέβαζε χιονοστοιβάδες, ανέβαινε στη βάση μιας χωμάτινης κόψης που οδηγούσε στο Camp Ι. Στη βάση της κόψης αποφασίστηκε να φτιαχτεί μία προωθημένη κατασκήνωση ή μάλλον μια αποθήκη υλικού ώστε να μη χρειάζεται να περνάνε συνεχώς το δύσκολο και επικίνδυνο παγετώνα. Έτσι σχεδόν όλα τα υλικά υψομέτρου μεταφέρονται στην «αποθήκη» αυτή και ξεκινά η προσπάθεια για την I. στα 4700μ. στη βάση της όψης.

Ο καιρός συνέχιζε να είναι κακός. Βροχή σχεδόν όλη τη μέρα. Κάτι που οπωσδήποτε δεν βοηθούσε μιας και κούραζε τόσο σωματικά όσο και ψυχολογικά «Δεν ξέραμε τι ακριβώς καιρό να περιμένουμε. Η βροχή μας έριχνε τη διάθεση αλλά στο παραμικρό άνοιγμα το ηθικό ανέβαινε. Σκεφτόμασταν ότι απλά έτσι είναι εδώ, οπότε κάναμε υπομονή». Παρ’ όλες τις αντίξοες συνθήκες η δουλειά προχωρούσε. Όμως η κακοτυχία ξαναχτύπησε. Μια τεράστια χιονοστοιβάδα που παρέσυρε μεγάλους όγκους σεράκ εξαφάνισε την αποθήκη. Ευτυχώς κανείς δεν υπήρχε εκεί, όμως τα 2/3 των υλικών και των τροφίμων για τις κατασκηνώσεις III και IV είχαν θαφτεί κάτω από χιλιάδες τόνους χιονιού. Κάθε προσπάθεια ανεύρεσής τους ήταν μάταιη.

Νέα προβλήματα έπρεπε να λυθούν. Τα εναπομείναντα τρόφιμα και υλικά έπρεπε να ξαναμοιραστούν αλλά και το πέρασμα του παγετώνα να αλλαχτεί. Έπρεπε να βρεθεί ασφαλέστερο δρομολόγιο. Και αυτό βρέθηκε λίγο ψηλότερα στον παγετώνα και επέτρεπε να παρακαμφθεί τόσο η περιοχή της αποθήκης όσο και το λούκι που οδηγούσε στη χωμάτινη κόψη και από το οποίο κατέβηκε η χιονοστοιβάδα. Βέβαια το πέρασμα του – πολύ δύσκολου – παγετώνα δεν ήταν απλή υπόθεση. Ο Δημήτρης Μπουντόλας στην επίμονη προσπάθειά του να βρει το σωστό δρομολόγιο έβγαλε – λόγω συννεφιάς – τα γυαλιά του παθαίνοντας μερική τύφλωση. Ήταν σαφές σε όλους ότι το βουνό δεν θα «πατηθεί» εύκολα.

Όμως αργά αλλά σταθερά υπήρχε πρόοδος. Ο καιρός καλυτέρεψε το ηθικό ανέβηκε και η ομάδα εξοπλίζοντας τα επικίνδυνα σεράκ στη βάση της ανατολικής όψης, με 220 μέτρα φιξαρισμένος σχοινί κατορθώνει να στήνει στις 4/10 το camp II στα 5400μ. Επιτέλους τα πράγματα πήγαιναν καλά. Καλά για πολύ λίγο. Μία μέρα μετά ο καιρός γύρισε. Τώρα δε βρέχει πια, αλλά χιονίζει έως και κάτω από το B.C. Τα γενέθλια του Γιαννακούλη στις 5/10 έδωσαν την ευκαιρία στην ομάδα να το «ρίξει έξω». Όλοι φαινόντουσαν αισιόδοξοι και με κέφι. Παρ’ όλη τη κακοκαιρία η δουλειά συνεχιζόταν. Πάνω από τη II υπάρχει ένα λούκι 250μ. με δυσκολίες τόσο σε πάγο (55ο) όσο και σε βράχο (III). Ο Μπουντόλας με το Γιαννακούλη κατορθώνουν να το εξοπλίσουν. Η επιμονή τους ήταν μεγάλη «για να κάνουμε το τελευταίο κομμάτι χιονιού που ήταν πολύ μαλακό και αδύνατο να σκαρφαλωθεί, χρειαστήκαμε ώρες. Στο τέλος βρήκαμε ένα στενό κούφωμα μεταξύ του βράχου και του χιονιού, γδυθήκαμε μένοντας μόνο με τα θερμοεσώρουχα και το Goretex για να χωράμε και συρθήκαμε έως πάνω από τις δυσκολίες». Έτσι στήνοντας σχοινιά έως τα 6100μ.

Όμως ο καιρός χειροτερεύει συνεχώς και οι έξη αποκλείονται στη II. Για τις επόμενες ημέρες έως και τις 12/10 ίσως η χειρότερη χιονόπτωση της δεκαετίας χτυπά το Νεπάλ. Στο Base Camp πέφτει πάνω από μισό μέτρο χιόνι στη II όμως τα πράγματα είναι δραματικά. «Το χιόνι έπεφτε σε απίστευτη ποσότητα. Κάθε δύο με τρεις ώρες έπρεπε να βγαίνουμε έξω και να μετακινούμε το αντίσκηνο για να μη θαφτεί». Τα τρόφιμα σιγά – σιγά τελειώνουν και οι έξη αρχίζουν να έχουν πρόβλημα «Έχουμε καραμέλες βουτύρου. Μια καραμέλα όμως τι να σου κάνει; Έτσι τη ρίχναμε σε ζεστό νερό και τη κάναμε «σούπα». Το περίεργο είναι ότι κι αυτή η «σούπα» μας δυνάμωνε. Τελείως trans «κατάσταση» Με τη κακοκαιρία αμείωτη οι έξη άρχισαν να απελπίζονται. Πως θα κατέβαιναν από εδώ; Το φρέσκο χιόνι ήταν κοντά τρία μέτρα. Όμως η παραμονή εδώ πάνω ήταν αδύνατη. Έτσι αποφασίζουν στις 12/10 να επιχειρήσουν την κατάβαση με άμεσο τον κίνδυνο από τις χιονοστοιβάδες. Ευτυχώς εδώ πήγαν όλα καλά.

Κάτω στο B.C. τα πράγματα δεν πήγαιναν καλύτερα. Μέσα στην ομίχλη ένας τρομερός θόρυβος ακούγεται. Μια τεράστια χιονοστοιβάδα φεύγει από το γειτονικό βουνό Hiunchuli σαρώνει τη μοραίνα και σταματά 5 – 6 μέτρα από το ακριανό αντίσκηνο. Όλοι πάγωσαν. Έξω από το αντίσκηνο υπήρχε ένας καθρέπτης για ξύρισμα. Ο Τσιλογιώργης ελαφραίνει την ατμόσφαιρα «Ευτυχώς η χιονοστοιβάδα είδε τον εαυτό της στο καθρέπτη, φοβήθηκε και σταμάτησε. Ο καθρέπτης μας γλίτωσε». Έτσι φεύγουν όλοι από το B.C. και κατεβαίνουν χαμηλότερα σε κάποιες καλύβες μισή ώρα απόσταση.
Στις 13/10 ο καιρός βελτιώνεται και ξαναστήνεται το Base Camp. Όλα πρέπει να γίνουν από την αρχή. Τα πάντα ήταν θαμμένα κάτω από το χιόνι. Σίγουρα όλοι σκεφτόντουσαν ότι τα περιθώρια στενεύουν. Το βουνό φορτωμένο χιόνι ήταν πια πολύ επικίνδυνο. Ο καιρός καλυτέρευσε πια όλο και περισσότερο ενώ στις 16/10 έξη Γερμανοί που εγκατέλειψαν τις προσπάθειές τους στη νότια ορθοπλαγιά ένωσαν τις δυνάμεις τους με τους 12. Οι Γερμανοί ήρθαν αλλά έφυγαν ο Τσιλογιώργης, ο Γιαννακούλης με κρυοπαγήματα (οι μπότες του ήταν στενές) και ο Mauro ο μόνος που είχε εμπειρία Ιμαλαΐων.
Φεύγοντας μονολογούσε «οι Έλληνες είναι τρελοί».

Παρά τις λογικές πλέον αμφιβολίες, όλοι πίστευαν ότι άξιζε να προσπαθήσουν ακόμα. Σιγά – σιγά το δρομολόγιο ξαναφτιάχνεται ενώ δημιουργείται και η ομάδα κορυφής από το Τσουκιά, Μπουντόλα, Λάμπρη, Τσατσαράγκο και τέσσερις Γερμανούς.
Στις 21/10 κατορθώνουν να στήσουν την κατασκήνωση III στα 6100μ. Η κορφή δεν θα ξέφευγε. Όσοι έχουν μείνει στο B.C. άρχισαν να μαζεύουν τα υλικά.

plaketaΤο πρωί στις 22/10 από το κιάλια παρακολουθούσαν τους δύο να φιξάρουν σχοινί πάνω από την III. Το βουνό δεν είχε πει την τελευταία του λέξη. Η χιονοστοιβάδα άφησε πίσω της δύο νεκρούς το Τσατσαράγκο και τον Wohlschlager και δύο τραυματίες τον Μπουντόλα (σπασμένος αστράγαλος) και το Λάμπρη (γόνατο, κλείδα, πλευρά). Οι Γερμανοί μόλις βρίσκουν τον σύντροφό τους νεκρό φεύγουν γρήγορα για κάτω. Ο Τσουκιάς βρίσκει τα παπούτσια του και κατεβαίνει έως το Μπουντόλα εκατό μέτρα χαμηλότερα που έχει τις αισθήσεις του. Πιο κάτω ακούει τον Λάμπρη και δίπλα του βρίσκει υλικά της κατασκήνωσης. Τον βάζει σ’ ένα στεγνό υπνόσακο τον τοποθετεί σ’ ένα αντίσκηνο και του δίνει τροφή και φάρμακα. Το απόγευμα γύρω στις 6 κατορθώνει να γυρίσει στο Μπουντόλα. Το φροντίζει κι αυτόν. Τον βάζει σε υπνόσακο του δίνει φάρμακα και τροφή και τότε άλλη μία χιονοστοιβάδα πέφτει. Ο Τσουκιάς πηδά στο πλάι. Ο Μπουντόλας φεύγει 250μ. χαμηλότερα. Θα βρεθεί νεκρός την επόμενη.

Ο Τσουκιάς κάνει στα 6100 μπίβουακ και την άλλη μέρα εξαντλημένος φτάνει στη II. Εκεί βρίσκει τους Καραγιάννη, Μπρόκο και Χλωροκώστα που αψηφώντας κάθε κίνδυνο ανέβαιναν για βοήθεια.
Χρειάστηκαν τέσσερις ημέρες και σκληρή δουλειά τόσο από την Ελληνική ομάδα όσο και από τους Γερμανούς για να φτάσει ο Λάμπρης σώος στην ασφάλεια του B.C.

Ήταν ο επίλογος μιας συγκλονιστικής προσπάθειας.
Πίσω στην Ελλάδα οι εννέα ορειβάτες κατηγορήθηκαν για «πείσμα και υπερβολή».
Είκοσι χρόνια μετά η εξήγηση φαίνεται απλή: «είμαστε νέοι, άπειροι και ενθουσιώδεις. Κανένας μας δεν είχε ξαναζήσει κάτι τέτοιο. Πιστεύαμε ότι έτσι ήταν τα Ιμαλάια. Υπομέναμε τα πάντα. Δεν γνωρίζαμε τα όρια. Τα μάθαμε με το πιο τραγικό τρόπο».

κείμενο: Μίλτος Ζέρβας, φωτό: Χρ. Λάμπρης

Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε με αφορμή τα 20 χρόνια της αποστολής, στο Ανεβαίνοντας Νο34, μαζί με φωτογραφικό υλικό του Χρ. Λάμπρη και συνέντευξη του αρχηγού της αποστολής Μιχάλη Τσουκιά.

(16 ψήφοι, μέση τιμή 4.75 στα 5)
   Miltos Zervas